Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας και διαβάστε το καθημερινό newsletter από το dictyo.gr
  
  
  
E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 

ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ

Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Μωαμεθανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη που ονομάστηκε από τους Τούρκους Ισταμπούλ, (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα του κράτους ως την οριστική κατάλυσή του το 1922. Το 1456 ο Μωάμεθ Β' απέσπασε από τους Φράγκους την Αθήνα και λίγο αργότερα υπέταξε όλες τις Ελληνικές περιοχές, όπως και την Πελοπόννησο. Ο Παρθενώνας, που τότε ήταν εκκλησία της Θεοτόκου, μετατράπηκε με διαταγή του ίδιου σε τζαμί...

Το 1461, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας περιήλθε στην εξουσία των Οθωμανών. Την ίδια χρονιά καταλήφθηκαν και τα τελευταία υπολείμματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης σηματοδότησε την έναρξη της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα.
ΛΕΗΛΑΣΙΕΣ
 
Η πολιορκία κράτησε περίπου 3 μήνες και, τελικά, ο σημαντικά ισχυρότερος Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 (αποφράς ημέρα). Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος.
 
Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα Αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών. Όπως παραδίδει ο Σφραντζής, δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία έπαυσε μετά την πρώτη ημέρα.
 
O ιστορικός Δούκας αναφέρει πως ο Σουλτάνος επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων. Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θανατωνόταν χωρίς διάκριση. Οι εκκλησίες με επικεφαλής την Αγία Σοφία, καθώς και τα μοναστήρια με όλο τους τον πλούτο λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής και λαφυραγωγίας.
 
Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών χάθηκαν αναρίθμητοι πολιτιστικοί θησαυροί. Πολύτιμα βιβλία κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές. Ο ιστορικός Κριτόβουλος, που ανήκε στο Οθωμανικό στρατόπεδο, αναφέρει ότι δεν υπήρξε στοιχειώδης οίκτος κατά τις λεηλασίες και η πόλη ερημώθηκε ολοσχερώς.
 
Η ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ (ΣΦΑΓΕΣ – ΕΞΑΝΔΡΑΠΟΔΙΣΜΟΙ)
 
Οι γενίτσαροι σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαιρέτως φύλου και ηλικίας και σε κάποιες περιπτώσεις έμπαιναν και κατέσφαζαν τους ανθρώπους και μέσα στα σπίτια τους ή στις εκκλησίες, όπου είχαν καταφύγει για να σωθούν. Εξαγριωμένοι καθώς ήταν από τη δίμηνη πολιορκία και τη σθεναρή αντίσταση των πολιορκημένων, όρμησαν σαν άγρια θηρία μέσα στην πόλη ενάντια στους κατοίκους της και τους αμύθητους θησαυρούς, που τους υποσχέθηκε ο Σουλτάνος.
 
Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με το Ισλαμικό πολεμικό δίκαιο, όταν μία πόλη παραδιδόταν στους πολιορκητές της, δεν διέτρεχε τον κίνδυνο της σφαγής, της λεηλασίας ή του εξανδραποδισμού των κατοίκων της. Η Κωνσταντινούπολη όμως, δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία, καθώς οι κάτοικοι της προτίμησαν να αγωνιστούν μέχρι τέλους, οπότε οι στρατιώτες του Σουλτάνου είχαν το δικαίωμα να κάνουν ό, τι επιθυμούν το τριήμερο της λεηλασίας, που είχε ορίσει από πριν ο Μωάμεθ.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Δούκα, με την είσοδο τους στην πόλη, οι γενίτσαροι έσφαζαν όποιον συναντούσαν ή όποιον προσπαθούσε να ξεφύγει φοβούμενοι, ότι μέσα στην πόλη υπήρχαν ένοπλοι στρατιώτες, οι οποίοι θα μπορούσαν να αντεπιτεθούν και να τους εκδιώξουν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν, ότι η αντίσταση επί πενήντα δύο συνεχόμενες ημέρες ήταν προϊόν των λιγοστών ανδρών που κάλυπταν τα τείχη.

 Άλλωστε επισημαίνει ο ίδιος συγγραφέας, αν γνώριζαν, ότι δεν υπήρχαν κρυμένοι πολεμιστές, δεν θα προέβαιναν στη θανάτωση τους, καθώς τους συνέφερε περισσότερο να τους αιχμαλωτίσουν και είτε να τους πουλήσουν ως δούλους, είτε να τους απελευθερώσουν, αν εξαγόραζαν με χρήματα την ελευθερία τους. Οι αιχμάλωτοι επομένως θα απέφεραν στους κατακτητές περισσότερα οφέλη, για αυτό και αφού συνήλθαν από την εκδικητική μανία, οι Οθωμανοί αποφάσισαν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερους.

Τα σπίτια των πλούσιων οικογενειών και οι εκκλησίες έγιναν στόχος λεηλασίας, διαρπαγής, αιχμαλωσίας και καταστροφής. Πολλές νέες κοπέλες, γόνοι καλών οικογενειών, μικρότερης η μεγαλύτερης ηλικίας, ανύπαντρες ή παντρεμένες, αλλά και μοναχές και νεαρά αγόρια και κορίτσια ατιμάστηκαν και έπειτα έγιναν αντικείμενο αγοραπωλησίας στα σκλαβοπάζαρα. Απέναντι στον κοινό εχθρό όλοι είχαν είχαν εξισωθεί μεταξύ τους. Ο απλός λαός και οι ανώτεροι αξιωματούχοι έτρεχαν από κοινού να σωθούν.


Αναζητούσαν άσυλο και καταφύγιο στις εκκλησίες και ιδιαίτερα στο ναό της Αγίας Σοφίας, που βρίσκεται πίσω από το κίονα του Αγίου Κωνσταντίνου, καθώς υπήρχε μία παλιά παράδοση, που έλεγε, ότι ο εχθρός δεν θα μπορούσε να προχωρήσει πέρα από εκείνο το σημείο. Οι Οθωμανοί βέβαια δεν πτοήθηκαν από την ιερότητα του χώρου, καθώς η συγκέντρωση των κατοίκων σε τόσο περιορισμένο περιβάλλον διευκόλυνε τον εχθρό στην αιχμαλώτιση τους.

Έτσι ο πληθυσμός που κατέφυγε εκεί, όχι μόνο δεν σώθηκε, αλλά άθελα του προκάλεσε τον εξανδραποδισμό του. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί και μία συνήθεια των Τούρκων σε περιπτώσεις λεηλασίας, όπως αυτή που περιγράφεται. Οι Τούρκοι λοιπόν, όταν έμπαιναν σε ένα σπίτι για να το λεηλατήσουν, ύψωναν μία σημαία με το έμβλημα τους, ώστε να δείξουν στους δικούς τους, ότι αυτό είναι ήδη κατειλημμένο και να τους εμποδίσει να μπουν σε αυτό.

Για αυτό το λόγο οι πολιορκητές έτρεχαν από σπίτι σε σπίτι και στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει οίκημα μέσα στην Κωνσταντινούπολη χωρίς Τουρκικό έμβλημα κατά τη διάρκεια της τριήμερης εκείνης λεηλασίας. Ένα μέρος του πληθυσμού βέβαια κατάφερε να σωθεί, καθώς έτρεξε στα πλοία των Γενουατών τα οποία απέπλευσαν εκμεταλλευόμενα την αποδιοργάνωση του Τουρκικού στόλου.

Εξαιτίας του πανικού που δημιουργήθηκε όμως, στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν, κάποιοι έχασαν τη ζωή τους από πνιγμό, ενώ από την άλλη μεριά τα πλοία δεν ήταν αρκετά, ώστε να επιβιβασθούν όλοι. Οι περισσότεροι από αυτούς που έμειναν μέσα στην Πόλη έτρεχαν σε διάφορα σημεία, για να σωθούν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η λεηλασία διήρκεσε από το πρωί της 29ης Μαΐου ως το απόγευμα της ίδιας ημέρας και παρ' όλη την υπόσχεση του Μωάμεθ για τριήμερη λεηλασία διέταξε τελικά την παύση της.

Άλλωστε όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως ο πληθυσμός της Πόλης δεν ήταν τόσο μεγάλος, όσο στο παρελθόν, ούτε και τα πλούτη της αμύθητα όπως πίστευαν οι περισσότεροι από τους πολιορκητές. Ο Μωάμεθ εισήλθε στην Πόλη με τους γενίτσαρους και τους Πασάδες του και κατευθύνθηκε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Προσευχήθηκε στον Αλλάχ για να τον ευχαριστήσει, που τον αξίωσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, μετατρέποντας το σύμβολο της Ορθοδοξίας σε μέρος προσκύνησης των αλλοθρήσκων και διέταξε να γίνει έρευνα για την ανεύρεση του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου.

Αγωνιούσε να μάθει αν είχε σκοτωθεί ο μεγάλος του αντίπαλος και με ανακούφιση πληροφορήθηκε το θάνατό του. Όταν μπήκε μέσα στο ναό, όπως σημειώνει ο ιστορικός Δούκας συνέβη το εξής περιστατικό: ο Σουλτάνος παρατήρησε έναν Τούρκο, ο οποίος προσπαθούσε να σπάσει ένα κομμάτι μάρμαρο από το δάπεδο του ναού. Οργισμένος του είπε να σταματήσει καθώς η λαφυραγωγία δεν περιελάμβανε τα δημόσια κτίρια. Έπειτα τον χτύπησε με το ξίφος του και διέταξε τη φρουρά του να τον βγάλει έξω.

Το στρατόπεδο του Σουλτάνου και τα πλοία του Τουρκικού στόλου είχαν γεμίσει αιχμαλώτους και λάφυρα. Χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμοι λίθοι ήταν μερικά μόνο από τα αποκτήματα των γενιτσάρων. Φωνές τρόμου και πανικού ακούγονταν παντού, καθώς οικογένειες χωρίστηκαν για πάντα και τα μέλη τους δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Σχετικά με τους ευγενείς της Κωνσταντινούπολης γνωρίζουμε από τις πηγές, ότι άλλοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της μάχης, την ώρα της εισόδου των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη, ενώ άλλοι αιχμαλωτίστηκαν.

Την ώρα της μάχης σκοτώθηκαν ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Παλαιολόγος Μετοχίτης με τους γιους του. Ο πιθανός ανταπαιτητής του Σουλτανικού θρόνου Ορχάν προσπάθησε να διαφύγει μεταμφιεζόμενος σε καλόγερο, αλλά έγινε αντιληπτός, συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε. Ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς και η οικογένεια του αιχμαλωτίστηκαν επίσης. Ο Σουλτάνος αρχικά επέδειξε καλή διάθεση απέναντι στο μέγα δούκα και την οικογένεια του, αλλά η καλοσύνη του δεν διήρκεσε πολύ.

Για να εξακριβώσει τη αφοσίωση του Νοταρά στο πρόσωπο του τον υπέβαλε σε φριχτή δοκιμασία. Σε ένα συμπόσιο που έκανε μετά την άλωση της Πόλης και ενώ είχε πιει αρκετό κρασί, διέταξε να του φέρουν τον δεκατετράχρονο γιο του Νοταρά. Ο μέγας δούκας αρνήθηκε να παραδώσει το παιδί του στο Μωάμεθ και ο Σουλτάνος εξοργισμένος τον διέταξε να εμφανιστεί μπροστά του μαζί με όλα του τα παιδιά. Ο Νοταράς υπάκουσε στην εντολή του Μωάμεθ και εμφανίστηκε μπροστά του μαζί με το γιο του και το γαμπρό του, τον Καντακουζηνό.

Ο Σουλτάνος διέταξε να τους θανατώσουν, κόβοντας τους το κεφάλι. Ο Νοταράς, φοβούμενος μήπως κάποιο από τα παιδιά του δειλιάσει μπροστά στο δήμιο ζήτησε να θανατωθούν μπροστά του πρώτα αυτά και έπειτα ο ίδιος. Αφού είδε τα παιδιά του να πέφτουν νεκρά μπροστά του, δοξολόγησε το Θεό και παρέδωσε τον εαυτό του στο δήμιο. Την επόμενη μέρα ο Σουλτάνος διέταξε τη θανάτωση των Ελλήνων αξιωματούχων και προκρίτων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί, προφανώς, γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη στις προθέσεις τους και στην αφοσίωση τους στο πρόσωπο του.


Ο Καρδινάλιος Ισίδωρος αιχμαλωτίστηκε επίσης, αλλά κατάφερε να ξεφύγει και κατέφυγε με πλοίο στην Πελοπόννησο. Συνελήφθησαν επίσης πολλοί επίσημοι Βενετοί, από τους οποίους κάποιοι θανατώθηκαν, όπως ο Βάιλος Μινόττο, αλλά και ο πρόξενος των Καταλανών, ενώ άλλοι αφέθηκαν ελεύθεροι, καθώς ο Μωάμεθ θεώρησε επικίνδυνη την παρουσία τους, καθώς δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την αντίδραση της Δύσης.

Σύμφωνα με το χρονογράφο Barbaro, 29 Βενετοί ευγενείς, από αυτούς που είχαν συλληφθεί, κατάφεραν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους σε διάστημα ενός χρόνου. Ένα ακόμη θύμα της εχθρότητας και της καχυποψίας του σουλτάνου υπήρξε ο Βεζύρης Χαλήλ, ο οποίος, όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως ήταν αντίθετος στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης και έτρεφε συμπάθεια στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και των Βυζαντινών.

Σε αντίθεση με τους Ενετούς, οι Γενουάτες φαίνεται ότι είχαν καλύτερη τύχη, καθώς, όπως αναφέρει ο ιστορικός Κριτόβουλος, παραδόθηκαν στο σουλτάνο οικειοθελώς και εκείνος δεν δεν προέβη σε καμία εχθρική κίνηση απέναντί τους. Τέλος ο Ιουστινιάνης, που είχε αποχωρήσει πληγωμένος από τη μάχη, κατέφυγε στη Χίο, όπου και υπέκυψε λίγο αργότερα στα τραύματά του.

Κατά την πολιορκία και την άλωση φονεύθηκαν, σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, περίπου 4.000 κάτοικοι, ενώ συνελλήφθησαν 50.000.  Ο Barbaro, από την άλλη μεριά κάνει λόγο για 60.000 αιχμαλώτους. Οι αριθμοί αυτοί βεβαίως φαίνονται υπερβολικοί. Στόχος όμως των συγγραφέων ήταν να τονίσουν το μέγεθος της καταστροφής, το οποίο σίγουρα ήταν τεράστιο, καθώς η πόλη ερημώθηκε, γεγονός που ανάγκασε το Μωάμεθ να λάβει έκτακτα μέτρα για τον εποικισμό της.

Η καταστροφή της άλλοτε κραταιάς Κωνσταντινούπολης όμως ήταν ολοκληρωτική. Η ένδοξη πρωτεύουσα του Βυζαντίου δεν θα μπορούσε ποτέ πια να αποκτήσει το κύρος και την αίγλη, τη δύναμη και τα πλούτη που είχε στο παρελθόν. Το σπουδαίο πνευματικό κέντρο που υπήρξε στα χίλια και πλέον χρόνια της ιστορίας της και κέρδισε τον θαυμασμό Ανατολής και Δύσης, είχε χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Ο ρους της ιστορίας είχε αλλάξει τροχιά.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1448 / ΑΝΟΙΞΗ 1449

Πεθαίνει ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος (Οκτώβριος) και διάδοχός του ορίζεται ο αδελφός του Κωνσταντίνος δεσπότης του Μορέως, που στέφεται στον Μυστρά (6 Ιανουαρίου) και γίνεται δεκτός παρά πάντων ασπασίως στην Κωνσταντινούπολη.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ / ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1451

Πεθαίνει ο Τούρκος Σουλτάνος Μουράτ Β’ και διάδοχός του ανακηρύσσεται στην Αδριανούπολη ο γιος του Μωάμεθ, ο Μεχεμέτ, Μεχέμετις, Μεχμέτης, Μεεμέτης των Βυζαντινών πηγών. Διατηρούνται οι σχέσεις λυκοφιλίας μεταξύ Βυζαντινών και Τούρκων: έστειλαν πρέσβεις χάριν παραμυθίας και της αρχής την καθεδρίαν προσαγορεύσοντες, τίνες τίνα;

Οι άρνες τον λύκον, οι στρουθοί τον όφιν, οι ψυχορραγούντες τον θάνατον υπό διαπραγμάτευση μεταξύ άλλων ως θέμα αιχμής η Τουρκική χορηγία για τη διαβίωση στην Κωνσταντινούπολη του Οθωμανού πρίγκιπα Ορχάν δυνάμει ανταπαιτητού του Μωάμεθ Β’ στο θρόνο. Δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα οι επαφές Βυζαντίου και Δύσης, ενώ αντίθετα ανανεώνεται η συνθήκη ειρήνης του Τούρκου ηγεμόνα με τη Βενετία και με τον Ιωάννη Ουνυάδη βοεβόδα της Τρανσυλβανίας και βασιλεύοντα της Ουγγαρίας.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ 1451 / ΑΝΟΙΞΗ 1452

Ο σχεδιασμός νέου φρουρίου στην Ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου αποκαλύπτει τις άμεσες κατακτητικές βλέψεις του Μωάμεθ για την Κωνσταντινούπολη σχετικό διάβημα διαμαρτυρίας από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα στο Σουλτάνο αποβαίνει άκαρπο.

ΜΑΡΤΙΟΣ / ΤΕΛΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1452

Οικοδομείται στο στενότερο και πιο δύσπλευστο σημείο του Βοσπόρου –κοντά στο ακρωτήριο Φονεύς– στην Ευρωπαϊκή ακτή το Βoghaz-kesen (αργότερα Rûmeli Hisary) απέναντι στο Gûzel Hisâr (γνωστό και ως Αnadolu Hisâry), που είχε κτίσει στην ασιατική πλευρά ήδη ο Βαγιαζήτ Α’ (1389-1402) με την επιλογή της θέσης, την άρτια κατασκευή, τον εξοπλισμό και την επάνδρωσή του ασχολείται ο ίδιος ο Μωάμεθ που έρχεται επί τόπου με ισχυρές δυνάμεις και την κλήσιν του κάστρου πασχεσέν εκέλευσε καλείσθαι.

Εξελληνιζόμενον δε ερμηνεύεται κεφαλοκόπτης ή λαιμοκοπίη σε άλλο κείμενο τα ονόματα αποδίδουν την άμεση και την έμμεση επίδραση του φρουρίου στην ευρύτερη περιοχή, αφού το λαιμός δηλώνει και το στενό η δίοδος του Βοσπόρου θα ελέγχεται πλέον απόλυτα από τους Τούρκους: αποκλείων (ενν. ο Μωάμεθ)... ου μόνον τας ηπείρους Ασίαν τε και Ευρώπην, αλλά δη και τας θαλάσσας αμφοτέρας, άνω μεν τον Εύξεινον Πόντον διά του Bοσπόρου, κάτω δε τον τε Αιγαίον και πάσαν την Ελληνικήν θάλασσαν διά του Ελλησπόντου.


ΙΟΥΝΙΟΣ / ΙΟΥΛΙΟΣ 1452

Λεηλασίες των Τούρκων στον ευρύτερο χώρο του νέου φρουρίου δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στους Βυζαντινούς και ο Κωνσταντίνος έκλεισε τας θύρας της πόλεως.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1452

Ο Μωάμεθ στην Αδριανούπολη οίκοι διάγων ουκ εδίδου ανάπαυσιν τοις βλεφάροις, αλλά και εν νυκτί και ημέρα την πάσαν φροντίδα της πόλεως είχε, πως αυτήν λάβοι, πως κύριος αυτής γένοιτο. Ο Τhurakaη Βeg–Τουραχάνης έρχεται εναντίον του Δεσποτάτου του Μορέωs και ο Qaragia Βeg–Kαρατζία πεγ κατεδαφίζει φρούρια στην Προποντίδα και στον Εύξεινο. Τεχνίτης δοκιμώτατος –Ούγγρος πιθανότατα–, μεταπηδά από τους Βυζαντινούς στους Τούρκους χάριν αδράς αμοιβής.

Αναλαμβάνει να κατασκευάσει κανόνι σε μέγεθος αποτελεσματικό για τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, χωνείαν μεγάλην πέτραν φέρουσαν υπερμεγέθη, όσον προς την αλκήν και το πάχος του τείχους της πόλεως. Βυζαντινές πρεσβείες για βοήθεια φθάνουν στην Ιταλία και στην Ουγγαρία ο Ιωάννης Ουνυάδης για την παροχή στρατιωτιkής ενίσχυσης ζητεί ως αντάλλαγμα τουλάχιστον την πόλη Μεσημβρία στον Εύξεινο Πόντο.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ / ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1452

Ενεργοποιούνται στοιχειωδώς και βαθμιαία η Βενετία και η Γένοβα ύστερα από σειρά σοβαρών Τουρκικών εχθρικών κινήσεων εναντίον δικών τους πολιτών: υποβάλλουν αιτήσεις για παρέμβαση στον Πάπα Νικόλαο Ε’ και σε Δυτικούς ηγεμόνες, και αποφασίζουν στρατιωτική ενίσχυση των εγκαταστάσεών τους στον Εύξεινο Πόντο και στο Πέραν. Στην Κωνσταντινούπολη γίνονται θερμά δεκτοί από τον Αυτοκράτορα ο Ελληνικής καταγωγής Ισίδωρος του Κιέβου, ως απεσταλμένος του Πάπα, και ο Λεονάρδος ο Χίος, Λατίνος επίσκοπος Μυτιλήνης.

Στους Βυζαντινούς υφίστανται δύο παρατάξειs: οι ανθενωτικοί και οι ενωτικοί στις 12 Δεκεμβρίου με συναίνεση και παρουσία του Κωνσταντίνου κηρύσσεται σε λειτουργίαν κοινήν… παρ’ Ιταλών και Γραικών στην Αγία Σοφία η ένωση των εκκλησιών προκαλώντας έντονη δημόσια αντίδραση των ανθενωτικών οι δε εν τη μεγάλη εκκλησία αθροισθέντες Xριστιανοί… έστερξαν τον της ενώσεως όρον, και αυτοί μετά συμφωνίας, ως ότι παρελθούσης της περιστάσεως των Τούρκων και γαλήνης γενομένης καθίσαντές τινες των ελλογίμων ίδωσι τους όρους, και ει έστι τι το μη ορθοτομούν, διορθώσωσιν.

Παράλληλα οι Κωνσταντινουπολίτες εκδεχόμενοι την άφιξιν του τυράννου εν έαρι προσπαθούν να καλύψουν συγκεκριμένες πρακτικές ανάγκες: εκ των ενόντων παρεσκευάζοντο, τάφρους τε καθαίροντες και τα πεπονηκότα του τείχους ανορθούντες, τας τε επάλξεις οπλίζοντες πύργων τε και μεταπυργίων, και το τείχος άπαν επισκευάζοντες κατά γην τε και θάλασσαν έτι δε όπλων τε και βελών συλλογήν εποιούντο και μηχανημάτων παντοίων, τα τε έξω των φρουρίων επεσκεύαζον, όπλα και φυλακάς επιπέμποντες, τας τε νήσους ησφαλίζοντο, μετά δε τον μέγαν λιμένα και το Kέρας άπαν, από γε των του Γαλατά νεωρίων μέχρι των Ευγενίου πυλών.

Ήπερ το στενότατον ην, αλύσεσι μακραίς διελάμβανον χρήματά τε από τε των κοινών και των ιδίων και των ιερών ξυνέλεγον, σίτόν τε και τα ες διατροφήν εσεκόμιζον, τοις τε άλλοις πάσιν ως δυνατόν εξηρτύοντο και τοις όλοις επεσκεύαζον την πόλιν τε και τα τείχη, ως κατά γην και θάλασσαν πολιορκηθησόμενοι. Απευθύνονται διεθνώς νέες εκκλήσεις για βοήθεια: παρά τον μέγαν αρχιερέα της Pώμης, ω και μάλλον είχον θαρρείν, έτι δε και παρά τους άλλους ηγεμόνας της Ιταλίας και των άλλων εσπερίων γενών, δεόμενοι ξυμμαχίας τε και επικουρίας την ταχίστην τυχείν.

ΜΕΣΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1452 / ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1453

Αποφασίζεται να παραμείνουν στην Κωνσταντινούπολη και να συμμετάσχουν στην άμυνά της όσα πλοία έχουν ελλιμενισθεί κατ’ εμπορίαν, όμως ένα μέρος τους (Βενετικά) δεν πειθαρχεί και αποχωρεί φυγαδεύοντας και εκατοντάδες άτομα (700).

ΑΡΧΕΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1453

Αρχίζει η κινητοποίηση των δυνάμεων του Μωάμεθ στην Αδριανούπολη, όπου και δοκιμάζεται το νέο μεγάλο κανόνι.

26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1453

Φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη δύο Γενουατικά πλοία με 700 ή 400 μισθοφόρους από τη Χίο υπό τις διαταγές του Giovanni Giustiniani Longo ο Ιωάννης Λόγγος εκ των Ιουστινιανών ή Ιωάννης Ιουστινιανός ή Ιουστίνος των Βυζαντινών κειμένων δυνατός τε και των ευ γεγονότων, αλλά δη και τα εις πόλεμον έμπειρος και μάλα γενναίος ονομάζεται πρωτοστράτωρ των χερσαίων δυνάμεων της Βασιλεύουσας.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ / ΜΑΡΤΙΟΣ 1453

Μεταφέρεται με ιδιαίτερη φροντίδα το μεγάλο κανόνι από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη: σέρνεται από 30 βοϊδάμαξες και συνοδεύεται από εκατοντάδες (500) άνδρες, που ανάμεσά τους περιλαμβάνονται και μηχανικοί για να αντιμετωπίζουν με ειδικές κατασκευές τις ανωμαλίες του εδάφους. Γίνονται νέες επιχειρήσεις του Qaragia Βeg με στόχο φρούρια στην Προποντίδα και στον Εύξεινο.

ΑΡΧΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ / 6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ

Συγκεντρώνονται σταδιακά τα στρατιωτικά σώματα του Μωάμεθ και παίρνουν θέση στα χερσαία τείχη της Κωνσταντινούπολης η Βασιλεύουσα σταδιακά αποκλείεται από ξηράς.


ΜΕΣΑ / ΤΕΛΗ ΜΑΡΤΙΟΥ

Οι Βυζαντινοί ενισχύουν τα τείχη, χερσαία και θαλάσσια. H αντίθεση ενωτικών και ανθενωτικών είναι πάντοτε αισθητή ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς λέγεται ότι ότε είδον οι Pωμαίοι τον αναρίθμητον στρατόν των Τούρκων, είπε «κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν».

Καθορίζονται τα σημεία άμυνας και οι υπερασπιστές τους Βυζαντινοί, Βενετοί και Γενουάτες ο ίδιος ο Αυτοκράτορας προασπίζει μάχιμες καίριες θέσεις και κυρίως την κεντρική χερσαία πύλη, την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ενώ σώμα ενόπλων θα κινείται σε διάφορα σημεία στο εσωτερικό της πόλης το σύνολο των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης υπολογίζεται στις 50.000, ενώ οι ένοπλοι οι Βυζαντινοί στις 5.000 και 2.000 οι ξένοι, που είναι κυρίως Γενουάτες και Βενετοί και γαρ εύκολον αν ειπείν είναι ένα Pωμαίων προς είκοσι Τούρκους.

ΤΕΛΗ ΜΑΡΤΙΟΥ

Εξακολουθούν να γίνονται κάποιες κινήσεις των Δυτικών «συμμάχων», πυκνότερες τώρα αλλά χλιαρές και ανιχνευτικές για το δικό τους συμφέρον και οι των του Γαλατά Γενουίται, και προ του ελθείν τον τύραννον έτι όντα εν Αδριανουπόλει, έστειλαν πρέσβεις αγγέλλοντες την εις αυτόν ακραιφνή φιλίαν.

2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Κλείνει με αλυσίδα η είσοδος του Κεράτιου κόλπου.

5 / 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Έναρξη τηs πολιορκίας ο στρατός ξηράς του Μωάμεθ τοποθετείται σε σχέση με τα τείχη και με κατεύθυνση από ΒΑ προς ΝΔ με την ακόλουθη διάταξη: ο Saghaηos Pasa –Ζάγανος στο τμήμα από τον Γαλατά έως την Ξυλίνη Πύλη ο Qaragia Βeg–Kαρατζίας, επικεφαλής των Ευρωπαϊκών σωμάτων στο τμήμα από την Ξυλίνη Πύλη έως την Πύλη του Χαρισίου ο Chalil Pasa–Χαλίλης και ο Sarugia Pasa–Σαρατζίας με τον Μωάμεθ στην περιοχή του Μεσοτειχίου ο Ιshaq Pasa–Ισαάκιος, Ισαάκ επικεφαλής των Ασιατικών σωμάτων στο τμήμα από την Πύλη του Μυριανδρίου έως την Χρυσή Πύλη.

Ο όγκος των στρατευμάτων του σουλτάνου παραδίδεται σε ποικίλα μεγέθη από τις πηγές (160.000 – 700.000 άνδρες) πιθανότερος φαίνεται ο αριθμόs των 260.000 – 400.000 ανδρών.

9 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Οι Κωνσταντινουπολίτες ενισχύουν τη φύλαξη της εισόδου του Κεράτιου με πλοία (10 – 40 κατά τις πηγές) ορμαθηδόν πίσω από την αλυσίδα.

11 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Τοποθετούνται στις οριστικές θέσεις τους τα κανόνια του Μωάμεθ κύριοι στόχοι είναι το αυτοκρατορικό παλάτι στις Βλαχέρνες και οι σημαντικότερες πύλες των τειχών: τα τρία ισχυρότερα κανόνια παρατάσσονται στο Μεσοτείχιον το μεγάλο κανόνι σκοπεύει την Πύλη του Αγίου Ρωμανού το μέγεθός του και οι δυνατότητές του παραδίδονται εξαιρετικές, μεταξύ θρύλου και πραγματικότητας, τέρας τι φοβερόν και εξαίσιον με ήχο βολής ουρανόβροντον: είναι πράγμα φοβερώτατον ιδείν και ες ακοήν όλως άπιστόν τε και δυσπαράδεκτον.

12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Αρχίζουν συνεχείς κανονιοβολισμοί των χερσαίων τειχών ημέρα και νύχτα, γίνεται σταδιακή επιχωμάτωση της τάφρου με διάφορα στερεά υλικά και ανοίγονται υπόγειες διαβάσεις κάτω από τα τείχη. Οι Βυζαντινοί με επινοητικότητα προσπαθούν με ειδικές κατασκευές να εξουδετερώσουν τις βολές, να κλείσουν με κάθε μέσον τα ρήγματα στα τείχη και να δημιουργήσουν νέα προκαλύμματα και προμαχώνες.

Χρησιμοποιούν σάκους με μαλλί, δέρματα, μεγάλα ξύλινα δοχεία γεμάτα χώμα και ένα είδος τειχίσματος από πηλό ενισχυμένο με ποικίλα υλικά, π.χ. λίθους, ξύλα, χόρτα, δεμάτια από κληματόβεργες ή καλάμια ευρώστως ηγωνίζοντο μαχόμενοί τε γενναίως και αντιμηχανώμενοι προς τα παρ’ αυτών και άπρακτα δεικνύντες. Οι ναυτικές δυνάμεις του Σουλτάνου υπό τις διαταγέs του Βουλγαρικής καταγωγής Βalta–Οglu, του Πάλδα ή Παλτόγλη των Βυζαντινών, συγκεντρώνονται στο Διπλοκιόνιον στον Βόσπορο (70 – 400 πλοία κατά τιs πηγές) επιδράμουν στα φρούρια Θεραπείου και Στουδίου καθώς και στην Πρίγκιπο.

13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

H κυβέρνηση της Γένοβας καλεί εγγράφως όσους πολίτες της βρίσκονται στην Ανατολή να συνδράμουν τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον αδελφό του Δημήτριο, δεσπότη του Μορέως.

18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

2 – 6 τα ξημερώματα γίνεται η πρώτη επίθεση και απώθηση των Τούρκων στα τείχη.

19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Ξεκινάει από τη Βενετία γαλέρα με σκοπό να συνδράμει τους πολιορκούμενους στην Κωνσταντινούπολη, έχει όμως εντολή να προσεγγίσει προσεκτικά και όχι πριν από τις 20 Μαΐου.

20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Τρία εμπορικά Γενοβέζικα πλοία με όπλα, στρατιώτες και τρόφιμα από τη Χίο υπό τις διαταγές Γενουατών και ένα Βυζαντινό με στάρι από τη Σικελία υπό τις διαταγές του Francesco Lecanella, τούνομα Φλαντανελάς, περνούν στην Προποντίδα και μετά τρίωρη μάχη με τα Τουρκικά πλοία μπαίνουν στον Κεράτιο ο Μωάμεθ εξοργισμένος «υπό της άγαν αλαζονείας ορμήσας εν τη θαλάσση εποχούμενος ίππω, εφαντάζετο σχίζειν την θάλασσαν και έως αυτών των νηών διά του ίππου πλεύσαι», ραβδίζει με τα ίδια του τα χέρια τον Παλτόγλη και την επομένη διορίζει νέο αρχηγό του στόλου τον Hamza Βeg–Χαμουζά.


21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Καταστρέφεται από τους κανονιοβολισμούς ένας πύργος και μέρος του τείχους.

22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Ο Μωάμεθ τεχνάζεται γενναίον τι και ανδρείον σόφισμα: μεταφέρονται διά ξηράς Τουρκικά πλοία μέσα στον Κεράτιο η μεταφορά γίνεται πανηγυρικά και με τυμπανοκρουσίες από ειδικά διαμορφωμένο δίοδο, δίολκο, στην περιοχή του Γαλατά, από το Διπλοκιόνιον έως απέναντι στο Κοσμίδιον περίπου και ην ιδείν θέαμα ξένον και ακοαίς άπιστον πλην των τεθεαμένων ο Σουλτάνος την γην εθαλάσσωσεν και την ξηράν ως υγράν διαβάς τους Ρωμαίους ηφάνισε.

23 / 28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Οι Κωνσταντινουπολίτες προσπαθούν να ενισχύσουν τη φύλαξη των θαλάσσιων τειχών γίνονται ποικίλα σχέδια επίθεσης στα Τουρκικά πλοία, που εν μέρει καταδίδονται από κάποιον Γενοβέζο στον Μωάμεθ, και καταλήγουν σε αποτυχία και απώλειες.

1 / 2 ΜΑΙΟΥ

Συνεχίζονται οι κανονιοβολισμοί με ειδικέs φροντίδες για να μην εκραγεί η μεγάλη χωνεία και με συνδυασμούς και επιλογή των σημείων βολής για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Οι Γενουάτες του Γαλατά με ιδιαίτερη προσοχή λειτουργούν ως σύμμαχοι και με τους Τούρκους και με τους Βυζαντινούς, αποκαλύπτοντας μερικές φορές στους πρώτους τούς αμυντικούς σχεδιασμούς του συμπατριώτη τους Ιωάννη Ιουστινιάνη. Στους πολιορκούμενους είναι πια ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων.

3 ΜΑΙΟΥ

Φήμες για βοήθεια από Βενετία και Ιωάννη Ουνυάδη κυκλοφορούν και στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

3 / 6 ΜΑΙΟΥ

Ισχυροί κανονιοβολισμοί στον Κεράτιο (και στα τείχη και στα πλοία) από κανόνια του Σουλτάνου που μεταφέρθηκαν στον Γαλατά οδηγούν σε προσωρινή απόσυρση των πλοίων από την άλυσο.

7 ΜΑΙΟΥ

Γίνεται αποτυχημένη επίθεση κατά των χερσαίων τειχών με 30.000 άνδρες και ισχυρές απώλειες για τους Τούρκους. H σύγκλητος της Βενετίας αποφασίζει να στείλει δώρα στον Μωάμεθ (αξίας 500 χρυσών δουκάτων) και στόλο υπό τον Jacopo Loredan για βοήθεια στους Κωνσταντινουπολίτες με πολύ αυστηρές και συγκεριμένες οδηγίες για προσεκτική συμπεριφορά απέναντι στους Τούρκους.

8 ΜΑΙΟΥ

Ορίζεται και αποστέλλεται με τον στόλο Βενετός πρεσβευτής προs τον Μωάμεθ. Βολές από το μεγάλο κανόνι στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού.

11 ΜΑΙΟΥ

Σοβαρές καταστροφές από κανονιοβολισμούς στα χερσαία τείχη.

12 ΜΑΙΟΥ

Μεγάλη επίθεση του Μωάμεθ πραγματοποιείται με δύναμη 50.000 ανδρών τα μεσάνυχτα σε μάχη κοντά στα ανάκτορα σημειώνονται μεγάλες απώλειες και για τα δύο μέρη. Ο Αυτοκράτορας δεν ακολουθεί προτροπή από ανθρώπους του περιβάλλοντός του να εγκαταλείψει την Πόλη.

14 ΜΑΙΟΥ

Προσβολές στα βορειότερα σημεία των θαλάσσιων τειχών από τα κανόνια που είχαν μεταφερθεί στον Γαλατά αποφασίζεται νέα μεταφορά τους απέναντι από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι κανονιοβολισμοί είναι σχεδόν αδιάκοποι μέρα νύχτα και οι καταστροφές σημαντικές.

15 ΜΑΙΟΥ

Στη Βενετία η σύγκλητος σε συνέχεια Παπικής πρότασης (η πρόταση έγινε την 1η Μαΐου και κάλυπτε και τη δαπάνη) δέχεται να επανδρώσει πέντε πλοία που θα σταλούν να ενισχύσουν τους Κωνσταντινουπολίτες.

16 / 17 ΜΑΙΟΥ

Τούρκικα πειρατικά καράβια επιτίθενται στα πλοία που φυλάσσουν την αλυσίδα του Κεράτιου.

18 ΜΑΙΟΥ

Οι Τούρκοι στήνουν μεγάλο ξύλινο κινητό πύργο επάνω σε τροχούς κοντά στην πύλη του Αγ. Ρωμανού μπροστά στο χείλος της Τάφρου την οποία αρχίζουν να γεμίζουν. Οι Βυζαντινοί όμως τους απωθούν, αδειάζουν την τάφρο και επισκευάζουν τις ζημιές. Αδημονία και ανησυχία κυριαρχεί στο στρατόπεδο των Τούρκων

19 ΜΑΙΟΥ

Κατασκευάζεται γέφυρα στο μυχό του Κεράτιου στο ύψος της Πόρτας των Κυνηγών από οινοδόχα αγγεία υπέρ τα χίλια που συνέδεσαν και επέστρωσαν με σανίδες ώστε απόνως πέντε κατά πλάτος διέρχεσθαι στρατιώτας πεζούς.

21 ΜΑΙΟΥ

Ο Κωνσταντίνος δεν δέχεται πρόταση του Μωάμεθ, να παραδώσει την πόλη με αντάλλαγμα την ελευθερία και την περιουσία του ίδιου και των αρχόντων του: το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστι ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών.

20 / 25 ΜΑΙΟΥ

Οι κανονιοβολισμοί και οι υπόγειες στοές (τουλάχιστον επτά) που διαρκώς δημιουργούνται αποδυναμώνουν συνεχώς τα χερσαία τείχη.


25 / 26 ΜΑΙΟΥ

Συμβαίνουν διάφορα εντυπωσιακά δυσοίωνα: πέφτει κάτω η εικόνα της Παναγίας κατά τη λιτάνευσή της και τούτο παρά δόξαν γεγονός φρίκην τε πολλήν και αγωνίαν μεγίστην και φόβος πάσιν ενέβαλεν επί πλέον ξεσπά μεγάλη νεροποντή με βροντές, αστραπές και χαλάζι, ενώ την επομένη νέφος βαθύ την πόλιν πάσαν περιεκάλυψε από πρωις βαθείας έως εσπέρας. Σχεδιάζεται η τελική Τουρκική επίθεση: στα χερσαία τείχη θα είναι οι Qaragia Βeg, Ιshaq Pasa, Sarugia Pasa και ο ίδιος ο Μωάμεθ, στα θαλάσσια τείχη στον Κεράτιο ο Saghanos Pasa και στα θαλάσσια τείχη στην Προποντίδα ο επικεφαλής του στόλου Hamza Βeg.

26 / 27 ΜΑΙΟΥ

Ο Τουρκικός στρατός προετοιμάζεται με νηστεία. Φωτοχυσία και θορυβώδεις νυχτερινοί εορτασμοί στο Τουρκικό στρατόπεδο πανικοβάλλουν τους πολιορκούμενους ο Μωάμεθ επρόσταττε εν πάση σκηνή φώτα μεγάλα και πυρκαιάς ανάψαι, και των φώτων αναφθέντων πάντας συν ήχω και βοή αλαλάξαι την μιαράν αυτών φωνήν την δηλούσαν την αυτών ασέβειαν τα φώτα υπέρ τον ήλιον έλαμπον την πάσαν πόλιν, τον Γαλατάν. Oι Bυζαντινοί ορώντες αυτών τας ορχήσεις, και τας ευφροσύνους ακούοντες αλαλαγάς τας γενομένας προεώρων το μέλλον.

27 ΜΑΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

O τύρρανος ήρξατο συνάπτειν πόλεμον καθολικόν. Ο βομβαρδισμός άρχισε με ιδιαίτερη ένταση και εναντίον των χερσαίων τειχών και εναντίον του τείχους του Κεράτιου.

28 ΜΑΙΟΥ

Ο Μωάμεθ ανακοινώνει στο στρατό του ότι την επομένη θα γίνει η μεγάλη επίθεση, επακολουθεί γενική κινητοποίηση: υποσχέσεις ανταμοιβών στους στρατιώτες, προσευχές και ηθική ενίσχυση, ενεργοποίηση ποικίλων πολιορκητικών κατασκευών, αλλεπάλληλοι κανονιοβολισμοί. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο Giovanni Giustiniani Longo υπερασπίζουν την Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Η Κων/πολη προετοιμαζόταν πυρετωδώς για τη μεγάλη επίθεση. Ταυτόχρονα ο κόσμος προσευχόταν και έγιναν λιτανείες με περιφορές εικόνων μπροστά στα κατεστραμμένα τείχη.

Το βράδυ έγινε κατανυκτική λειτουργία στην Αγία Σοφία που έμελλε να είναι και η τελευταία. Ό Καίσαρ κι οι άρχοντες εγύριζαν όλη την πόλη. με δάκρυα και θρήνους ικέτευαν τους αρχηγούς και τους στρατηγούς, όλους τους στρατιώτες κι όλο το λαό να μην χάνουν τις ελπίδες τους, να μην κάνουν βήμα πίσω - αλλά με θάρρος κι ακλόνητη πίστη χτυπάτε τους εχθρούς κι ο Κύριος και θεός μας θα μας βοηθήσει.

Κι επρόσταξε να σημαίνουν όλες οι καμπάνες συναγερμό των πάντων, σύσσωμος ο λαός έτρεχε στα τείχη κι επολέμαγε τους Τούρκους. έγινε φονικός πόλεμος, φριχτό κι αβάσταχτο ήταν να βλέπεις τόση ανδρεία και παρατολμία. Ό Πατριάρχης κι όλη η σύνοδος έκαναν δεήσεις στον μεγάλο ιερό ναό, παρακαλώντας αδιάκοπα από το θεό και την υπεραγία Θεοτόκο βοήθεια και θάρρος κατά των εχθρών. Όταν άκουσε τις καμπάνες, έλαβε τις σεπτές εικόνες, εβγήκε μπροστά στην εκκλησία και γονατιστός ευλόγησε την Πόλη με το σταυρό κι έλεγε κλαίγοντας:

"Ανάστα, Κύριος ο θεός και βοήθησε μας την έσχατη τούτην ώρα της καταστροφής μας, μην αποστραφείς διαπαντός τα πλάσματα σου και μη δώσεις την κληρονομία σου βορά στους ανθρωποφάγους για να μην ειπούν: "Που είναι ο Θεός τους;", αλλά να ιδούν ότι εσύ είσαι ο θεός μας, ο Κύριος μας Ιησούς Χρίστος προς δόξα του θεού πατρός". Κι αυτά τα ίδια αναφώνησε και στην υπεραγία Θεοτόκο:

"Ω, υπεραγία Δέσποινα, άπλωσε το χέρι ενώπιον του υιού σου και Θεού μας, προστάτεψέ μας Δέσποινα, από την οργή του Θεού κι από τον όλεθρο μας, γιατί αύτη τη στιγμή, Πάναγνη και Υπεράμωμη, είμαστε μπροστά στου άδη το στόμα: έλα, φιλέσπλαχνη και φιλάνθρωπη, και σώσε μας, πάρε μας στη δεξιά σου προτού μας καταβροχθίσει ο άδης κι όλοι θα δοξάζουν, και θα ευχαριστούν το υπεράγιο κι υπέρλαμπρο όνομα σου". Αυτά έλεγαν και προσεύχονταν δίχως να σταματούν.

29 ΜΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΟΣΙΑΣ

H επίθεση αρχίζει στις τρεις τη νύχτα, κύριος στόχος είναι η Πύλη του Αγίου Ρωμανού, γίνονται αλλεπάλληλεs προσπάθειες εισόδου στα τείχη, ενώ εξακολουθούν οι κανονιοβολισμοί, παρά τη σθεναρά αντίσταση των πολιορκουμένων, σχεδόν ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η διείσδυση των Τούρκων από την Κερκόπορτα και από την Πύλη του Χαρισίου, η Κερκόπορτα είναι υπόγεια κρυφή παλιά είσοδος, παραπόρτιον, κοντά στο παλάτι που είχαν πρόσφατα ανοίξει για τις δικές τους ανάγκες οι Βυζαντινοί.

Ο Giovanni Giustiniani Longo, πιθανόν τραυματισμένος, απομακρύνεται από το πεδίο της μάχης και καταφεύγει στο πλοίο του. Kοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού γίνεται σφοδρή μάχη σώμα με σώμα, ην ουν παρ’ αμφοτέρων κραυγή πολλή και βία ξυμμιγής, βλασφημούντων, υβριζόντων, απειλούντων, ωθούντων, ωθουμένων, βαλλόντων, βαλλομένων, κτεινόντων, κτεινομένων, πάντα δεινά ποιούντων μετά θυμού και οργής, εκεί μάλλον σκοτώνεται και ο Αυτοκράτορας, είλε το ξυναποθανείν τη πατρίδι τε και τοις αρχομένοις, μάλλον δε και προαποθανείν αυτός, όπως μη ταύτην τε αλούσαν επίδοι.

Επικρατεί πανικός και όλοι κατακτητές και μη κατευθύνονται προς το κέντρο της πόλη. Θρίαμβος, λεηλασία, αγριότητα και βιαιοπραγίες για τους κατακτητές, σφαγή, αιχμαλωσία, κάθε είδους ατίμωση για τους κατακτημένους, μεταξύ των νεκρών περιλαμβάνεται και ο Τούρκος πρίγκιπας Ορχάν. Oύτως δε πάσαν ταύτην εκκένωσε (ενν. ο Mωάμεθ) και ηρήμωσε και πυρός δίκην ηφάνισε και ημαύρωσεν ώσθ’ όλως απιστηθήναι ει και ην εν αυτή ποτε ή ανθρώπων οίκησις ή πλούτος ή περιουσία πόλεως ή άλλη τις κατ’ οίκον κατασκευή τε και περιφάνεια, και ταύτα ούτω λαμπράς και μεγάλης υπαρχούσης πόλεως.

Αιχμαλωτίζεται και θανατώνεται την επομένη ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς. Οι Γενουάτες του Πέραν συνθηκολογούν με τον Μωάμεθ: οι εν τω Γαλατά, ως είδος την πόλιν εχομένην ήδη και διαρπαζομένην, ευθύς προσεχώρησαν ομολογία τω βασιλεί (δηλ. τον Μωάμεθ) επί τω μηδέν τι κακόν παθείν, και ανοίξαντες τας πύλας εσεδέχοντο τον Zάγανον μετά της στρατιάς, και αυτοί ουδέν όλως ηδίκοντο.


Διαφεύγουν δεκαέξι πλοία και ελάχιστοι από τουs έγκλειστους, ανάμεσά τους μερικοί από αυτούς που κατέγραψαν την Άλωση: ο Γεώργιος Σφραντζής, ο Jacopo Τedaldi, ο Νicolo Βarbaro, θριαμβευτική είσοδοs του Μωάμεθ έφιππου στην Πόλη, στο κέντρο της και την Αγία Σοφία. Οι Τούρκοι αρχίζουν την επίθεση από την πύλη του Αγ. Ρωμανού όπου το τείχος ήταν σχεδόν κατεστραμμένο. Οι πρώτες επιθέσεις αποκρούσθηκαν μετά από μάχη σώμα με σώμα στις οποίες ήταν παρόντες ο Ιουστινιάνης και ο Κων/νος. Σ' αυτή τη μάχη τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης και κατέφυγε στο Γαλατά.

Η κακή τύχη ηθέλησε και ελαβώθη ο καπετάνιος Γιουστουνιάς ( Ιουστινιάνης) με μια σαϊττέα εις τα σαγόνια και έτρεχε το αίμα εισέ όλο του το κορμί, και εσκιάχθη να μην αποθάνη, και δεν εμίλησε λόγον να βάλη άλλον εις τον τόπον του, μόνε άφησε τον πόλεμον καί έφυγε κρυφά, δια να μην τζακιστούνε οι σύντροφοι του. Και εμπήκανε οι εχθροί μέσα. Οπού αν ήθελε αφήσει άλλον εις τον τόπον τον, δεν ηθέλανε εμπή, οι εχθροί και ήθελε κρατεί τον πόλεμον και δεν ήθελε χάσει την χωράν, τόσο ότι ακόμα αντιστέκανε οι Ρωμαίοι και πολεμούσανε ανδρείως- και εσκλήρυνε πολλά ο πόλεμος.

Και ο βασιλεύς, ωσάν· έμαθε ότι ελαβώθη ο καπετάνιος και έφυγε, τότε επήγαινε με αναστεναγμόν να τον ευρή, και ερωτά πού 'να τον ευρή. Και οι πολεμιστάόες, οι σύντροφοι του, επολεμούσανε χωρίς καπετάνιο. αμή αρχίσανε και αυτοί και άφηναν τον πόλεμον και εφεύγανε. Τότε επηρανε οι Τούρκοι θάρρος πολύ και οι Ρωμαίοι εόειλιάσανε πολλά. Και ετούτα εγίνισαν διατί έφυγε ο καπετάνιος, οπού έκαμνε χρεία να στέκη και να πολεμά έως να αποθάνη εις την τιμήν του, και ήθελε διδει θάρρος και των συντρόφων του, διατί όλη η δύναμη του Τούρκου ήτανε εις εκείνην την μερέα.

Και οι ελεεινοί Ρωμαίοι αμή ελιγοστεύανε και δεν ημπορουσανε να αντισταθούνε εισέ τόσο πλήθος Τούρκων. (Βαρβερινός κώδικας). Η αποχώρηση του Ιουστινιάνη προκάλεσε σύγχυση και οι Τούρκοι άρχισαν να εισβάλλουν στην Πόλη κατά μάζες. Ακολούθησε η τελική αντίσταση κατά την οποία ο Κων/νος έπεσε πολεμώντας ως απλός στρατιώτης. Κι o Καίσαρ, όταν άκουσε πώς έγινε πια το θέλημα του Θεού, επήγε στη μεγάλη εκκλησία, έπεσε και προσκύνησε ζητώντας έλεος από το Θεό κι άφεση αμαρτιών.

Αποχαιρέτισε τον Πατριάρχη, όλο τον υπόλοιπο κλήρο, τη ρήγισσα, προσκύνησε σ' όλα τα σημεία κι εβγήκε από το ναό, πίσω εβόησε όλος ο κλήρος κι όλοι όσοι βρέθηκαν τότε εκεί, γυναίκες και παιδιά αμέτρητα τον ξεπροβόδισαν με θρήνους κι αναστεναγμούς, τόσο που έλεγες ότι η μεγάλη εκκλησία εσάλεψε από τον τόπο της, κι εμένα μου φαίνεται ότι ή βουή τους θα έφτασε κείνη τη στιγμή ίσαμε τον ουρανό. Καθώς έβγήκε από την εκκλησία είπε ένα μονό:

"Όποιος θέλει να θυσιαστεί για τους ιερούς ναούς και την ορθόδοξη πίστη μας, ας με ακολουθήσει" και καβαλίκεψε το φαρί του κι ετράβηξε για τη Χρυσή Πύλη - εκεί ενόμισε ότι θα βρει τον άπιστο. Τον ακολούθησαν ως τρεις χιλιάδες πολεμιστές. Μπροστά στην πύλη είδαν πάρα πολλούς Τούρκους πού καρτερούσαν να πιάσουν τον καίσαρα. Τους εσκότωσαν όλους αυτούς. 'Έτσι ο Καίσαρ έφτασε ίσαμε την πύλη, μα από τους πολλούς σκοτωμένους δεν ημπορούσε να προχωρήσει άλλο και πάλι βρέθηκαν μπροστά του άλλοι Τούρκοι κι έπολέμησαν και μ' αυτούς ως το θάνατο.

Εκεί έπεσε ο ευσεβής Καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους, κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: "Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ' αποθάνει". Γιατί οι αμαρτίες έρχεται ή ώρα και κρίνονται από το θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες κι οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών.

29η ΜΑΙΟΥ / 2:30 ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε καταλυθεί. Καμιάς πολιτείας η πτώση δεν θρηνήθηκε τόσο πολύ όσο της Πόλης του Ελληνισμού, επειδή ως το 1453 είχε παραμείνει το αδούλωτο προπύργιο του Βυζαντινού κράτους. Η αντίσταση των πολιορκουμένων μπροστά στους πολυάριθμους άπιστους για την πατρίδα και τη θρησκεία, έμεινε χαραγμένη στον υπόδουλο Ελληνισμό και δημιούργησε την εθνική συνείδηση στους 4 αιώνες σκλαβιάς. ....

Οι Έλληνες μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη, άλλοι άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πολλοί πάνω στα πλοία βιαστικά και με ακαταστασία χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Και έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Με θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση... Ένα μεγάλο πλήθος άνδρες και γυναίκες, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, που ονομάζεται Αγια Σοφιά.

Μαζεύτηκαν εδώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Τούρκους χωρίς αντίσταση. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μέσα στο ναό από τους Τούρκους. Άλλοι πάλι σ' άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για που. Σε λίγο άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως από τους Έλληνες φάνηκαν γενναίοι αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους.


"Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν". Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, "Απόδειξις ιστοριών" (μετάφραση). Ο λαός διέδιδε με το τραγούδι του το σκληρό μήνυμα ως θέλημα Θεού. Πήραν την πόλιν, πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη, πήραν και την Αγία Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, που είχε τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυό καμπάνες κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Σιμά να βγουν τά άξια κι ο βασιλιάς του κόσμου φωνή τους ηρθ' εξ ουρανου κι απ' Αρχαγγέλου στόμα.

Στις 2:30 το μεσημέρι η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σύμβολο του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, είχε καταλυθεί.

31 ΜΑΙΟΥ

Ο Μωάμεθ διατάσσει επίσημα τη διακοπή των βιαιοπραγιών και απομακρύνει τους στρατιώτες και τα πληρώματα των πλοίων και ην ιδείν την άπασαν πόλιν εν ταις σκηναίς του φοσσάτου, την δε πόλιν έρημον νεκράν κειμένην, γυμνήν άφωνον, μη έχουσαν είδος ουδέ κάλλος. Περί μεν τους του Bυζαντίου Ελληνας τοσαύτα εγένετο, δοκεί δε η ξυμφορά αύτη μεγίστη των κατά τήν οικουμένην γενομένων υπερβαλέσθαι τω πάθει.

Εάλω τοίνυν επί Kωνσταντίνου βασιλέως, εβδόμου Παλαιολόγου, ενάτη και εικοστή φθίνοντος Mαιου παρά Pωμαίοις, εξήκοντος έτους των απ’ αρχής ενός τε και εξηκοστού παρά τοις εννακοσίοις τε κα εξακισχιλίοις, από δε κτίσεώς τε και ξυνοικήσεως ταύτης έτεσι τέτταρσι και είκοσι και εκατόν προς τοις χιλίοις.

Η ΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Η είδηση για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στις Ελληνικές περιοχές. Όσοι διέφυγαν από την Πόλη, μετέφεραν τη δυσάρεστη εξέλιξη αρχικά στις πλησιέστερες περιοχές και τα νησιά, στα οποία κατέφυγαν. Το κύμα των Ελλήνων και Λατίνων προσφύγων άρχισε να διαχέεται τις εβδομάδες που ακολούθησαν παντού. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά που κατόρθωσαν να επιζήσουν της αιματηρής εισβολής, ύστερα από μεγάλες περιπέτειες βρέθηκαν στη Λέσβο, τη Ρόδο και την Κύπρο, όπου αντιμετωπίστηκαν με συμπάθεια από τους ντόπιους κατοίκους.

Στη Χίο, η οποία βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Γενουατών, μεταξύ των προσφύγων που κατέφυγαν στο νησί ήταν ο Γενουάτης Λεονάρδος ο Χίος, Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Λέσβου. Σε μακροσκελή επιστολή-έκθεσή του προς τον Πάπα Νικόλαο Ε’ στις 16 Αυγούστου 1453, περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε στην Κωνσταντινούπολη. Οι Βενετικές κτήσεις τηs Εύβοιας, της Κρήτης, της Μεθώνης, της Κορώνης και της Κέρκυρας υπήρξαν επίσης χώροι υποδοχής δεκάδων προσφύγων. Μέσω των πλοίων που κινούνταν διαρκώς στο Αιγαίο το άσχημο νέο έγινε γνωστό σύντομα στη Δύση. Kαι εκεί, σύμφωνα με τις πηγές, προξένησε μεγάλη θλίψη.

Στην Πελοπόννησο, που αποτελούσε τη μοναδική πλέον ελεύθερη Βυζαντινή περιοχή, η είδηση της Άλωσης γνωστοποιήθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο. Την ανακοίνωσε ο ιστορικός Γεώργιος Σφραντζής ο οποίος, από τον Μάιο ώς τον Σεπτέμβριο του 1453, γνώρισε μια προσωπική περιπέτεια. Kατά την κατάληψη της Πόλης αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και πωλήθηκε σαν σκλάβος. Τελικά εξαγοράστηκε και κατέφυγε στο Μυστρά, στην αυλή των δεσποτών Θωμά και Δημητρίου Παλαιολόγων, αδελφών του Κωνσταντίνου.

Για τις αντιδράσεις που υπήρξαν στις Ελληνικές περιοχές έχουν διασωθεί αρκετές μαρτυρίες στους χρονογράφους της εποχής. Αποκαλυπτική είναι η σχετική αναφορά του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη. Τη Βυζαντίου συμφοράν μετέφεραν στην Εύβοια Γενουατικά πλοία τα οποία κατόρθωσαν να ξεφύγουν μέσα στη σύγχυση που δημιουργήθηκε. Αμέσως διαδόθηκε το νέο στις γειτονικές περιοχές όπου, όπως ήταν αναμενόμενο, επικράτησε πανικός. Όλοι οι κάτοικοι αναζήτησαν τρόπους διαφυγής, καθώς θεωρούσαν ότι σύντομα θα γνώριζαν την ίδια τύχη.

Όπως συμπληρώνει παραστατικά ο ιστορικός της Άλωσης και αι νήσοι αι εν τω Αιγαίω σχεδόν τι ξύμπασαι ώρμηντο ες φυγήν, και οι ηγεμόνες των Ελλήνων και οι περί Πελοπόννησον συμφορά πεπληγμένοι ώρμηντο επί την θάλασσαν. Σε αρκετά χειρόγραφα προερχόμενα από διάφορεs Ελληνικές περιοχές σώζονται ενθυμήσεις που αποτυπώνουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τον πόνο του απλού κόσμου μόλις πληροφορήθηκε την Άλωση.

Ανάμεσα στα κείμενα αυτού του είδους, ξεχωρίζει εκείνο που διασώζεται στο Χρονικόν του Λεόντιου Μαχαιρά, στο οποίο περιγράφεται η αντίδραση της βασίλισσας της Κύπρου Ελένης Παλαιολογίνας, κόρης του δεσπότη του Μοριά Θεοδώρου Β’ Παλαιολόγου και ανιψιάς του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα. Με την αναγγελία ότι επήρεν ο άνομος Τούρκος την Πόλιν τη 29η Μαίου, εποίκεν μεγάλην λύπην η άνωθεν ρήγαινα εις την Κύπρον, σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Στις Μονωδίες γνωστών λογίων ιερωμένων -όπως του Ιωάννη Ευγενικού, του Ματθαίου Καμαριώτη, του Μανουήλ Χριστώνυμου και του Ανδρόνικου Κάλλιστου- διακρίνεται όλη η πικρία για την απώλεια της Κωνσταντινούπολης. Η αποκατάσταση της προγενέστερης κατάστασης, όπως αφήνεται να εννοηθεί, ήταν θέμα χρόνου. Στους έμμετρους θρήνους που γράφονται, από ανώνυμους κατά κανόνα συντάκτες, εγκωμιάζονται οι ηρωικές πράξεις των τελευταίων υπερασπιστών της Πόλης. Προέκτασή τους αποτέλεσαν οι λαϊκοί θρύλοι που αναπτύχθηκαν τα επόμενα χρόνια σχετικά με την Άλωση, μεταδομένοι από τους Κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες.


Οι μακραίωνοι δεσμοί που συνέδεαν την Κρήτη με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, παρά το γεγονός ότι το νησί από τις αρχές του 13ου αιώνα είχε περιέλθει στο Βενετικό κράτος, παρέμεναν άρρηκτοι. Φυσικό λοιπόν ήταν να κινητοποιηθεί ο πληθυσμός του νησιού μπροστά στον κίνδυνο που αντιμετώπιζε η Κωνσταντινούπολη. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας, τέσσερα Κρητικά εμπορικά πλοία διέσπασαν τον ασφυκτικό κλοιό και μπήκαν στον Κεράτιο Κόλπο μεταφέροντας τρόφιμα.

Αλλά και κατά το κρίσιμο διάστημα τηs τουρκικής επίθεσης η βοήθεια που προσφέρθηκε από τους Κρητικούς ήταν αξιόλογη. Στην πολεμική αναμέτρηση έλαβαν μέρος από την Κρήτη δύο ή τρεις πολεμικές γαλέρες. Επίσης τρία εμπορικά σκάφη, με κυβερνήτες τον Γεώργιο Σγουρό, τον Αντώνιο Γυαλινά και τον Αντώνιο Φιλομάτη. Kατά τη διάρκεια των συμπλοκών που εκτυλίχτηκαν στα τείχη οι ναύτες των πλοίων από την Κρήτη επέδειξαν απαράμιλλο θάρρος.

Ακόμη και όταν φαινόταν ότι έχει κριθεί η μάχη, όπως διηγείται ο Γεώργιος Σφραντζής, συνέχισαν να ανθίστανται με ηρωισμό. Το γεγονός προκάλεσε το θαυμασμό του Μωάμεθ και μέσω του απεσταλμένου του ήλθε σε διαπραγματεύσεις μαζί τους. Τελικά, εγκατέλειψαν οι Κρητικοί τον αγώνα, μόνο αφού τους επιτράπηκε να μπουν χωρίς να ενοχληθούν στα καράβια τους και μαζί με τα όπλα και τις αποσκευές τους να αναχωρήσουν για το νησί τους.

Η τελευταία πράξη του δράματος που ζούσαν οι Κρητικοί γράφτηκε ύστερα από λίγες μέρες στη γενέτειρά τους. Τα πλοία στα οποία επέβαιναν έφτασαν στο Χάνδακα, μεταφέροντας τη θλιβερή είδηση. Να πώς παρουσιάζονται τα συναισθήματα των κατοίκων της Κρήτης σε μια ενθύμηση κώδικα του Βρετανικού Μουσείου (Loηd. Βrit. Μus. Αddit. 34060, φ. 1ν), ο οποίος προέρχεται από τη γνωστή μονή της Αγκαράθου:

... Και εγένοτο ουν θλίψις και πολύ κλαυθμός εις την Κρήτην διά το θλιβερόν μήνυμα όπερ ήλθε, ότι χείρον τούτου ου γέγονεν, ούτε γενήσεται. Και Κύριος ο Θεός ελεήσαι ημάς και λυτρώσεται ημάς της φοβεράς αυτού απειλής. Πίσω από συγκινησιακά φορτισμένες λέξεις της ενθύμησης αποκαλύπτεται η ατμόσφαιρα που κυριάρχησε εκείνες τις μέρες στη Μεγαλόνησο. Διαφαίνεται ωστόσο και ο μεγάλος φόβος που άρχισε να κυριεύει τους κατοίκους της για το μέλλον. Ο κίνδυνος να δεχθεί επίθεση το νησί από τους Τούρκους ήταν πλέον ορατός.

Τη θλιβερή είδηση έσπευσαν να μεταφέρουν στη Δύση με επιστολές τους αρκετά πρόσωπα που συνέπεσε να βρίσκονται εκείνη την περίοδο στο νησί. Προηγήθηκε η επιστολή του εξόριστου νομικού Ρaolo Dotti προς τον αδελφό του στην Πάντοβα, στις 11 Ιουνίου. Το χρονικό διάστημα μεταξύ 5-26 Ιουλίου πολλοί άλλοι –Καρδινάλιος Ισίδωρος, φιλικό πρόσωπο του Ισίδωρου (πιθανότατα ο ανθρωπιστής Fraηcesco Griffolini d’ Αrezzo), fra Girolamo da Firenze, Lauro Quirini– ενημέρωσαν τους Δυτικούς θρησκευτικούς και πολιτικούς κύκλους τόσο για την Άλωση όσο και για το νέο σκηνικό που είχε διαμορφωθεί.

Στο σύνολό τους σχεδόν οι επιστολογράφοι δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο να συνεχίσουν την προέλασή τους οι Τούρκοι και να στραφούν τελικά εναντίον της Δύσης. Οι απόψεις του Καρδινάλιου Ισίδωρου, ο οποίος διέφυγε από την Τουρκική αιχμαλωσία και, μέσω Χίου, διασώθηκε στην Κρήτη, κινούνται σε αυτό ακριβώς το μήκος κύματος. Σε επιστολή του προς τον πάπα Νικόλαο Ε’, στις 15 Ιουλίου 1453, περιέγραφε τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Κωνσταντινούπολη στα οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας.

Σχολιάζοντας τη μεγάλη δύναμη που είχε αποκτήσει πλέον ο Μωάμεθ επισήμαινε τον κίνδυνο να εξαπολύσει επίθεση εναντίον τηs Ιταλίας. Στην ίδια διαπίστωση είχε καταλήξει η Βενετία η οποία, θορυβημένη, αναζήτησε τρόπους για την αποτροπή του ενδεχόμενου τουρκικής επίθεσης. Το κλίμα έντασης που κυριαρχούσε στην Κρήτη συντηρούσαν οι δεκάδες πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη που είχαν αρχίσει να συρρέουν. Όλοι τους, κουβαλώντας εφιαλτικές μνήμες, βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στο νησί. Πεποίθησή τους ήταν ότι ο χώροs του αποτελούσε τη συνέχεια του Βυζαντινού κράτους.

Αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι Ελληνικών περιοχών είχαν την αντίληψη ότι η Κρήτη προοριζόταν να υποδεχτεί και να διαφυλάξει τη Βυζαντινή κληρονομιά. Ενδεικτικοί των αντιλήψεων που επικρατούσαν είναι οι στίχοι του θρηνητικού ποιήματος Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης το οποίο, σύμφωνα με την έρευνα, γράφτηκε στην Κύπρο στα μέσα του 15ου αιώνα. Στις τελευταίες στιγμές της ζωής του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, για να μην πέσει στα χέρια των εχθρών το σώμα του, ζητεί από τουs Ρωμιούς να τον αποκεφαλίσουν.

Οι συμπολεμιστές του από την Κρήτη να στέρξουν να μεταφέρουν το κεφάλι του στο νησί τους και να το μοιρολογήσουν. Ο συμβολισμός είναι ξεκάθαρος. Κόψετε το κεφάλιν μου, Χριστιανοί Ρωμαίοι,επάρετέ το, Κρητικοί, βαστάτε το στην Κρήτην να το ιδούν οι Κρητικοί να καρδιοπονέσουν, να δείρουσι τα στήθη τους, να χύσουν μαύρα δάκρυα και να με μακαρίσουσιν ότι ούλους τούς αγάπουν. Κάτω από αυτές τις πρόσφορες συνθήκες εκδηλώθηκε στην Κρήτη, ύστερα από λίγους μήνες, συνωμοσία εναντίον τηs Βενετικής διοίκησης.


Πρόκειται για τη γνωστή από το όνομα του πρωτεργάτη της ως «επανάσταση του Σήφη Βλαστού». Σε αυτήν πήραν μέρος οι αντίπαλοι της Ένωσης της Φλωρεντίας και οι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη. Η εξέγερση ωστόσο κατεστάλη γρήγορα από τις Βενετικές αρχές του νησιού και τιμωρήθηκαν παραδειγματικά οι υποκινητές της. Μεταξύ των κατηγοριών που απήγγειλε το Συμβούλιο των Δέκα στις 14 Νοεμβρίου 1454 εναντίον των ορθοδόξων ιερωμένων που πρωτοστάτησαν στη συνωμοσία, ήταν ότι για να πετύχουν το στόχο τους κατασκεύασαν επιστολή του Αυτοκράτορα.

Η πληροφορία φανερώνει τη σταθερή προσήλωση που είχε ο Ελληνικός πληθυσμός της Κρήτης προς τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα.

Η ΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453 επηρέασε ολόκληρη την Ευρώπη, και κυρίως τη Βαλκανική χερσόνησο, ένα πολιτικό γεγονός κορυφαίας σημασίας, από αυτά που γρήγορα (όσο ήταν δυνατόν τα χρόνια εκείνα) έγιναν γνωστά σε ολόκληρο κόσμο. Οι θαλάσσιοι δρόμοι ήταν εκείνοι που βοηθούσαν ουσιαστικά στην ταχύτερη μετάδοση των ειδήσεων. Δεκάδες τέτοιοι δρόμοι ήταν «χαραγμένοι» στη λεκάνη της Μεσογείου.

Η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε σημείο αφετηρίας και κατάληξης ενός από τους βασικότερους δρόμους που συνέδεε τη βορειοανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα με τη δυτική Μεσόγειο, την κεντρική και τη βόρεια Ευρώπη. Ο ίδιος δρόμος περιελάμβανε σημαντικά κομβικά σημεία–λιμάνια στον Ελληνικό χώρο, όπου συναντούσε άλλους σπουδαίους δρόμους εμπορίου και επικοινωνίας της εποχής. Βενετοί και Γενοβέζοι ήταν οι κυριότεροι οργανωτές και χρήστες των δρόμων αυτών.

Τα τεράστια συμφέροντά τους ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, γι’ αυτό και ήταν αναπόφευκτο να παραμείνουν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το τέλος για να τα προασπίσουν. Βενετοί και Γενουάτες λοιπόν, Έλληνες πρόσφυγες και Βαλκάνιοι γείτονες ως αυτόπτες μάρτυρες αποτέλεσαν τουs κυριότερους φορείς της είδησης στον υπόλοιπο κόσμο αμέσως μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας. Η διαδικασία μετάδοσης της είδησης για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης προχώρησε κατά τρόπο που θυμίζει τα κύματα, με ενδιάμεσα σημεία–σταθμούς.

Που διασταυρώνονταν πληροφορίες από πολλές πηγές, για να μεταδοθούν ξανά προς άλλες κατευθύνσεις. Από την Κωνσταντινούπολη η είδηση έφτασε πρώτα στις Λατινοκρατούμενες περιοχές του Ελληνικού χώρου, για να μεταδοθεί από εκεί στις Ιταλικές πόλεις και από εκεί πάλι στην κεντρική Ευρώπη. Χίος, Εύβοια, Ρόδος, Κρήτη, Κέρκυρα αποτέλεσαν τους κυριότερους σταθμούς αναμετάδοσης της είδησης κυρίως προς τη Βενετία και τη Γένοβα, αλλά και προς τη Ρώμη, τη Φλωρεντία, την Πάντοβα ή την Μπολόνια.

Από τα σημαντικά αυτά Ιταλικά κέντρα η είδηση αναμεταδόθηκε προς τις υπόλοιπες Ιταλικές πόλεις, όπως τη Νάπολη, το Μιλάνο, τη Σιένα, την Παβία κ.α., προς τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ουγγαρία, το Γκρατς (έδρα τότε της Γερμανικής Αυτοκρατορίας). Ένας επίσης σημαντικός δρόμος αναμετάδοσης της είδησης περνούσε από τη Σερβία και τη Ρωσία προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Πολωνία και άλλες περιοχές της κεντροανατολικής Ευρώπης. Η τρομερή είδηση ήταν αναμενόμενο να φτάσει πρώτα στις νησιωτικές και στις ηπειρωτικές ακτές του Ελλαδικού χώρου.

Έλληνες και Λατίνοι αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τα γεγονότα πολύ γρήγορα στη Λέσβο, τη Χίο, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, τη Ρόδο, την Κύπρο, την Κρήτη και τα Επτάνησα. Στα παραπάνω μέρη βρήκαν προσωρινό καταφύγιο πολλά πρόσωπα τα οποία με επιστολές, χρονικά ή και απλά γραπτά μηνύματα προς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς αρχηγούς ή προσωπικότητες της Ευρώπης περιέγραψαν τα τραγικά γεγονότα της Άλωσης, ανέπτυξαν τις δικές τους εκτιμήσεις για τα λάθη των Βυζαντινών, αλλά και των Δυτικών απέναντι στη Μουσουλμανική απειλή.

Άρχισαν αμέσως να σκέπτονται το μέλλον και τους τρόπους ανάκτησης της χαμένης Βασιλεύουσας. Η Βενετία ήταν η πρώτη πόλη που δέχτηκε το νέο, λόγω των πολλών αποικιών της στον Ελληνικό χώρο και του πυκνού δικτύου θαλάσσιων δρόμων που διέθετε στην ανατολική Μεσόγειο. Στη συνέχεια και μέχρι το τέλοs του 1453 η είδηση της Αλωσης είχε φτάσει σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Το τραγικό νέο έφτασε στη Βενετία μέσα στον Ιούνιο του ίδιου χρόνου από διάφορεs πηγές.

Οι τρεις βενετικές γαλέρες που είχαν λάβει μέρος στην πολιορκία και είχαν κατορθώσει να διαφύγουν από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν στην Εύβοια στις 3 Ιουνίου. Από εκεί άλλο πλοίο, ένας ταχύς γρίπος, παρέλαβε ως προπομπός τις παραπάνω επιστολές για να τις μεταφέρει στη Βενετία, όπου έφτασε λίγο πριν από το βράδυ της 29ης Ιουνίου 1453. Τέσσερις μέρες αργότερα, το πρωί της 4ης Ιουλίου, έφθασαν και τα υπόλοιπα πλοία με τον καπιτάνο Αlvise Diedo, ο οποίος ενημέρωσε επίσημα, γραπτά και προφορικά, τις αρχές της Γαληνοτάτης.

Στα λιμάνια του Αιγαίου η είδηση μεταφερόταν από στόμα σε στόμα και από εκεί σε άλλες περιοχές. Όπως, για παράδειγμα, μαθαίνουμε από τα γραπτά του Peter Rot από τη Βασιλεία, στις 12 Ιουνίου το πλοίο με το οποίο επέστρεφε από τα Ιεροσόλυμα, όπου είχε πάει για να προσκυνήσει, στάθμευσε για λίγο στη Μεθώνη. Εκεί συνάντησαν τις τρεις παραπάνω Βενετικές γαλέρες που είχαν διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη και οι οποίες κατευθύνονταν προς τη Βενετία. Τα πληρώματα των πλοίων διηγήθηκαν στους Ευρωπαίους προσκυνητές τα γεγονότα που είχαν ζήσει.


Εκείνοι με τη σειρά τους τα μετέφεραν στην πατρίδα τους και στα λιμάνια και τις πόλεις που στάθμευσαν μέχρι την άφιξη στον τόπο τους. Από έναν άλλο σημαντικό σταθμό αναμετάδοσης, τη Ρόδο, ο Μεγάλος Μάγιστρος έστειλε στις 23 Ιουλίου επιστολή προς τη Γερμανία, ενώ προς τα τέλη του 1453 μεταφράστηκε στα Γερμανικά μια αναφορά, γραμμένη πρώτα στα Ελληνικά, σχετικά με τα γεγονότα της Άλωσης. Στο Γκρατς έφτασαν ειδήσεις και μέσω Σερβίας και Βενετίας. Εντός του ίδιου έτους έφτασε η είδηση και στην Γαλλία, πρώτα απ’ όλα στην Αβινιόν με την αναφορά του Φλωρεντινού έμπορα Ιάκωβου Τedaldi.

Στη συνέχεια οι ειδήσεις για το γεγονός εξαπλώθηκαν σε όλη τη Γαλλία από επιστολές και αναφορές διαφόρων προσώπων προς το βασιλιά και τους δούκες της Γαλλίας. Από τη Γαλλία έφτασε πολύ γρήγορα στην Ισπανία και την Αγγλία. Την είδηση της Άλωσης στην ανατολική Ευρώπη μετέφεραν τόσο οι στρατιώτες από τις χώρες αυτές, οι οποίοι συμμετείχαν στην υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης ή ακόμη και στο στρατό των Οθωμανών, όσο και οι υπόλοιποι που ζούσαν εκεί και κατέφυγαν ως πρόσφυγες πίσω στις πατρίδες τους.

Σέρβοι, Ρώσοι, Βλάχοι και άλλοι επέστρεψαν στις πατρίδες τους και διηγήθηκαν όλα τα τραγικά γεγονότα που είχαν ζήσει εκεί. Παράλληλα η Ρωσική γραπτή παράδοση μεταφράστηκε πολύ γρήγορα και στις υπόλοιπες Σλαβικές γλώσσες, πληροφορώντας τους σύγχρονους, αλλά και τις επόμενες γενιές για την Άλωση. Από τις χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου η είδηση μεταδόθηκε ακόμη βορειότερα προς Ουγγαρία, Βοημία, Μοραβία, Πολωνία μέχρι και τις Σκανδιναβικές χώρες.

Ποιοι ήταν όμως αυτοί που μετέδωσαν γραπτά τα συνταρακτικά γεγονότα και χάρη στις ενέργειές τους αυτές διαθέτουμε σήμερα τόσες περιγραφές, όχι μόνο των ίδιων των γεγονότων, αλλά και των συναισθημάτων των ανθρώπων αυτών κατά τις τραγικές εκείνες στιγμές; Οι περισσότεροι έζησαν από κοντά την πολιορκία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και κατάφεραν να γλιτώσουν άλλοι εύκολα και άλλοι πολύ δύσκολα και ύστερα από πολλές κακουχίες.

Επρόκειτο για υπερασπιστές από την Ευρώπη που είχαν προσφερθεί να βοηθήσουν στην άμυνα της πόλης, για έμπορους που τυχαία βρέθηκαν εκεί και αποκλείστηκαν, για μόνιμα εγκατεστημένους έμπορους κυρίως από τη Βενετία και τη Γένοβα, για αξιωματούχους των κοινοτήτων των δύο αυτών Ιταλικών πόλεων, για εκκλησιαστικούς άρχοντες, μοναχούς και, τέλος, για Έλληνες λογίους ή και απλούς ανθρώπους, οι οποίοι συνέχισαν μέχρι το θάνατό τους, όχι μόνο να πληροφορούν τον υπόλοιπο κόσμο για το μεγάλο κακό, αλλά και να προσπαθούν για κινητοποίηση της Χριστιανικής Δύσης εναντίον των «απίστων».

Η Ευρώπη έμαθε με περισσότερες ή λιγότερες λεπτομέρειες τα γεγονότα μέσα από χρονικά, επιστολές, επίσημες αναφορές περιφερειακών αρχών και θρήνους για το χαμό της Βασιλεύουσας. Τα κείμενα αυτά, άλλα γραμμένα από αυτόπτες μάρτυρες και άλλα από ανθρώπους που τα διάβασαν ή τα άκουσαν από τους πρώτους, πολύ γρήγορα άρχισαν να κυκλοφορούν, ακόμη και μεταφρασμένα, σε πολλές γωνιές της Ευρώπης. Το ίδιο το γεγονός της Αλωσης της Kωνσταντινούπολης ήταν τόσο μεγάλο, που ο απόηχός του, όπωs έφτασε σε ολόκληρο τον κόσμο, ήταν εξίσου δυνατός.

Εκείνα τα χρόνια ολόκληρη η χριστιανική Ευρώπη αντιμετώπισε το γεγονός με δέος, το οποίο μετά την πρώτη έκπληξη γέννησε αισθήματα φόβου, ανασφάλειας, αλλά και τάση «εκδίκησης» για την αποκατάσταση της τάξης. Για την Ευρώπη η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε μια αφορμή για ένα σοβαρό απολογισμό της πολιτικής και των λαθών της απέναντι στο σοβαρό πρόβλημα του Οθωμανικού επεκτατισμού, αλλά και προς την ίδια την Ανατολική Χριστιανική Αυτοκρατορία, που ζητήματα στην αρχή δογματικά και στη συνέχεια πολιτικά την είχαν απομονώσει από τον κορμό της υπόλοιπης Χριστιανικής Ευρώπης.

Είναι γεγονός πάντως ότι, παρά τις διαφορές, θρησκευτικές ή πολιτικές, ολόκληρη η Ευρώπη αισθάνθηκε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των Μουσουλμάνων Οθωμανών την έθιγε άμεσα. Την έθιγε περισσότερο ως Χριστιανικό σύνολο παρά ως σύνολο από μεμονωμένα κρατικά σχήματα, των οποίων οι διαφορές παρέμεναν μεγάλες και σημαντικές.

Το Χριστιανικό πνεύμα, αλλά και η Ελληνική παράδοση, με την οποία είχε ταυτιστεί κατά τους τελευταίους αιώνες η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οδήγησε, έστω και με τις κατά εποχές ανυπέρβλητες δυσκολίες, στο σχηματισμό ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού μετώπου, το οποίο παράλληλα με μεμονωμένες προσπάθειες, δοκίμασε κατά τους επόμενους αιώνες να αντιμετωπίσει τον Οθωμανικό κίνδυνο.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

Το γεγονός της Αλώσεως της Βασιλεύουσας προκάλεσε τεράστια εντύπωση στους ανθρώπους της εποχής και ήταν μεγάλος ο απόηχός του σε κείμενα της εποχής εκείνης και σε μεταγενέστερα. Κυριότερες πηγές για το κορυφαίο αυτό γεγονός είναι οι ιστορικοί της εποχής, μέσα στα έργα των οποίων αποτυπώνεται η στάση των συγχρόνων και οι τάσεις που αναπτύσσονταν υπό τις νέες συνθήκες.


Κάθε συγγραφέας εκθέτει τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία. Όλοι, όπως ίσχυε κατά κανόνα για όλους τους εγγραμμάτους της εποχής, ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, κατέχουν αξιώματα, και έτσι –άλλος λίγο άλλος πολύ– συμβάλλει στα τεκταινόμενα και διαμορφώνει δική του άποψη γι’ αυτά. Οι σημαντικότεροι συγγραφείς που παρουσιάζουν τις τελευταίες ημέρες της Κωνσταντινούπολης, γνωστοί και ως «Ιστορικοί της Αλώσεως», είναι οι ακόλουθοι:

ΔΟΥΚΑΣ

Ο Δούκας συνέγραψε ιστορικό έργο, στο οποίο αρχίζει με την «κτίση του κόσμου» και φτάνει έως το 1462. Το βαπτιστικό του όνομα δεν είναι γνωστό, πιθανολογείται όμως ότι ήταν Μιχαήλ. Γεννήθηκε περίπου το έτος 1400 και πέθανε γύρω στο 1470. Συνδέθηκε με τη Φώκαια, Παλαιά και Νέα και με τη Λέσβο, την οποία κατείχαν οι Γατελούζοι. Εστάλη επανειλημμένως ως πρεσβευτής και πρέπει να γνώριζε Τουρκικά. Σταματάει την αφήγηση ξαφνικά το έτος 1462, ενώ διηγείται την πολιορκία της Μυτιλήνης από τους Τούρκους, δεν αποκλείεται να αιχμαλωτίσθηκε ή να φονεύθηκε.

Kατά την προετοιμασία των Τούρκων για την πολιορκία τηs Βασιλεύουσας ήταν παρών. Αμέσως μετά την Άλωση επισκέφθηκε την Πόλη και είδε τις καταστροφές. Δεν γνωρίζουμε αν άρχισε να γράφει επηρεασμένος από την καταστροφή ή νωρίτερα. Πάντως το έργο του συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1450-1462. Ουσιαστικά συγγράφει την ιστορία των Παλαιολόγων, αφού μέχρι την εποχή τους είναι πολύ σύντομος. Από το έτος ανόδου στον θρόνο του Μανουήλ Β’ και μετά αναπτύσσει τα γεγονότα εκτενέστερα.

Ο Δούκας θεωρεί ότι η δυναστεία των Παλαιολόγων και των Οθωμανών εμφανίσθηκαν συγχρόνως και πρόκειται να καταστραφούν μαζί. Ως Έλληνας και ορθόδοξος νιώθει ντροπή που αφηγείται τα μεγαλουργήματα βαρβάρου και ζητεί συγγνώμη. Στη διήγησή του είναι σύντομος. Προβαίνει σε ενδιαφέροντες χαρακτηρισμούς προσώπων, π.χ. ο Μωάμεθ είναι «ο κοινός της οικουμένης όλεθρος».

Με ζωντάνια που προκαλεί συγκίνηση παρουσιάζει τα λόγια του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στην αρχή της πολιορκίας αλλά και την ώρα που πεθαίνει, εξαιρετική είναι η περιγραφή της Αλώσεως και συγκινητική η αφήγηση του μαρτυρίου του Λουκά Νοταρά. Ο συγγραφέας μας, που βρίσκεται στην υπηρεσία των Γενουατών, είναι υπέρ τηs ενώσεως των Εκκλησιών, όχι όμως τόσο για θρησκευτικούς λόγους όσο από πολιτική σκοπιμότητα. Είναι αριστοκράτης και δείχνει περιφρόνηση προς τον όχλο. Ο Δούκας πιστεύει ότι η Οθωμανική κυριαρχία δεν θα διαρκέσει για πολύ.

ΛΑΟΝΙΚΟΣ ΧΑΛΚΟΚΟΝΔΥΛΗΣ

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (περίπου 1423 – περίπου 1490) συνέγραψε τις «Αποδείξεις ιστοριών», που αναφέρονται στα γεγονότα του διαστήματος 1298–1463. Ήταν μέλος παλαιάς και ισχυρής οικογένειας της Αθήνας και είχε ενεργό συμμετοχή στις πολιτικές εξελίξει, πιθανώς ακολούθησε τον πατέρα του στην Πελοπόννησο, όπου κατέφυγε μετά την αποτυχία ενεργειών του κατά των Αcciaioli της Αθήνας. Όταν έγινε η πολιορκία και η Άλωση δεν βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Χαλκοκονδύλης δεν γράφει την ιστορία του φθίνοντος Βυζαντινού κράτους, αλλά των ανερχόμενων Οθωμανών Τούρκων. Για την Άλωση δεν είναι εκτενής. Προσφέρει υλικό για διάφορους λαούς, δίνοντας κατά κάποιον τρόπο την εντύπωση ότι πρόκειται για μια παγκόσμια ιστορία. Γράφοντας «Έλληνες» δεν εννοεί πλέον τους αρχαίους εθνικούς, αλλά τους Βυζαντινούς και ειδικότερα τους έχοντες Ελληνική καταγωγή και ομιλούντες την Ελληνική. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας αναφέρεται ως «Βασιλεύς Ελλήνων» ή «Βυζαντίου Βασιλεύς».

Ο «Ρωμαίων Βασιλεύς» είναι ο Αυτοκράτορας της Δύσης, ενώ ο «Βασιλεύς», χωρίς άλλο προσδιορισμό, είναι ο Σουλτάνος. «Ρωμαίοι» πλέον για τον Χαλκοκονδύλη είναι είτε οι αρχαίοι είτε οι Λατίνοι. Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Ν. Τωμαδάκη, ο οποίος θεωρεί ότι ο Χαλκοκονδύλης πριν από τον Παπαρρηγόπουλο και τον Ζαμπέλιο συνέδεσε τον Νεώτερο Ελληνισμό με τον Αρχαίο, μέσω του Βυζαντινού. Επηρεάζεται από τον Ηρόδοτο και μιμείται το ύφος και τη γλώσσα του Θουκυδίδη.

Για τα θρησκευτικά και τα δογματικά ζητήματα δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και εκφράζεται με αισιοδοξία για το μέλλον του Ελληνικού λαού.


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΦΡΑΝΤΖΗΣ

Υπό το όνομα του Γεωργίου Σφραντζή ή Φραντζής σώζονται δύο κείμενα. Ένα σύντομο, γνωστό ως Chronicom minus και ένα εκτενές, το λεγόμενο Chronicom majus. Ο Σφραντζής γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη το 1401 και πέθανε γύρω στο 1478.

Υπηρέτησε επί δεκαετίες κατ’ αρχήν τον Μανουήλ Β’ και αργότερα τον κωνσταντίνο Παλαιολόγο, με τον οποίο ήταν στενοί φίλοι. κατέλαβε ανώτατα αξιώματα και ανέλαβε αποστολές στο εξωτερικό. Μέσα στη δίνη των ημερών του είδε τα πέντε παιδιά του να πεθαίνουν. Kατά την Άλωση αιχμαλωτίζεται μαζί με την οικογένειά του, διαφεύγει όμως στην Πελοπόννησο με τη γυναίκα του και την κόρη που του είχε απομείνει. Εκεί συνεχίζει τις αποστολές του.

Μετά την πτώση της Πελοποννήσου κατέφυγε στην Κέρκυρα, όπου εκάρη μοναχός. Το «Μικρό Χρονικό» είναι ουσιαστικά οι προσωπικές σημειώσεις του Σφραντζή από το έτος 1413 έως το 1477 / 1478. Γεγονότα όπως η Αλωση περιγράφονται εν συντομία. Kυρίως περιλαμβάνονται εκείνα που έλαβαν χώρα στην Kωνσταντινούπολη και τον Μυστρά και έχουν σχέση με τον συγγραφέα. Δεν έδωσε στο «Μικρό Χρονικό» μία τελική μορφή, ούτε το ολοκλήρωσε.

Το «Μεγάλο Χρονικό» απλώνεται σε έκταση και περιεχόμενο πολύ περισσότερο από ό,τι το πρώτο. Περιλαμβάνει την εποχή των Παλαιολόγων και των Οθωμανών έως το 1478. Είναι μεταγενέστερο του «Μικρού», το οποίο περιλαμβάνει σχεδόν αυτούσιο. Η Άλωση περιγράφεται εκτενώς. Έχει υποστεί παρεμβάσεις και εμφανίζει αντιφάσεις προς τις πηγές και το αρχικό έργο του Σφραντζή. Ο συγγραφέας εμφανίζεται ορθόδοξος και ανθενωτικός, όχι όμως λόγω των δογματικών του απόψεων, αλλά επειδή τα κριτήριά του είναι πολιτικά.


ΜΙΧΑΗΛ ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΣ

Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος γεννήθηκε λίγο μετά το 1400 από αρχοντική οικογένεια της Ίμβρου και πέθανε μετά το 1467. Συνέγραψε το έργο «Ιστορίαι», στο οποίο αναφέρεται στην περίοδο 1451–1467. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ανέλαβε πολιτική δραστηριότητα. Την Ίμβρο την υπήγαγε ειρηνικά στον Σουλτάνο και την διέσωσε με τον τρόπο αυτό από τη λεηλασία. Το 1466, οι Βενετοί κατέλαβαν την Ίμβρο και ο Κριτόβουλος διέφυγε στην Πόλη.

Πιθανώς συνέγραψε εκεί το έργο του και μάλιστα ίσως με τον σκοπό να εξασφαλίσει την εύνοια του Μωάμεθ. Η ιστορία αποτελείται από μία επιστολή προς τον Μωάμεθ και πέντε βιβλία. Στην επιστολή είναι εγκωμιαστικός προς τον Σουλτάνο. Δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της Αλώσεως, στην οποία αναφέρεται ήδη στο πρώτο βιβλίο. Αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογήσει γιατί, καίτοι Έλληνας, γράφει για γεγονότα τόσο δυσάρεστα. Το έργο αποτελεί στην ουσία εγκώμιο στον Μωάμεθ Β' και έχει γραφεί από την οπτική γωνία της Τουρκικής πλευράς.

Η χρονολόγηση ακολουθεί τα έτη βασιλείας του Μωάμεθ και την «κτίση του κόσμου». Ο Σουλτάνος αποκαλείται «Αυτοκράτωρ Μέγιστος» και «Βασιλεύς Βασιλεών», του αποδίδονται τίτλοι που μέχρι τότε ανήκαν μόνο στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Αρνητικά στοιχεία για τον Μωάμεθ παραλείπονται. Ο Kριτόβουλοs πρέπει να ήταν αντίθετος προς την συνεννόηση με τη Δύση και τον Πάπα, πάντως στο έργο του δεν ενδιαφέρεται για θέματα θρησκευτικά.

Γράφει μετά το 1467, δηλαδή αφού είχαν παρέλθει τουλάχιστον 14 χρόνια από την πτώση, έτσι δεν γνωρίζουμε πότε κατέληξε σε αυτές τις αντιλήψεις. Δεν γνωρίζουμε αν αρχικά ήλπιζε στην υποστήριξη της Βενετίας και της Δύσης γενικότερα, αναγκάσθηκε όμως αργότερα να προσαρμόσει τη στάση του στις εξελίξεις.

ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ

Η Άλωση της Κωνσταντινούποληs από τον Μωάμεθ (Μεχμέτ) Β’ τον Πορθητή στις 29 Μαΐου 1453, βιώθηκε από τους Βυζαντινούς και τους Δυτικούς ως η κατάληξη μιας μακράς πορείας παρακμής, συχνά δε και ως θείο θέλημα προκειμένου να τιμωρηθούν ή και να εξιλεωθούν οι αμαρτίες των Ορθοδόξων.

Πώς είδαν όμως την Άλωση οι ίδιοι οι κατακτητές, οι Οθωμανοί δηλαδή; Πώς είδε τη νίκη του ένα κράτος που μέσα σε μισό αιώνα από μια βαρύτατη ήττα (από τον Ταμερλάνο το 1402) βρέθηκε να κατέχει την κατ’ εξοχήν Αυτοκρατορική πόλη, την πόλη την οποία ο Θεός είχε υποσχεθεί στους Μουσουλμάνους ήδη από τα πρώτα χρόνια του Ισλάμ και η οποία ωστόσο είχε σθεναρά αντισταθεί σε κάθε σχετική προσπάθεια επί οκτώ σχεδόν αιώνες; Είναι σαφές ότι η Άλωση της Πόλης σηματοδοτεί για τους Οθωμανούς την έναρξη μιας νέας περιόδου.

Που η πολιτική τους ιδεολογία μπορεί άνετα πια να εγκολπωθεί το Αυτοκρατορικό και οικουμενικό ιδεώδες (δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το προσωνύμιο του Μεχμέτ Β’ ήταν και στα Τουρκικά, όπως και στα Ελληνικά, «ο Πορθητής», Φατίχ). Η ίδια η Οθωμανική ιστοριογραφία, που θα αποτελέσει εδώ και τη βασική πηγή μας, θα εγκαταλείψει βαθμιαία το χαρακτήρα της απλής χρονικογραφίας – που ενίοτε περιοριζόταν να αναφέρει τις κατακτήσεις των Οθωμανών ως μια σειρά νικών στο ιδεολογικό πλαίσιο του ιερού πολέμου (τζιχάντ).

(Οι χρονικογράφοι αυτοί, ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους των οποίων είναι ο Ασίκ Πασά Ζαντέ (περίπου 1400 – μετά το 1484), θα δώσουν σταδιακά τη θέση τους σε μια σειρά λόγιων ιστοριογράφων όπως ο Νεσρή (θαν. πριν από το 1520) ή αργότερα ο Σααντεντίν (τέλη 16ου αιώνα) που γράφουν σε μια εκλεπτυσμένη, γλαφυρή και ποιητική γλώσσα στο φως του Αυτοκρατορικού ιδεώδους.

ΑΣΙΚ ΖΑΝΤΕ

Το έργο του Ασίκ Πασά Ζαντέ, ο οποίος καταγράφει τα γεγονότα μέχρι το 1484 ενσωματώνοντας και παλαιότερα χρονικά, περιγράφει το χτίσιμο του φρουρίου Ρούμελη – Χισαρί (Μπογάζ – Κεσέν ή Λαιμοκοπία, για τους Βυζαντινούς) και την πολιορκία και Άλωση της Πόλης μέσα σε ελάχιστες φράσεις, σαν να μην επρόκειτο παρά για μια ακόμη νίκη των Γαζήδων ενάντια στους άπιστους: η πόλη πολιορκήθηκε από στεριά και θάλασσα επί πενήντα μέρες και κατελήφθη όταν ο Σουλτάνος έδωσε εντολή, ή μάλλον άδεια, για λεηλασία (Γιαγμά), πολλοί θησαυροί λεηλατήθηκαν, οι κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν, ο Αυτοκράτορας (Τεκφούρ) σκοτώθηκε.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην «προδοσία» του μεγάλου Βεζίρη Χαλίλ Πασά, ο οποίος φέρεται να δωροδοκήθηκε από τον Αυτοκράτορα. Η αφήγηση του Ασίκ Πασά Ζαντέ μοιάζει να είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο προσθέτουν περιγραφές και λεπτομέρειες οι επόμενοι ιστορικοί και χρονογράφοι, όπως ο Τουρσούν Μπέης (μετά το 1425 – μετά το 1491), ο Νεσρή ή ο Ορούτς (τέλη 15ου – αρχές 16ου αιώνα). Όλοι τους περιγράφουν αναλυτικά την οικοδόμηση του κάστρου Ρούμελη–Χισαρί, το οποίο απέκλεισε την Κωνσταντινούπολη από κάθε βοήθεια από τη μεριά της Μαύρης Θάλασσας.


Σύμφωνα με το Οθωμανικό ιστοριογραφικό παράδειγμα, ο χειμώνας του έτους 1453 «πέρασε με τον πόθο και τη χαρά της κατάκτησης» (ο Μεχμέτ Β’ έστειλε παντού επιστολές, συγκεντρώνοντας στρατεύματα από τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια, και με τη ρήση «ο ιερός πόλεμος είναι το μεγαλύτερο (καθήκον)» βάδισε προς την Πόλη, συνοδευόμενος από λογής λογής Δερβίσηδες, Σεΐχηδες και νομομαθείς (Ουλεμάδες).

Εκτενώς περιγράφονται τα κατασκευασμένα στην Αδριανούπολη τηλεβόλα, τα οποία παρομοιάζονται ποιητικά με δράκους και σπηλιές (είναι γνωστό, άλλωστε, ότι μεγάλο μέρος της επιτυχίας των Οθωμανών οφείλεται στο βαρύ πυροβολικό τους). Οι άπιστοι, από την άλλη μεριά, είχαν και εκείνοι συγκεντρώσει τους καλύτερους πολεμιστές, γράφει ο Τουρσούν Μπέης. Στον Ορούτς μάλιστα διαβάζουμε ότι ο Αυτοκράτορας, έμπλεος ζήλου, δεν ζήτησε έλεος «επειδή πίστεψε κάποιους μοναχούς, που είπαν ότι στο ευαγγέλιο (γράφεται ότι) δεν παίρνεται (η Πόλη).

Έβαλε λοιπόν κι αυτός ανθρώπους και κανόνια στις επάλξεις και έλεγαν κάθε είδους ανοησίες, απλώνοντας γλώσσα ακόμη και στον Προφήτη», για την αλαζονεία τους αυτή τους τιμώρησε ο Θεός. Πράγματι, οι μάχες περιγράφονται σκληρές, ενίοτε μάλιστα με ποιητικές εκφράσεις: σύμφωνα με τον Νεσρή, για παράδειγμα, κάθε πολεμιστής «μέθυσε με το κρασί του ιερού πολέμου» και τα τείχη του κάστρου μετατράπηκαν από το αίμα σε «ανθώνες τουλιπών».

Αναφέρεται η διχόνοια ανάμεσα σε Βυζαντινούς και «Φράγκους» (ο Νεσρή μάλιστα γράφει ότι, ενώ ο Αυτοκράτορας και ο Κιρ–Λουκά (Λουκάς Νοταράς) ήθελαν να παραδώσουν το κάστρο, οι Φράγκοι αρνήθηκαν. Τέλος, ο Σουλτάνος αποφασίζει να επιτρέψει τη λεηλασία. Η τελευταία επίθεση αρχίζει και, κάτω από τα βέλη που πέφτουν «σαν Απριλιάτικη βροχή», ο αρχηγός των Φράγκων (Ιουστινιάνης) πληγώνεται και οι υπερασπιστές υποχωρούν.

Οι γενίτσαροι και οι άλλοι Γαζήδες μπαίνουν στην πόλη από κάθε μεριά, άλλους αιχμαλωτίζοντας, άλλους σκοτώνοντας και άλλους τρέποντας σε φυγή. Όσο για τον Αυτοκράτορα, ο μεν Νεσρή αναφέρει απλώς ότι «του έκοψαν το κεφάλι», ενώ ο Τουρσούν Μπέης ότι πολεμώντας επιτέθηκε σε έναν τραυματισμένο στρατιώτη, ο οποίος όμως κατάφερε να τον ρίξει από το άλογο και να τον σκοτώσει (παράδοση που παραδίδεται και από μεταγενέστερους ιστορικούς). Η τριήμερη λεηλασία περιγράφεται εκτενώς από τους Οθωμανούς ιστορικούς.

Σύμφωνα με τον Τουρσούν Μπέη, «πολλοί φτωχοί έγιναν πλούσιοι», κατά τον Ορούτς, οι νικητές λεηλάτησαν όλα τα αγαθά που είχαν μαζευτεί στην Κωνσταντινούπολη «από την ίδρυσή της πριν από 2400 χρόνια», ενώ ο Νεσρή αναφέρει την έκφραση «Από τη λεηλασία της Πόλης τρέφεσαι;», η οποία λεγόταν χρόνια μετά για κάποιον που πλούτιζε ανεξήγητα. Τέλος, άνοιξαν οι πύλες και μπήκε ο Σουλτάνος στο άλογο, «σαν να τριγύριζε στον παράδεισο», σύμφωνα με τα λόγια του Τουρσούν, ο οποίος με θαυμασμό περιγράφει διά μακρών την Αγία Σοφία.

ΕΒΛΙΓΙΑ ΤΣΕΛΕΜΠΗ

Διακόσια περίπου χρόνια μετά, μπορούμε να δούμε στο οδοιπορικό του μεγάλου περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή πώς η παράδοση αυτή επέζησε στη λαϊκή μνήμη των Τούρκων της Κωνσταντινούπολης: ο Εβλιγιά, του οποίου ο προπάππους, όπως γράφει, ήταν από τους συνοδούς του Πορθητή στην πολιορκία, επιμένει ιδιαίτερα στην παρουσία «αγίων ανθρώπων, σοφών και δερβίσηδων» ανάμεσα στα Οθωμανικά στρατεύματα.

Ένας μάλιστα από αυτούς, ο περίφημος Ακ–Σεμσεντίν, είπε στον Σουλτάνο ότι στην Πόλη ζούσε ένας Μουσουλμάνος άγιος ονόματι Βαντούντ, όσο ζούσε η Πόλη θα ήταν άπαρτη, σε πενήντα μέρες όμως θα πέθαινε και το φρούριο θα έπεφτε στα χέρια των Μουσουλμάνων. Οντως, μόλις ο Σουλτάνος μπήκε στην Αγία Σοφία, την οποία σύμφωνα με τον περιηγητή υπερασπίζονταν δώδεκα χιλιάδες μοναχοί επί τρεις ημέρες, ο άγιος αυτός βρέθηκε νεκρός.

Η περιγραφή του Εβλιγιά για την Αλωση εμπλουτίζεται και με άλλες λαϊκές παραδόσεις, όπως για την κόρη του Γάλλου βασιλιά, η οποία αιχμαλωτίστηκε για να γίνει γυναίκα του Μωάμεθ και μητέρα του Βαγιαζήτ Β’, ή για έναν κεραυνό που χτύπησε την πολιορκημένη πόλη μετά από τις προσευχές των Ουλεμάδων. Οι θρύλοι αυτοί δείχνουν καθαρά πώς το γεγονός της Αλωσης επέζησε στην λαϊκή παράδοση αιώνες μετά, ακριβώς όπως συνέβη και με τη μεταβυζαντινή λαϊκή λογοτεχνία.


ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ

Οι αποδημίες Ελληνικών πληθυσμών ήταν ένα φαινόμενο που είχε αρχίσει πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης και συνεχίστηκε εντονότερα με τη σταδιακή κατάληψη των περιοχών τηs Ελληνικής χερσονήσου από τους Τούρκους. Τις αθρόες μεταναστεύσεις και μετακινήσεις επέβαλαν οι Τουρκικοί εποικισμοί, οι εξισλαμισμοί και οι αιχμαλωσίες.

Η απελπισμένη αναζήτηση ασφαλέστερων περιοχών από τους Ελληνικούς πληθυσμούς μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και η υποδοχή τους από τους κατοίκους των νέων τόπων που εγκαταστάθηκαν, περιγράφεται ανάγλυφα από τον πρώτο μετά την άλωση Οικουμενικό Πατριάρχη, Γεννάδιο. Φυγάδες από την Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την παράδοση, έφτασαν στη Θάσο, στη Μυτιλήνη, στη Χίο και στην Ικαρία. Άλλοι πάλι κατέφυγαν στην Κύπρο, στη Ρόδο, στην Κρήτη, στην Εύβοια και στην Πελοπόννησο.

Αξιόλογο μεταναστευτικό ρεύμα σημειώθηκε και προς τη Δύση, σε πόλεις της Ιταλικής χερσονήσου και κυρίως στη Βενετία. Η άλωση όμως και ο φόβος της επικείμενης κατάληψης των γειτονικών περιοχών ώθησε και τους πληθυσμούς των τελευταίων να μετακινηθούν πανικόβλητοι σε ασφαλέστερα μέρη. Στην Πελοπόννησο και κυρίως στο Μυστρά εγκαταστάθηκαν πολλές αριστοκρατικές οικογένειες, καθώς και εκπρόσωποι των πνευματικών στρωμάτων της εποχής, φιλόσοφοι και ιστορικοί.

Ανάμεσα στους ιστορικούς που κατέφυγαν στην Πελοπόννησο συγκαταλεγόταν και ο Γεώργιος Σφραντζής, ο οποίος αρχικά αιχμαλωτίστηκε, κατόρθωσε όμως μετά λίγους μήνες να εξαγοράσει την ελευθερία του και στη συνέχεια κατέφυγε στην Πελοπόννησο, στην υπηρεσία του δεσπότη Θωμά Παλαιολόγου. Οι πρόσφυγες, φορείς των ιδεών της πρωτεύουσας, έδωσαν νέα πνοή στον πελοποννησιακό χώρο και συντέλεσαν στη δημιουργία ενός πνευματικού και πολιτιστικού κινήματος.

Από τις περιοχές της Πελοποννήσου στις οποίες εγκαταστάθηκαν πολλοί πρόσφυγες ήταν οι Βενετικές κτήσεις: το Ναύπλιο, το Άργος, η Μεθώνη και η Κορώνη. Οι Βενετοί μάλιστα για αμυντικούς λόγους, προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους φυγάδες, προκειμένου να εγκατασταθούν μόνιμα στα κάστρα τους. Στην Κύπρο μετά την Άλωση κατέφυγαν κοσμικοί και μοναχοί, όπως μαρτυρεί ο σύγχρονος Κύπριος ιστορικός Λεόντιος Μαχαιράς. Στο θρόνο του Βασιλείου της Κύπρου την περίοδο αυτή βρισκόταν η Ελένη Παλαιολογίνα, κόρη του Θεόδωρου Β’ Παλαιολόγου, δεσπότη του Μοριά.

Η βασίλισσα για να ανακουφίσει τους πρόσφυγες φρόντισε να επανιδρύσει τη μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων στην περιοχή της Λευκωσίας, προικίζοντάς την με πολλά χωριά και κτήματα. Οι Έλληνες πρόσφυγες μετέφεραν στο νησί πολύτιμα βιβλία και διέδωσαν τύπους γραφής, όπως η γραφή του «τύπου Οδηγών». Σε σύντομο χρονικό διάστημα η μονή των Μαγγάνων εξελίχθηκε σε κέντρο αντιγραφής Ελληνικών βιβλίων, συνεχίζοντας την παράδοση των εργαστηρίων αντιγραφής χειρογράφων της Κωνσταντινούπολης.

Η Κρήτη αποτέλεσε ασφαλές καταφύγιο για πολλούς πρόσφυγες, ευγενείς, λόγιους και κληρικούς. Ο Βενετός ανθρωπιστής Lauro Quirini ανέκρινε πρόσφυγες που έφταναν από την Κωνσταντινούπολη, ζητώντας να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί. Σε αναφορά του προς τον πάπα Νικόλαο Ε’ στις 15 Ιουλίου 1453 μετέφερε την πληροφορία ότι, μόλις εισήλθε ο Μωάμεθ θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη, εκδήλωσε μπροστά στους συμπολεμιστές του την πρόθεσή του μετά τη Νέα να υποτάξει και την Παλαιά Ρώμη.

Αντίγραφο της αναφοράς του Quirini έφτασε στη Βενετία στα χέρια του Καρδινάλιου Βησσαρίωνα, ο οποίος μετέφερε την πληροφορία στις αρχές της πόλης. Αυτές όπως ήταν φυσικό ανησύχησαν και αναζήτησαν τρόπους για την αποτροπή πιθανής Τουρκικής επίθεσης. Τους πρόσφυγες όμως οι Βενετικές αρχές του νησιού αντιμετώπισαν με καχυποψία. Επαναστατικές ενέργειες που σημειώθηκαν την περίοδο αυτή στο νησί συνδέονται με την έλευση των προσφύγων, όπως η συνωμοσία του Σήφη Βλαστού στο Ρέθυμνο το 1453.

Οι επαναστάτες προκειμένου να εκτελέσουν τα σχέδιά τους επικαλέστηκαν πλαστή επιστολή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα. Συνωμοτική κίνηση ξεκίνησε και την περίοδο 1460-1462, αναγκάζοντας το Συμβούλιο των Δέκα της Βενετίας να διατάξει τον Δούκα της Κρήτης να διεξάγει μυστική έρευνα για όλους τους πρόσφυγες, ευγενείς, αστούς, ιερείς και μοναχούς που είχαν έλθει από την Κωνσταντινούπολη και την Πελοπόννησο. Όσα πρόσωπα κρίνονταν επικίνδυνα έπρεπε να απελαθούν από το νησί.

Οι Βενετοί γενικότερα μετά την Άλωση αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα τους Ορθόδοξους πληθυσμούς των κτήσεών τους. Αρκετά χρόνια μετά, το 1840, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μάξιμος ο Γ’, σε επιστολή του προς το δόγη της Βενετίας, ανέφερε για τις καταπιέσεις που υφίσταντο οι Ορθόδοξοι κάτοικοι των Βενετοκρατούμενων περιοχών. Πολλοί Έλληνες μετά την Άλωση, κυρίως πρόσφυγες από τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές, ζήτησαν άσυλο στα νησιά του Ιονίου, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθο και Λευκάδα.


Εγκαταστάσεις Ελλήνων κατά την περίοδο αυτή σημειώθηκαν και σε πόλεις της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Μεγαλύτερο όμως μεταναστευτικό ρεύμα κινήθηκε προς τη Βενετία. Ήδη από τον 11ο και 12ο αι. στην πόλη των δόγηδων είχαν εργασθεί Έλληνες τεχνίτες και καλλιτέχνες, ενώ κατά τον 13ο και 14ο αι. εγκαταστάθηκαν έμποροι, ναυτικοί και λόγιοι. Μετά την Άλωση ο αριθμός των Ελλήνων που έφταναν στη Βενετία αυξήθηκε ραγδαία. Το ρεύμα εντάθηκε με τη σταδιακή κατάληψη από τους Οθωμανούς των κτήσεων της Βενετίας στην Πελοπόννησο και της Κύπρου.

Ανάμεσα στους πρόσφυγες που μετά την Άλωση κατέφυγαν στη Βενετία ξεχώρισε η Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά, θυγατέρα του Μεγάλου Δουκός Νοταρά, η οποία μετέφερε στη νέα πατρίδα της πολλά κειμήλια, όπως η εικόνα του Χριστού «εν δόξη» με τους Δώδεκα Αποστόλους, έργο του 14ου αιώνα, την οποία δώρισε στην Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας. Οι Παρδουνάβιες χώρες επίσης είχαν δεχθεί πολλούς Έλληνες πρόσφυγες ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα.

Εξάλλου οι ηγεμόνες τους προσκαλούσαν συχνά Έλληνες κληρικούς, οι οποίοι συνοδεύονταν από εμπόρους, τεχνίτες και αρχιτέκτονες. Η Άλωση συντέλεσε στην αύξηση των μετακινήσεων προς αυτές τις περιοχές, ενώ οι ηγεμόνες τηs Βλαχίας και της Μολδαβίας φρόντισαν να τονώσουν τις σχέσεις των Εκκλησιών τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και του Σινά.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι συνέπειες αυτών των μεταναστεύσεων ήταν η δημογραφική μείωση του Ελληνικού πληθυσμού, κυρίως των πόλεων, ενώ νέοι οικισμοί δημιουργήθηκαν σε ορεινές και απρόσιτες περιοχές. Γενικότερα τα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν την περίοδο αυτή ήταν:

α) Πύκνωση των πληθυσμών των ορεινών περιοχών της Ελληνικής χερσονήσου (Ήπειρος, Μακεδονία, Δυτική Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος).

β) Μετακίνηση πληθυσμών προς τις Λατινοκρατούμενες περιοχές (Βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου, Κρήτη, Κύπρο, νησιά Ιονίου, νησιά Αιγαίου).

γ) Μετανάστευση σε πόλεις της Βόρειας Βαλκανικής και του Εύξεινου Πόντου, την Ιβηρία, τη Γεωργία, τον Καύκασο και σε πόλεις της Ιταλίας, κυρίως στη Βενετία.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΛΟΓΙΟΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

Η εικόνα του Έλληνα σοφού, που έφευγε μπροστά στον Τούρκο κατακτητή σφίγγοντας πολύτιμα χειρόγραφα διασώζοντας και μεταφέροντας την αρχαία Ελληνική γραμματεία στη Δύση, είναι σχηματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα Ελληνικά χειρόγραφα αναζητούνταν και αγοράζονταν από τουs Δυτικούς πολλά χρόνια πριν από την Άλωση και Βυζαντινοί λόγιοι βρέθηκαν στη Δύση, όπου δίδαξαν την Ελληνική γλώσσα και διέδωσαν την Ελληνική σκέψη δεκαετίες πριν από το 1453.

Στερεότυπη είναι και η άποψη ότι το κύμα της μετανάστευσης των Βυζαντινών λογίων στην Ιταλία αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και η μέσω αυτών αναβίωση της Ελληνικής παιδείας στη Δύση, ήταν ο σπουδαιότερος λόγος της δημιουργίας της Αναγέννησης. Η Αναγέννηση όμως δεν ήταν μία απότομη καμπή ανάμεσα στο Μεσαίωνα και το νεότερο κόσμο ούτε προήλθε αυτόματα ως απόρροια ενός γεγονότος, που συνέβη στην ανατολική Ευρώπη στα μέσα του 15ου αιώνα, αλλά είχε βαθιές ρίζες στο γόνιμο έδαφος του παρελθόντος.

Οι μεταμορφώσεις που συντελέσθηκαν από το 12ο και το 13ο αιώνα στην Ευρωπαϊκή κοινωνία, η οικονομική άνθηση, η διοικητική ανεξαρτησία των κρατιδίων της Ιταλίας, η υποστήριξη του κλασικού πνεύματος και από την Εκκλησία, το κλίμα που δημιουργήθηκε στους πανεπιστημιακούς κύκλους οδήγησαν στην ανανέωση τηs νοοτροπίας, στην ανάδειξη του ατόμου και στην αναζήτηση νέων ιδεωδών.

Η συνεχής επαφή της δυτικής διανόησης με τα επιτεύγματα της Ελληνικής κουλτούρας, όπως αυτή είχε διαφυλαχθεί και διαμορφωθεί στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη, στο Μυστρά και στη νότια Ιταλία, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντα και στην ανάπτυξη της Αναγέννησης, κυρίως με τη χρήση των πρωτότυπων Ελληνικών κειμένων.

ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ

Πρόδρομες μορφές, όπως ο Μάξιμος Πλανούδης, μεταφραστής έργων Λατίνων στα Ελληνικά και μελετητής της Λατινικής φιλολογίας και δυτικής θεολογίας, ο Έλληνας μοναχός από τη νότια Ιταλία Βαρλαάμ ο Καλαβρός, από τους πρώτους που διέδωσε τη γνώση των Ελληνικών στην Ιταλία, δάσκαλος του Πετράρχη, ο Δημήτριος Κυδώνης και ο αδελφός του Πρόχορος, έφεραν σε επαφή τούς δύο κόσμους ήδη από τις αρχές του 14ου αιώνα.


Ειδικά ο Δημήτριος Κυδώνης εργάστηκε όσο κανένας άλλος για την πνευματική και θρησκευτική προσέγγιση Ανατολής και Δύσης με ταξίδια στην Ιταλία και μεταφράσεις σε κείμενα του Ακινάτη και του Αυγουστίνου. Ο σημαντικότερος όμως από τους «πρώιμους» Βυζαντινούς λογίους, που εργάστηκε στη Δύση με επιτυχία διδάσκοντας Ελληνικά σε έναν κύκλο Ιταλών διανοουμένων, ήταν ο Μανουήλ Χρυσολωράς.

Δίδαξε την αρχαία Ελληνική γραμματεία στο Studium της Φλωρεντίας (1396–1399) και συνέταξε τα «Ερωτήματα», μία Γραμματική, που αποτέλεσε το βασικότερο εγχειρίδιο γραμματικήs της Ελληνικής γλώσσας για ενάμιση αιώνα. Το βιβλίο τυπώθηκε γύρω στο 1471 από ένα Γερμανό τυπογράφο και αποτελεί την πρώτη απόπειρα για εκτύπωση Ελληνικού βιβλίου. Το όραμα του Χρυσολωρά να μεταφρασθούν και να διαδοθούν τα Ελληνικά έργα σε ευρύτερα στρώματα κέντρισαν το πάθος των Φλωρεντινών για την αναζήτηση ελληνικών κωδίκων και την υποστήριξη των Ελληνικών σπουδών.

Ο Χρυσολωράς συνέχισε τη διδασκαλία του στην Παβία και στο Μιλάνο και ταξίδεψε σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες ως διπλωματικός απεσταλμένος του Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου. Ιταλοί ουμανιστές εξακολούθησαν τα επόμενα χρόνια τις σπουδές τους στην Κωνσταντινούπολη (μέχρι την Άλωση ήταν το σπουδαιότερο κέντρο για τη μελέτη της Ελληνικής γλώσσας), από όπου μετέφεραν στην πατρίδα τους ελληνικά χειρόγραφα. Στο μεταξύ, γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα, στην Ουμανιστική σκηνή της Ιταλίας δέσποζε ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, διαπρεπής Λατινιστής, που επηρέασε ευρύτατο κύκλο Ιταλών λογίων.

Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους (1430), ο λόγιος Θεόδωρος Γαζής εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, δίδαξε Ελληνικά στη Σιένα και στο πανεπιστήμιο της Φεράρας και εργάστηκε στη Ρώμη και στη Νεάπολη ως μεταφραστής Ελληνικών έργων στα Λατινικά.

ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Η σύνοδος της Φεράρας – Φλωρεντίας (1438 – 39) αποτέλεσε το αποκορύφωμα της πνευματικής συνάντησης Ανατολής – Δύσης. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία να συνομιλήσουν οι σοφοί των δύο Χριστιανικών κόσμων για θεολογικά και φιλοσοφικά θέματα. Στις συζητήσεις έλαμψαν δύο κορυφαία Ελληνικά πνεύματα, ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός και ο Βησσαρίων. Ήταν η ευκαιρία που οι Δυτικοί γνώρισαν, εκτός από τον Αριστοτέλη, που τον ήξεραν από αραβικές κυρίως μεταφράσεις, την Πλατωνική φιλοσοφία.

Ο νεοπλατωνικός Γεμιστός, μολονότι έμεινε ελάχιστα στην Ιταλία, προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και αγαπήθηκε ιδιαίτερα. Οι παραδόσεις του στράφηκαν στις διαφορές του Αριστοτέλη από τον Πλάτωνα. Εξηγούσε γιατί θεωρούσε τον Πλάτωνα ανώτερο από τον Αριστοτέλη, και συνέγραψε το έργο «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται», που γνώρισε τεράστια κυκλοφορία. Η διδασκαλία του συνετέλεσε στην αποδέσμευση του Ευρωπαϊκού πνεύματος από την Αριστοτελική φιλοσοφία και στον προσανατολισμό του προς μία νέα ερμηνεία του κόσμου.

Ο Βησσαρίων, μαθητής του Πλήθωνα, ο πιο αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπος του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα των Βυζαντινών ανθρωπιστών, εγκατέλειψε τη Βασιλεύουσα και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη. Εκεί έγινε ο πυρήνας των Ελληνικών σπουδών στην Ιταλία, ο προστάτης των Βυζαντινών λογίων που κατέφυγαν στη Δύση πριν και μετά την Άλωση (Γεώργιος Τραπεζούντιος, Θεόδωρος Γαζής, Μιχαήλ Αποστόλης, Ανδρόνικος Κάλλιστος).

Ο ακούραστος συλλέκτης Ελληνικών χειρογράφων (η πλούσια προσωπική συλλογή του από Ελληνικά χειρόγραφα αποτέλεσε τον πυρήνα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία) και ο εμπνευστής της ιδέας ότι ο Ελληνισμός δεν χάθηκε με την άλωση της Πόλης, αλλά ότι οι πνευματικοί και πολιτικοί φορείς έπρεπε να εργασθούν για τη μόρφωση και απελευθέρωσή του.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, νέο κύμα λογίων προσφύγων κατέφυγε στην Ιταλία για να διδάξει την Ελληνική γλώσσα και την Ελληνική σκέψη. Πολλοί Λατίνοι είχαν ήδη πάρει μαθήματα Ελληνικής και άρχισε επαγγελματική αντιζηλία μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων για την κατάκτηση πανεπιστημιακών θέσεων. Στη Φλωρεντία μία ενθουσιώδης παρέα λογίων δημιούργησε την «Ακαδημία», όπου συγκεντρώνονταν πνευματικοί άνθρωποι για να ασχοληθούν με την Ελληνική γραμματεία.

Στην πόλη των Μεδίκων προσκλήθηκε το 1456 ο Ιωάννης Αργυρόπουλος για να αναλάβει την έδρα των Ελληνικών στο πανεπιστήμιο, όπου παρέμεινε ώς το 1471, διδάσκοντας Αριστοτέλη και Πλάτωνα και δίνοντας νέα ώθηση στην Ουμανιστική ιδέα. Τον Αργυρόπουλο διαδέχθηκε στη Φλωρεντία (1471–1476) ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, που απέκτησε ένθερμους οπαδούς και συνεχιστές της διδασκαλίας του. Στη Ρώμη ένας κύκλος Ιταλών λογίων και τυπογράφων, με τη στενή συνεργασία του Γαζή και τη συμπαράσταση του καρδιναλίου Βησσαρίωνα, ίδρυσαν Ουμανιστικό τυπογραφείο.


Η επόμενη μεγάλη μορφή Βυζαντινού λογίου με δράση στην Ιταλία μετά τα μέσα του 15ου αιώνα ήταν ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423–1511), που δίδαξε στα πανεπιστήμια της Πάδοβας, της Φλωρεντίας και του Μιλάνου. Στην Πάδοβα μάλιστα υπενθύμιζε στους ακροατές του ότι οι Λατίνοι παρέλαβαν την ανθρωπιστική παιδεία από τους Έλληνες και καλούσε σε βοήθεια των δυστυχισμένων συμπατριωτών του όλους τους χριστιανούς.

Ασχολήθηκε με το εκδοτικό έργο, και στη Φλωρεντία, με τη συνεργασία του Δημητρίου Δαμιλά, τύπωσε το 1488 το πρώτο σημαντικό έργο της Ελληνικής γραμματείας στο πρωτότυπο, «Ομήρου τα σωζόμενα». Ο Δαμιλάς ήταν επίσης ο εκδότης του πρώτου χρονολογημένου Ελληνικού βιβλίου που τύπωσε Έλληνας (Μιλάνο1476), του εγχειριδίου γραμματικής «Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών» του Κωνσταντίνου Λάσκαρη (1434 – 1501), ο οποίος δίδαξε κυρίως στη Μεσσήνη της Σικελίας. Ελληνες λόγιοι βρέθηκαν και σε χώρες πέρα από τις Άλπεις.

Ελληνικά δίδαξε από το 1476 στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης ο Γεώργιος Ερμώνυμος, μαθητής του Γεμιστού, που, παρά τη μετριότητά του, είχε την τύχη να αποκτήσει μαθητές μεγάλους φορείς των Ελληνικών γραμμάτων στις πατρίδες τους, τον Ολλανδό Έρασμο και το Γάλλο Guillaume Βudé, μεταξύ άλλων. Ο Ιανός Λάσκαρις (περ. 1445 – 1535) ήταν ένας ακόμη Έλληνας λόγιος, που σπούδασε στην Ιταλία, δίδαξε για λίγο στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, έγινε διευθυντής του Ελληνικού Κολεγίου στη Ρώμη.

Απέκτησε πολλές επαφές με τη Γαλλική αυλή και διετέλεσε πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βενετία και στη Ρώμη. Ως βιβλιοθηκάριος στο ανάκτορο του Λαυρέντιου Μέδικου, συνέλεξε Ελληνικά χειρόγραφα, που αποτέλεσαν τον πυρήνα της Λαυρεντιανής βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας. Το επιτάφιο επίγραμμα, που συνέταξε ο ίδιος, δείχνει τη νοσταλγία του για την πατρίδα του: Λάσκαρις αλλοδαπή γαίη... Στη Γαλλία έδρασε αργότερα (πρώτο μισό 16ου αιώνα) ο λόγιος και αντιγραφέας Άγγελος Βεργίκιος.

ΣΤΗΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ

Αξιόλογοι λόγιοι υπήρξαν και άλλοι, που ακολούθησαν αυτή την πρώτη γενιά Βυζαντινών δασκάλων και διασκορπίστηκαν και σε άλλους τόπους, εκτός της Ιταλίας. Αλλά το καθοριστικό γεγονός στην ανάδειξη των Ελληνικών σπουδών και στην περαιτέρω καλλιέργεια του Ουμανιστικού πνεύματος, ειδικά στην Ιταλία, ήταν η ίδρυση των τυπογραφείων, που κύριο στόχο είχαν την έκδοση Ελληνικών κειμένων. Υπήρχαν τα τυπογραφεία της Ρώμης, της Φλωρεντίας και του Μιλάνου, αλλά το σημαντικότερο και πιο φημισμένο ήταν το τυπογραφείο της Βενετίας του Αλδου Μανούτιου.

Εκεί το μεγαλύτερο μέρος της τυπογραφικής και εκδοτικής εργασίας γινόταν κυρίως από Έλληνες εγκατεστημένους στη Βενετία. Κύριος εκδότης ήταν ο Κρητικός Μάρκος Μουσούρος (1470–1515), ικανός δάσκαλος σπουδαίων Ουμανιστών της Δύσης (ο Έρασμος Παρακολούθησε μαθήματά του), αλλά και οι Αρσένιος Αποστόλης και Δημήτριος Δούκας, ο οποίος μάλιστα βρέθηκε και στην Ισπανία για εκδοτικούς λόγους. Ανεξάρτητη από το τυπογραφείο του Άλδου ήταν η εκδοτική δράση τού επίσης Κρητικού Ζαχαρία Καλλιέργη, με σημαντικό συνεργάτη το λόγιο Νικόλαο Βλαστό.

Η Βενετία από την τελευταία δεκαετία του 15ου αιώνα μέχρι το πρώτο μισό του 16ου αιώνα πήρε τα πρωτεία από τη Φλωρεντία και έγινε το πρώτο κέντρο στην Ευρώπη για τις Ουμανιστικές σπουδές. Εκεί εκδόθηκε και μεγάλος αριθμός Ορθόδοξων λειτουργικών βιβλίων για την πρακτική καθημερινή λατρεία των Ορθοδόξων, αλλά και οι Έλληνες Πατέρες. Βυζαντινοί λόγιοι συνέλεξαν, αντέγραψαν και εξέδωσαν την Ελληνική γραμματεία. Δίδαξαν φιλολογία και φιλοσοφία, υπήρξαν συνεχιστές της παράδοσης της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης στη Δύση.

Στο δυτικό πολιτισμό έφεραν τη φιλοσοφική παράδοση του Βυζαντίου, που στηριζόταν στον Αριστοτέλη και στον Πλάτωνα, αλλά και τη συμφιλίωση της Πλατωνικής φιλοσοφίας με το δόγμα της Εκκλησίας. Κατόρθωσαν, τέλος, στις ασαφείς ροπές της ιταλικής αναγέννησης να προσδώσουν φιλοσοφικές διαστάσεις και με τη συμβολή τους στην πνευματική αναγέννηση της Ιταλίας να βοηθήσουν στην αναδόμηση των κυριότερων στοιχείων του Λατινικού Ουμανισμού και στη διακίνηση των ιδεών στη δυτική Ευρώπη.

ΑΠΟ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η Επανοίκηση της Κωνσταντινούπολης Μετά την Άλωση

Η τομή που αποτελεί η Άλωση στη γενική ιστορική αντίληψη επηρεάζει αναμφισβήτητα και τις έρευνες γι’ αυτήν την εποχή, πολύ περισσότερο από τις τεχνικές δυσκολίες που γεννά η προσπέλαση και η σύγκριση πηγών διαφορετικής γλώσσας, προέλευσης και υφής. Η Ελληνική και η ξένη Βυζαντινολογία ξεπερνά το 1453, καταρχήν για να ανιχνεύσει την τύχη των τελευταίων Βυζαντινών και κατόπιν για να εντοπίσει τα υπόγεια ρεύματα που θα οδηγήσουν στον νέο Ελληνισμό, παραμένοντας καθαρά σε μια «μεταβυζαντινή» αντίληψη.

Όσο για την αντίστοιχη Τουρκολογία, έχει την τάση να παραβλέπει αυτά που θεωρεί σαν τελευταία Βυζαντινά απομεινάρια για να παρακολουθήσει με μια προοπτική tabula rasa την πορεία της νέας Αυτοκρατορίας. Η ημερομηνία της 29ης Μαΐου 1453, συμβολική για τη διαδοχή των Αυτοκρατοριών στον ευρύ χώρο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της Κωνσταντινούπολης, ως η απαρχή μιας πορείας που θα τη μεταλλάξει διατηρώντας την ταυτόχρονα σαν κέντρο του ίδιου χώρου. Αυτή η πορεία όμως κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη και προδιαγεγραμμένη είναι.


Έτσι ανταποκρίνεται πολύ λίγο τόσο στις προϋποθέσεις μιας «Μεταβυζαντινής», όσο και στα δεδομένα μιας «Ισλαμικής» πόλης. Θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε μερικά βασικά στοιχεία της διαδικασίας αυτής της μεταλλαγής μέσα από τις δύο πιο σημαντικές πολιτικές γραμμές του Μεχμέτ Β΄ σε αυτόν τον τομέα, την επανοίκηση και τον εξωραϊσμό της πόλης που προόριζε για νέα πρωτεύουσά του. Πριν περάσουμε όμως στη χρονολογική παρουσίαση των γεγονότων, πρέπει να διευκρινίσουμε δύο υποθέσεις, για τις οποίες έχουμε λιγότερα τεκμήρια παρά δέσμες συγκλινόντων στοιχείων.

Η πρώτη είναι σχετική με τη θέληση του Σουλτάνου να κάνει την Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσά του πρόκειται για θέμα άμεσα συσχετισμένο με τη συνέχιση της ιδέας και της αρχής της Αυτοκρατορίας. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες που θα μας οδηγούσαν πολύ μακριά, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο Μεχμέτ Β΄, συνειδητά και επίμονα συνεχιστής της Ρωμαϊκής - Βυζαντινής παράδοσης της Αυτοκρατορίας, βρισκόταν στο θέμα αυτό σε σύγκρουση με τις αντιλήψεις του Μουσουλμανικού στοιχείου, μέσα στο οποίο κινιόταν.

Ο επίμονος αντίλαλος, που είχε αφήσει στα αποκαλυπτικά κείμενα ο μακραίωνος αγώνας για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, ταύτιζε την κατάληψή της με την απαρχή της συντέλειας των αιώνων, παρουσιάζοντάς την ταυτόχρονα σαν την κατεξοχήν άπιστη και καταραμένη πόλη. Μόνη εξαίρεση αποτελούσε η Αγία Σοφία, για την οποία πιστευόταν ότι ήταν προορισμένη από τον Θεό για τους Μουσουλμάνους και βρισκόταν ταυτισμένη στα πιο όψιμα κείμενα του Νυκτερινού ταξιδιού του Προφήτη (Mir’ac) με το «Μακρινό Τέμενος» (Mescid el-Aksa), που συνηθέστερα ταυτίζεται με το τέμενος της Ιερουσαλήμ.

Κατά συνέπεια, υποθέτουμε ότι την επομένη της άλωσης ο Μεχμέτ Β΄, παρά τις προθέσεις του, δεν μπορούσε να ανακοινώσει την εγκαθίδρυση της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσάς του και πως αυτή η ανακοίνωση θα γίνει αργότερα, κατά το 1458. Η δεύτερη υπόθεση αφορά τον εκ του μηδενός επανοικισμό της Κωνσταντινούπολης. Πράγματι, δεν διαθέτουμε σήμερα κανένα στοιχείο που θα μας έδειχνε την επί τόπου παραμονή ενός τμήματος από τον πληθυσμό της Βυζαντινής πόλης.

Εξάλλου, η βίαιη κατάληψή της οδηγούσε σύμφωνα με το Ισλαμικό δίκαιο στην αιχμαλωσία και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων της, γεγονός το οποίο, ως γνωστόν, συνέβη. Τρεις μερικές εξαιρέσεις είναι γνωστές. Το ένα πέμπτο των αιχμαλώτων ανήκε νόμιμα στον Σουλτάνο, ο οποίος εγκατέστησε ένα μέρος από αυτούς, απελευθερώνοντάς τους, στα παράλια του Κερατίου. Μετά το τέλος της τριήμερης νόμιμης λεηλασίας ο Μεχμέτ Β΄ διέταξε όσους είχαν κρυφθεί να φανερωθούν, υποσχόμενος πως θα ήταν πλέον ελεύθεροι, είναι έτσι πιθανόν ότι ένα μέρος από αυτούς έμεινε στην πόλη.

Τέλος, ξέρουμε πως μία από τις Εβραϊκές κοινότητες της Οθωμανικής πλέον πρωτεύουσας ήταν γηγενής, χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε αν πρόκειται για απόγονους των Ρωμανιωτών της Βυζαντινής Εβραϊκής συνοικίας της Βλάγκας ή των προστατευομένων των Λατίνων της Βασιλεύουσας. Όπως και να έχει όμως, στους απελεύθερους αυτούς της τρίτης ημέρας δεν αποδιδόταν και η ακίνητη περιουσία τους, εφόσον η γη και τα κτίσματα της κυριευμένης πόλης ανήκαν σύμφωνα με τις ίδιες νομικές βάσεις στον νέο δυνάστη.

Έτσι, με τις καλύτερες προϋποθέσεις αυτοί οι πρώτοι απελεύθεροι, εγκατεστημένοι στα μέρη που τους ορίσθηκαν, πρέπει να δημιούργησαν τον πυρήνα της πρώτης μετά την άλωση εποίκισης. Αυτά τα στοιχεία μας δείχνουν ταυτόχρονα τη μέριμνα του Σουλτάνου για μια γρήγορη επανοίκηση που αντέβαινε στις πεποιθήσεις του περιβάλλοντός του, πόσο μάλλον που το ανθρώπινο υλικό αυτής της εποίκισης, αιχμάλωτο των νικητών, προοριζόταν να αποφέρει κέρδη μέσω της πώλησης ή της εξαγοράς του. Οι προστριβές αυτές θα έλθουν στο φως της ημέρας με την περίπτωση του Νοταρά.

Από την επόμενη ημέρα της άλωσης ο Σουλτάνος διατάζει να βρεθεί ο Λουκάς Νοταράς, η οικογένειά του, οι γαμπροί του και όσοι άλλοι Βυζαντινοί πρώην κυβερνώντες ήσαν εν ζωή και δεν είχαν διαφύγει. Σκοπός του είναι να διορίσει τον Νοταρά διοικητή της Τουρκοκρατούμενης πόλης σαν ασφαλέστερο μέσο επιστροφής των διαφυγόντων και επανοίκησης. Το περιβάλλον του όμως, ήδη δυσαρεστημένο που έχανε αυτούς που θα απέφεραν τις μεγαλύτερες εισπράξεις λύτρων.

Παρατηρούσε λογικά πως ο διορισμός αυτός του Μεγάλου Δούκα θα μπορούσε να επιφέρει μεγάλους κινδύνους σε περίπτωση πιθανής σταυροφορίας για την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης.  Οι διαστάσεις αυτές, περιπλεγμένες με τις κατηγορίες του Νοταρά εναντίον του μεγάλου Βεζύρη Χαλήλ Πασά, έδειξαν στον Σουλτάνο πως δεν θα ήταν δυνατόν να επιβάλει αυτή την επιλογή του και οδήγησαν σε μια ριζική επίλυση, την εκτέλεση του Νοταρά και των ενηλίκων αρρένων της οικογένειάς του, καθώς και των υπόλοιπων Βυζαντινών αξιωματούχων, ταυτόχρονα με τη φυλάκιση και εν συνεχεία την εκτέλεση του Χαλήλ Πασά.

Η αντίδραση αυτή του περιβάλλοντος του Μεχμέτ Β΄, συνοδευόμενη από την απροθυμία των στρατιωτικών να αποχωριστούν τους αιχμαλώτους των, δεν επέτρεπε ως άμεση λύση εποίκισης παρά μόνον την οικειοθελή ή την αναγκαστική μετανάστευση. Έτσι, φεύγοντας για την Αδριανούπολη στις 18 Ιουνίου, ο Σουλτάνος άφηνε πίσω σαν στρατιωτικό διοικητή (subaşı) τον Karıştıran Süleyman, με εντολή να εκδώσει πιστοποιητικό (tezkere) σε όσους, ερχόμενοι με τη θέλησή τους, διάλεγαν οποιοδήποτε ακίνητο για κατοικία.


Αυτό το πιστοποιητικό θα μετατρεπόταν εν συνεχεία σε Αυτοκρατορική άδεια ιδιοκτησίας (mülknâme). Συγχρόνως, έδινε διαταγή να εκτοπισθούν από τις επαρχίες κάτοικοι με τις οικογένειές τους και να οδηγηθούν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Δούκας αναφέρεται σε 5.000 οικογένειες και γράφει πως, σύμφωνα με τη διαταγή, ο εκτοπισμός αυτός θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Τα οικοδομικά μέτρα που αφορούν αυτή την πρώτη περίοδο περιορίζονται στην επισκευή των χερσαίων τειχών και στη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Η μετατροπή αυτή, που ανταποκρίνεται στην πιο ουσιώδη αναμονή των Μουσουλμάνων νικητών, είναι άμεση, αλλά η Αγία Σοφία φαίνεται να είναι για αρκετά ακόμα χρόνια η μόνη εκκλησία της πόλης που έγινε τζαμί. Αντίθετα, πολλά εκκλησιαστικά κτίσματα θα διανεμηθούν στους μετανάστες για ιδιωτική τους χρήση.

Η πρώτη απόπειρα εκτοπισμού δεν φαίνεται να έδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τα σχετικά στοιχεία αφορούν από τη μια τις μικρές πόλεις της Θράκης, από τις οποίες οι περισσότερες κυριεύθηκαν την ίδια εποχή με την Κωνσταντινούπολη, όπως η Μήδεια, η Σηλυβρία, η Ηράκλεια, η Πάναδος, η Αγαθούπολη, η Μεσημβρία, η Ορεστιάδα, κι από την άλλη τις εβραϊκές κοινότητες των επαρχιών.

Ο αριθμός των εκτοπισμένων από τις Θρακικές κωμοπόλεις πρέπει να ήταν σχετικά μικρός, γιατί στους καταλόγους των μη Μουσουλμανικών κοινοτήτων της Κωνσταντινούπολης που διαθέτουμε έναν αιώνα μετά (1540) καμία από αυτές δεν αναφέρεται. Αντίθετα, στους ίδιους καταλόγους βρίσκουμε περίπου σαράντα Εβραϊκές κοινότητες προερχόμενες από πόλεις που βρίσκονταν στην Οθωμανική επικράτεια κατά τα χρόνια της άλωσης.

Θράκη (Καλλίπολη, Διδυμότειχο, Αδριανούπολη), στη Βουλγαρία (Σόφια, Φιλιππούπολη, Προβάδια, Τσέρνοβο, Τύρνοβο, Νικόπολις, Λόφτσα, Βίντιν, Γιάμπολη), στη Μακεδονία (Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Βέροια, Καστοριά, Στιπ, Στρούμιτσα, Σκόπια, Πρίλεπ, Οχρίδα), στην Ήπειρο- Αλβανία (Ιωάννινα, Άρτα, Αυλώνα), στη Θεσσαλία (Φούρνοι, Λαμία, Τρίκαλα, Φανάρι, Λεβαδιά, Θήβα, Νέα Πάτρα, Σάλωνα), και στη Μικρά Ασία (Τίρε, Κασταμονή, Έφεσος, Αττάλεια, Μπόρλου, Εγριντίρ). Συνολικά επρόκειτο για περισσότερες από χίλιες πιθανόν οικογένειες.

Η Εβραϊκή παράδοση, έτσι όπως κυρίως διαμορφώθηκε μετά τη μετανάστευση των Σεφαραδιτών τον 16ο αιώνα, παρουσιάζει τις Εβραϊκές κοινότητες, ανταποκρινόμενες στην έκκληση του Σουλτάνου, να μεταναστεύουν οικειοθελώς. Δεν ξέρουμε, όμως, αν αυτό αληθεύει. Αντίθετα γνωρίζουμε πως οι εκτοπισμοί συναντούσαν αντίσταση από τους ντόπιους πληθυσμούς, κυρίως τους Μουσουλμανικούς.

Το φθινόπωρο του 1453 ο σουλτάνος επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη και διατάζει το κτίσιμο ενός παλατιού στον Φόρο του Θεοδοσίου, καθώς και του κάστρου του Επταπυργίου (Yedikule). Δεν φαίνεται όμως ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα των εκτοπισμών, κυρίως γιατί μεταξύ των νεοφερμένων δεν βρίσκονται πρόσωπα κατάλληλα να αναζωογονήσουν την οικονομική ζωή της Πόλης. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1454 ενθρονίζεται πατριάρχης ο Γεώργιος Σχολάριος με το όνομα Γεννάδιος Β΄, και ο Σουλτάνος τον εγκαθιστά στους Αγίους Αποστόλους.

Η ερημιά και η ανασφάλεια της περιοχής θα οδηγήσει τον Γεννάδιο να εγκαταλείψει αυτήν την εκκλησία, ένα ή δύο χρόνια αργότερα, για τη μονή της Παμμακαρίστου. Μέσα Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου ο Μεχμέτ Β΄ βρίσκεται στην Προύσα, για να καταπνίξει τον ξεσηκωμό που φαίνεται να έχουν προκαλέσει οι διαταγές του για τον εκτοπισμό των εκεί επιφανών εμπόρων προς την Κωνσταντινούπολη. Στα δύο χρόνια που θα ακολουθήσουν δεν σημειώνονται σημαντικές αλλαγές στο πρόγραμμα του εποικισμού.

Οι εκτοπισμοί λίγο-πολύ εξακολουθούν, χωρίς όμως αξιοπρόσεκτα αποτελέσματα και πιθανότατα οι Εβραϊκές κοινότητες που αναφέραμε παραπάνω να έχουν έλθει σταδιακά σε αυτό το διάστημα. Όσο για τον Σουλτάνο που φθάνει στην Αδριανούπολη τον Φεβρουάριο του 1454, δεν θα γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη πριν από το φθινόπωρο του 1455, περιμένοντας πιθανόν να τελειώσει το κτίσιμο του παλατιού του. Το καλοκαίρι του 1454 ο Μεχμέτ Β΄ εκστρατεύει στη Σερβία και επιστρέφει με έναν μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, από τους οποίους 4.000 περίπου θα εγκαταστήσει στην Ευρωπαϊκή ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης.

 Η περιοχή αυτή είχε ήδη ερημωθεί με τις επιθέσεις που προηγήθηκαν της άλωσης και δημιουργούσε πρόβλημα, τόσο για την ασφάλεια της περιφέρειας της μεγαλούπολης, όσο και για τον επισιτισμό της. Έτσι, από το 1454 έως το 1471 πάνω από διακόσια χωριά θα εποικισθούν, σε παλιές και νέες τοποθεσίες, με δεκαπέντε περίπου χιλιάδες εκτοπισμένους, από τους οποίους τα δύο τρίτα είναι χριστιανοί από τα Βαλκάνια και οι υπόλοιποι νομάδες Τουρκομάνοι της Μικράς Ασίας.


Το φθινόπωρο του 1455, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, ο Σουλτάνος βρίσκει το Επταπύργιο και το παλάτι του τελειωμένο, αλλά και μια εμφανώς άναρχη κατάσταση σε ό,τι αφορά τον εποικισμό. Μετανάστες και εκτοπισμένοι έχουν εγκατασταθεί όπου τύχει, καταλαμβάνοντας σημαντικούς χώρους και κτίσματα, τα οποία αδυνατούσαν να συντηρήσουν. Ο Σουλτάνος διατάζει τότε μια γενική απογραφή.

Παρόμοιες απογραφές γίνονταν συστηματικά μετά από κάθε νέα κατάκτηση για να καταγραφούν κάτοικοι, κτίσματα και οικονομικοί πόροι, αλλά δεν είχαν γίνει έως τότε στην Κωνσταντινούπολη, λόγω ελλείψεως κατοίκων. Η απογραφή ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1455, και ο Σουλτάνος, προβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς του στα ακίνητα της πόλης, επέβαλε καταβολή ενοικίου στους κατόχους τους. Αυτή η απόφαση κορύφωσε την αντίδραση των κατοίκων, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είχαν εξαναγκασθεί να μετοικίσουν και δικαιούνταν φορολογικές απαλλαγές μάλλον, παρά πρόσθετη επιβάρυνση.

Έτσι, άρχισαν να εγκαταλείπουν σπίτια, και πολλές φορές οικογένειες, για να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους. Βλέπουμε λοιπόν ότι, στις αρχές του 1456, οι πρώτες απόπειρες επανοίκησης έχουν αποτύχει. Αυτό φαίνεται και από τη γενική εγκατάλειψη των εκκλησιών, ενώ η Αγία Σοφία παραμένει ακόμη το μόνο γνωστό τζαμί. Είναι πλέον φανερό πως τα ημίμετρα και οι αντικρουόμενες αποφάσεις δεν δίνουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Έτσι μια νέα πολύμορφη και σταδιακή πολιτική αρχίζει να διαμορφώνεται.

Πριν από το τέλος του 1456, η επιβολή ενοικίου καταργείται και τίτλοι ιδιοκτησίας αρχίζουν να διανέμονται, ενώ τα ακίνητα που εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή του Σουλτάνου μεταβιβάζονται σταδιακά στο βακούφι της Αγίας Σοφίας. Ταυτόχρονα, και ήδη από τον χειμώνα του 1456, λαμβάνονται σημαντικά εξωραϊστικά μέτρα. Παράλληλα με την ανακαίνιση των υδραγωγείων του Ουάλεντος, που έφεραν νερό στο παλάτι, μια Βυζαντινή βρύση, γνωστή στην Τουρκική εποχή ως Kırkçeşme (Σαράντα βρύσες) επισκευάσθηκε.

Η πιο σημαντική ενέργεια σε αυτόν τον τομέα, όμως, είναι η δημιουργία ενός εμπορικού κέντρου γύρω από το Μπεντεστένι (Βεστιοπρατήριον ή Βεζεστάνιον κατά τον Δούκα). Ο κεντρικός εμπορικός άξονας παραμένει ο Μακρός Έμβολος (Uzunçarşı), που ξεκινά από τη Μέση και φθάνει στον Κεράτιο, στη Βασιλική Πύλη, μπροστά από την οποία γίνεται το πέρασμα προς τον Γαλατά. Σε αυτόν τον άξονα, κοντά στη Βασιλική Πύλη, θα χτισθεί το μεγαλύτερο λουτρό της Πόλης (Tahtakale Hamamı), και λίγο πιο πάνω ένα δεύτερο μικρότερο (Sırt Hamamı).

Είναι φανερό, όμως, πως οι εξωραϊσμοί και οι φορολογικές απαλλαγές δεν αρκούν για να εξαλείψουν τους δισταγμούς, αν όχι και την απέχθεια, του Μουσουλμανικού στοιχείου για την άπιστη πόλη. Μια πράξη ιεροποίησης του χώρου φαίνεται κατά συνέπεια αναγκαία. Θα επιτευχθεί πιθανότατα το 1457 με την ανεύρεση του τάφου του Εγιούπ, συντρόφου του Προφήτη, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, είχε πεθάνει στο διάστημα μιας Αραβικής πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης και είχε ταφεί έξω από τα τείχη.

Η μεταγενέστερη παράδοση ανάγει την ανεύρεση στις μέρες της πολιορκίας του 1453, παρουσιάζοντάς την ως θαυματουργό προμήνυμα της άλωσης, και την αποδίδει στον Akşemseddin, στον Σεΐχη του Σουλτάνου, αλλά οι προγενέστερες πηγές αναφέρουν το χτίσιμο ενός μαυσωλείου και τζαμιού χωρίς σχόλια. Τέλος, αυτά τα μέτρα θα συμπληρωθούν με μια περισσότερο συντονισμένη και σθεναρή πολιτική εκτοπισμών. Η ευκαιρία θα παρουσιασθεί με την εκστρατεία της Πελοποννήσου το 1458.

Ένας σημαντικός αριθμός εκτοπισμένων θα μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη και στα γύρω χωριά. Εξάλλου μπορούμε να θεωρήσουμε το φθινόπωρο του 1458 ως την εποχή κατά την οποία η Κωνσταντινούπολη γίνεται επίσημα η νέα πρωτεύουσα της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας. Μέχρι τότε τα εξωραϊστικά έργα περιορίζονταν στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου, από τον Φόρο του Θεοδοσίου, όπου είχε χτισθεί το παλάτι, μέχρι την Αγία Σοφία.

Έτσι, η Βασιλεύουσα, ήδη αραιοκατοικημένη στα τελευταία Βυζαντινά χρόνια, συρρικνωνόταν στο κέντρο της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Tον χειμώνα του 1458-1459 ο Σουλτάνος παίρνει δύο σημαντικές αποφάσεις. Το παλάτι, του οποίου το κτίσιμο είχε ολοκληρωθεί μόλις τρία χρόνια πριν, εγκαταλείπεται ως διοικητικό κέντρο και επίσημη κατοικία του Σουλτάνου, για μια νέα και πιο σύμφωνη με τα γεωπολιτικά δεδομένα της πρωτεύουσας τοποθεσία, στην άκρη της χερσονήσου, που δέσποζε στην είσοδο του Βοσπόρου και της Προποντίδος.

 Έτσι, αρχίζουν τα έργα, τα οποία θα ολοκληρωθούν σε δύο φάσεις μέχρι το 1478, για να δημιουργήσουν τον πυρήνα του Σεραγιού του Τοπκαπί. Ταυτόχρονα, ο Μεχμέτ Β΄ αρχίζει την οικοδόμηση ενός Αυτοκρατορικού συμπλέγματος, που περιλαμβάνει τζαμί, οκτώ ανώτερες σχολές, οκτώ προκαταρκτικές, νοσοκομείο, συσσίτιο, καθώς και το μαυσωλείο του Σουλτάνου, στη θέση των Αγίων Αποστόλων.


Τόσο η εκλογή αυτής της θέσης, στην οποία οι αρχές είχαν εγκαταστήσει πέντε χρόνια πριν το Πατριαρχείο, όσο και η μετακόμιση του παλατιού δείχνουν πως πρόκειται για σαφή αλλαγή πολιτικής, άμεσα συνδεδεμένη κατά τη γνώμη μας με την επίσημη ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσας. Όσο για την εκλογή της ακραίας για την εποχή θέσης των Αγίων Αποστόλων, οι οποίοι θα κατεδαφισθούν για να χτισθεί το σύμπλεγμα, μπορεί να περιέχει και πρακτικούς σκοπούς.

Όπως είναι η εποίκιση της περιοχής της οποίας η ερήμωση είχε διώξει τον Γεννάδιο λίγα χρόνια πριν, για ένα έργο τόσης συμβολικής σημασίας, όμως, μας φαίνεται ότι τα κίνητρα πρέπει να αναζητηθούν στο ίδιο επίπεδο. Ως εμφανής πλέον συνεχιστής της Αυτοκρατορίας ο Μεχμέτ Β΄ τοποθετούσε το τέμενος και κυρίως το μαυσωλείο του στη θέση, όπου ο ιδρυτής Κωνσταντίνος είχε χτίσει το δικό του, ακολουθούμενος από τους πρώτους Αυτοκράτορες.

Ταυτόχρονα, η αρχιτεκτονική του τζαμιού φιλοδοξεί όχι απλώς να αντιγράψει την Αγία Σοφία, αλλά να τη φθάσει, και, ει δυνατόν, να την ξεπεράσει, τάση που φαίνεται καθαρά στους χρονικογράφους της εποχής, οι οποίοι αναφέρονται σε αυτήν τη σύγκριση, οι μεν για να εκθειάσουν το επίτευγμα, οι δε, αντίπαλοι της ανίερης ιδέας της Αυτοκρατορίας, για να στιγματίσουν την ύβρη που αποτελούσε κατά τη γνώμη τους και η ιδέα, ακόμη, της αναμέτρησης με το θεϊκό κτίσμα της Αγίας Σοφίας.

Παράλληλα, ο Σουλτάνος προτρέπει το περιβάλλον του να τον μιμηθεί στην οικοδομική του δραστηριότητα. Έτσι, Βεζύρηδες και άλλοι αξιωματούχοι αρχίζουν να χτίζουν τζαμιά και άλλα κοινωφελή ιδρύματα. Αυτή η δραστηριότητα δεν συνεπάγεται, όμως, μετατροπή εκκλησιών σε τζαμιά σε όλο το διάστημα της βασιλείας του Μεχμέτ Β΄. Μετά την Αγία Σοφία και μέχρι το 1481, μας είναι γνωστές τρεις μόνον μετατροπές εκκλησιών σε Μουσουλμανικά ιδρύματα.

Και τα τρία αυτά ιδρύματα, αν και περικλείουν χώρους προσευχής, δεν ανταποκρίνονται σε κέντρα Μουσουλμανικών συνοικιών, και θα παραμείνουν έτσι κατά τους επόμενους αιώνες. Άλλο αξιοπρόσεκτο γεγονός είναι ότι τα τζαμιά των αξιωματούχων της εποχής, από τα οποία τα πιο μεγαλοπρεπή είναι τα κτίσματα των Βεζύρηδων Βυζαντινής καταγωγής, όπως ο Μαχμούτ Πασάς, απόγονος του Σερβικού κλάδου των Αγγέλων, και ο Χας Μουράτ Πασάς, Παλαιολόγος, δεν ακολουθούν το Σουλτανικό παράδειγμα μίμησης- αναμέτρησης με την Αγία Σοφία.

Αλλά επιμένουν επιδεικτικά στο παλιό, πολύ λειτουργικό πρότυπο των τζαμιών - τεκέδων - ιεροδιδασκαλείων της Προύσας, σαν να επιθυμούσαν να μείνουν έξω από την Αυτοκρατορική πολεμική που διεξαγόταν ανάμεσα στον σουλτάνο και τους επικριτές του. Οι μαζικοί εκτοπισμοί, τους οποίους εγκαινιάζει η εκστρατεία της Πελοποννήσου του 1458, θα συνεχισθούν για πάνω από δεκαπέντε χρόνια, κυρίως ως επακόλουθο νέων κατακτήσεων, με αξιοσημείωτες όμως εξαιρέσεις στην αρχή της περιόδου.

Έτσι, ενώ η προσάρτηση της Νέας και Παλαιάς Φώκαιας το 1455 δεν είχε επιφέρει εκτοπισμούς, αυτοί θα διαταχθούν το 1460.Το ίδιο συμβαίνει και με τη Σαμοθράκη και τη Θάσο, που κυριεύθηκαν το 1455 και 1456, ενώ οι εκτοπισμοί θα πραγματοποιηθούν εκεί επίσης το 1460, δείγμα και αυτό της αλλαγής της πολιτικής από το 1458 και εξής. Συνολικά γνωρίζουμε τους εξής εκτοπισμούς με σκοπό την εποίκηση της Κωνσταντινούπολης στα επόμενα χρόνια, εκτός των προαναφερθέντων:

Άμαστρις (1459), Αρμενικές κοινότητες Μικράς Ασίας (Άγκυρα, Τοκάτη, Ιστανός, Μαρσιβάνη, Αμισός, Αμάσεια κ.α., 1459 και εξής), Πελοπόννησος (1460), (περιοχή Ναυαρίνου και Εβραϊκή κοινότητα Μυστρά), Αθήνα (1460), Λήμνος (1460), Σινώπη (Εβραϊκή κοινότητα, 1461), Τραπεζούντα (1461), Μυτιλήνη (1462), Άργος (1463), Βοσνία (1463, εποικισμός περιχώρων).

Όπως συμπεραίνεται από την παραπάνω απαρίθμηση, ο εποικισμός της Κωνσταντινούπολης μέσω εκτοπισμών αφορά, σύμφωνα με τις γνώσεις μας, αποκλειστικά μη Μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Αυτό συμβαίνει, κυρίως, επειδή οι εκτοπισμοί είναι εν γένει επακόλουθο κατακτήσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται σε αυτήν την περίοδο σε Χριστιανικές χώρες. Αλλά και στις περιπτώσεις εκτοπισμών από περιοχές της επικράτειας (Έλληνες νησιών, Αρμένιοι Μικράς Ασίας) δεν συναντούμε Μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Είναι πιθανόν ότι το νομικό πλαίσιο και οι τοπικές αντιδράσεις καθιστούσαν δυσχερή την εκτόπιση Μουσουλμανικών πληθυσμών σε ομαλές συνθήκες, οπότε ο Μουσουλμανικός εποικισμός της Κωνσταντινούπολης αφηνόταν στην οικειοθελή μετανάστευση. Το καλοκαίρι του 1467 μια μεγάλη επιδημία πανώλης ενσκήπτει στην πρωτεύουσα και την περιοχή της, φέρνοντας ένα νέο πλήγμα στην πολιτική του εποικισμού της.


Αμέσως μετά, η εκστρατεία που θα οδηγήσει στην κατάλυση του εμιράτου του Καραμάν, στην κεντρική Μικρά Ασία, θα επιφέρει τον πρώτο, και πιθανώς τον μόνο, μαζικό εκτοπισμό Μουσουλμανικών κοινοτήτων προς την Κωνσταντινούπολη. Όλος ο πληθυσμός της Lârende και των γύρω περιοχών θα εκτοπισθεί την άνοιξη του 1468. H πλειονότητά τους είναι Μουσουλμάνοι, αλλά υπάρχει μεταξύ τους και ένας σημαντικός αριθμός Χριστιανών που εμφανίζονται στις πηγές ως Αρμένιοι, παρόλο που φέρουν ως επί το πλείστον Τουρκικά ονόματα.

Αυτή η μαζική εποίκιση θα δώσει την ευκαιρία στον Σουλτάνο να επιβάλει και πάλι ενοίκιο στα ακίνητα των οποίων κρατεί την ψιλή κυριότητα, αφήνοντας την επικαρπία στους κατοίκους. Δυσαρεστημένοι, πολλοί από αυτούς επιστρέφουν στον τόπο τους, πράγμα που θα προκαλέσει μια δεύτερη εκστρατεία το 1471, τόσο για να επαναφέρει τους φυγάδες όσο και για να εκτοπίσει νέες κοινότητες, όπως εκείνη του Aksaray. Ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις της Καραμανίας, η κατάληψη της Χαλκίδας το 1470 συνεισφέρει επίσης στον εποικισμό της πρωτεύουσας.

Αυτός θα ολοκληρωθεί, τουλάχιστον όσον αφορά την εποχή του Μεχμέτ Β΄, με την κατάκτηση του Καφφά και της περιοχής του το 1475, που θα οδηγήσει ένα ρεύμα Χριστιανών Ορθοδόξων, καθολικών και Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη. Η απόφαση του Σουλτάνου να καταμετρήσει τον πληθυσμό της πρωτεύουσάς του το 1478 δείχνει, επίσης, ότι ο εποικισμός έχει φθάσει σε έναν σταθμό. Συμπερασματικά, 25 χρόνια μετά την άλωση και τρία πριν από τον θάνατο του Μεχμέτ Β΄ η Κωνσταντινούπολη είχε φθάσει, και πιθανόν είχε ξεπεράσει, τον πληθυσμό που είχε στις παραμονές της άλωσης.

Χωρίς βέβαια να γίνει η μεγαλούπολη του Ιουστινιανού, των Κομνηνών ή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Ούτε η σύσταση, ούτε η καταγωγή αυτού του πληθυσμού είχε όμως καμία σχέση με τον πληθυσμό των τελευταίων Βυζαντινών χρόνων. Μπορούμε να πούμε, βγάζοντας τα συμπεράσματα από αυτά που προηγήθηκαν, πως η επανοίκηση και η ανοικοδόμηση της Κωνσταντινούπολης, έτσι όπως πραγματοποιήθηκε από τον Μεχμέτ Β΄, πολύ λίγο ταυτίζεται με το πρότυπο μιας «Ισλαμικής πόλης».

Αντίθετα, το σχέδιο συνέχισης της Αυτοκρατορίας, που διέπει και καθοδηγεί τη δράση του Σουλτάνου, αντιτίθεται άμεσα στις θέσεις των θρησκευτικών κύκλων. Τελικά, η πρώϊμη Οθωμανική πρωτεύουσα παρουσιάζεται ως μια πόλη πολύ περισσότερο κοσμοπολίτικη από τη Μεσαιωνική Βυζαντινή Βασιλεύουσα. Τη χρονιά της απογραφής του 1478, η εντός των τειχών Κωνσταντινούπολη περιείχε περίπου 70 τζαμιά, γύρω στις 40 Ορθόδοξες εκκλησίες, δύο Αρμενικές και δύο Καθολικές εκκλησίες, καθώς και έναν απροσδιόριστο αριθμό συναγωγών.

Ταυτόχρονα, όμως, ο μη Μουσουλμανικός και δη ο Ορθόδοξος πληθυσμός, καινουργιοφερμένος από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας, κατά πόσον μπορούσε να εξασφαλίσει μια «μεταβυζαντινή» συνέχεια; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση πρέπει να ξεπεράσουμε την εποχή του Μεχμέτ Β΄ και να δώσουμε μερικά στοιχεία από την περαιτέρω εξέλιξη. Η περίοδος της βασιλείας του Βαγιαζήτ Β΄ παρουσιάζεται εξαρχής ως αντίδραση στην πολιτική του πατέρα του.

Αν εξετάσουμε αυτήν την αλλαγή της πολιτικής από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει εδώ, παρατηρούμε τα εξής: Ενώ γνωρίζουμε τέσσερις μόνο εκκλησίες που μετατρέπονται σε Μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα επί Μεχμέτ Β΄, ο αριθμός αυτός ανέρχεται σε δεκαεπτά στην περίοδο του Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), τέσσερις άλλες θα μετατραπούν στον υπόλοιπο 16ο αιώνα και δύο στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα.

Πιο χαρακτηριστικά, ο Μεσήχ Πασάς, απόγονος και αυτός Παλαιολόγων και αδελφός του Χας Μουράτ Πασά, τριάντα περίπου χρόνια μετά από το «Αρχαΐζον» τέμενος του αδελφού του, πιστό στα πρότυπα της Προύσας, θα μετατρέψει σε τζαμί την εκκλησία του Μυρελαίου, όταν θα γίνει μέγας Βεζύρης το 1500. Σημαντικά κτίσματα, όπως ο ναός των αγίων Σεργίου και Βάκχου, η μονή του Λιβός, η μονή της Χώρας, ο Άγιος Ανδρέας εν Κρίσει, θα γίνουν τζαμιά αυτή την εποχή.

Όσον αφορά τα ιδιωτικά κτίσματα, δηλαδή τις κατοικίες, μετά κυρίως από τον καταστροφικό σεισμό του 1509, ο ετήσιος ισολογισμός του βακουφιού της Αγίας Σοφίας το 1519 μας πληροφορεί πως από τα 706 σπίτια, που ανήκαν σε αυτό το ίδρυμα, μόνον ήταν παλαιότερα του 1453 (9,20%), ενώ άλλα 37 είχαν υποστεί προσθήκες ή μεταλλαγές (5,24%).

Σχετικά με τους κατοίκους, οι «ισχυροί υπόδουλοι», Έλληνες στην υπηρεσία του Σουλτάνου, συνεχίζουν να διατηρούν την οικονομική τους ισχύ μέχρι τον θάνατο του Μεχμέτ Β΄ και κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Βαγιαζήτ. Τα ονόματά τους, μεταξύ των οποίων συχνά αναφέρονται Παλαιολόγοι ή Καντακουζηνοί, συναντώνται κυρίως στους πλειστηριασμούς μεγάλων εισοδημάτων, που ανέρχονται πολλές φορές σε εκατομμύρια άσπρα.


Από τη δεκαετία του 1480, όμως, η πτώση είναι φανερή. Φυλακίσεις ή ακόμα και απαγχονισμοί για αδυναμία εξόφλησης των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων, εξισλαμισμοί, συχνότερα για να αποφευχθεί αυτή η τύχη ή για την απόκτηση αξιωμάτων, μεταναστεύσεις στις δυτικοκρατούμενες περιοχές αποδεκατίζουν μέχρι το τέλος του αιώνα αυτήν την υστεροβυζαντινή άρχουσα τάξη. Tα υπολείμματά της θα παραμείνουν ως προύχοντες της Ελληνορθόδοξης κοινότητας, ασκώντας κυρίως την επιρροή τους στους κύκλους του Πατριαρχείου.

Το σημαντικότερο στοιχείο, όμως, αφορά τη δραστική μείωση του Ελληνορθόδοξου πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης. Οι 3.743 οικογένειες της απογραφής του 1478, παρά τη συμβολή των εκτοπισμένων της Κίλιας και του Άκκερμαν το 1484 και του Βελιγραδίου το 1521, δεν ξεπερνούν τις 2.500 οικογένειες στα μέσα του 16ου αιώνα, δηλαδή περίπου 9.000 άτομα σε μια πόλη που ξεπερνά πιθανώς αυτήν την εποχή τους 100.000 κατοίκους.

Τέλος, τα επαγγέλματα και η εν γένει οικονομική δράση αυτού του στοιχείου στην πρωτεύουσα του 16ου αιώνα δεν δηλώνουν παρουσία που ξεπερνά το δημογραφικό του βάρος. Στον προαναφερόμενο ισολογισμό της Αγίας Σοφίας, από τα 3.124 καταστήματα του βακουφιού, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται σχεδόν το σύνολο της κεντρικής αγοράς (Kapalı Çarşı) και των κατεξοχήν εμπορικών συνοικιών της Πόλης και του Γαλατά, 437 έχουν μη Μουσουλμάνους καταστηματάρχες, εκ των οποίων οι 102 είναι Ρωμηοί.

Δηλαδή, το ποσοστό των Ρωμηών καταστηματαρχών (3,27%) είναι περίπου το ένα τρίτο του αντίστοιχου ποσοστού στον συνολικό πληθυσμό. Επίσης αποτελούν το 23% των μη Μουσουλμάνων καταστηματαρχών, ενώ ανέρχονται στο 40% του μη Μουσουλμανικού πληθυσμού της πρωτεύουσας. Ποια ήταν τότε τα πιο συνηθισμένα επαγγέλματα της Ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης;

Τα κατάστιχα της οικοδομής του συμπλέγματος του Σουλεïμανιέ, από το 1553 ως το 1558, μας δίνουν τον ακριβή αριθμό των μαστόρων και των χτιστών που εργάσθηκαν για την κατασκευή του. Από τους 3.523 οι 1.810 (51%) είναι χριστιανοί, εκ των οποίων οι 1.445 (80%) Ελληνορθόδοξοι. Από αυτούς 543 είναι Κωνσταντινουπολίτες. Κατά συνέπεια το λιγότερο 20% της Ελληνικής κοινότητας της Πόλης είναι χτίστες. Επίσης τα κατάστιχα του κεφαλικού φόρου του 1540 και 1544 κατατάσσουν 182 φορολογούμενους στην κατηγορία των ψαράδων, δηλαδή 7% του συνόλου.

Πιθανώς, λοιπόν, αυτά τα δύο είναι τα πρώτα επαγγέλματα της Ελληνικής κοινότητας. Η συνάθροιση των παραπάνω στοιχείων μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως βρισκόμαστε μπροστά σε δύο τομές: η πρώτη το 1453, όταν οι κάτοικοι της Βυζαντινής πρωτεύουσας αντικαθίστανται από πληθυσμούς διαφόρων γλωσσών και θρησκειών, και η δεύτερη τον 16ο αιώνα, όταν το Ελληνορθόδοξο στοιχείο της Οθωμανικής πλέον πρωτεύουσας φθίνει δημογραφικά, οικονομικά και ίσως πολιτιστικά, μαζί με τα χνάρια του Βυζαντινού πολιτισμού στον αστικό χώρο.

Από τον 17ο αιώνα η κατάσταση θα αντιστραφεί και πάλι με τη μετανάστευση από την ύπαιθρο, και γενικά την επαρχία, προς την Κωνσταντινούπολη. Προς το τέλος αυτού του αιώνα ο Ελληνικός πληθυσμός της πρωτεύουσας θα φθάσει και θα ξεπεράσει τα ποσοστά του 1478, σε ένα σύνολο περίπου 500.000 κατοίκων. Η δημογραφική αυτή άνοδος συνοδεύεται με τη γνωστή οικονομική ευημερία και την πολιτιστική αναγέννηση, κάτω από την ηγεσία των Φαναριωτών. Δεν βρισκόμαστε όμως πλέον, κατά τη γνώμη μας, σε μια μεταβυζαντινή προέκταση, αλλά στην απαρχή μιας νέας εποχής.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το αί­σθημα ασφαλε­ί­ας, η παραμέ­ληση τω­ν ε­παρχιώ­ν της πε­ριφέ­ρε­ιας και η ε­ξα­γορά της στρατιω­τική­ς θητε­ί­ας, σε­ συ­ν­δυ­ασμό­ με­ τις ε­σω­τε­ρικέ­ς πολιτικέ­ς καιθρησκε­υ­τικέ­ς έ­ριδε­ς, θα προκαλέ­σου­ν σταδιακά την αποδιοργάνω­ση του­ Κρά­του­ς και του­ στρατού­, που­ θα με­ταβληθε­ί­από­ ε­θνικό­ς σε­ μισθοφορικό­. Η ε­ξασθέ­νηση του­ στρατού­ και, κυ­­ρί­ω­ς, οι ή­ττε­ς στο Ματζικέ­ρτ και το Μυριοκέ­φαλο, θα γί­νου­ν αιτί­α σταδιακή­ς ε­γκαταστάσε­ω­ς, αρχικά, και ε­πε­κτάσε­ω­ς, με­τέ­πε­ιτα, τω­ν Σε­λτζού­κω­ν στη Μικρά Α­σί­α και με­θοδικού­ ε­ξισλαμισμού­ της.

Η Δ΄ Σταυ­ροφορί­α, το 1204, έ­θε­σε­ τέ­ρ­μα στην παλιά Α­νατολική­ Α­υ­τοκρατορί­α ω­ς υ­πε­ρε­θνικό­ κράτος. Α­πε­τέ­λε­σε­ την αρχή­ του­ τέ­λου­ς τω­ν υ­πολε­ιμμάτω­ν της Α­υ­τοκρατορί­ας. Η φιλοδοξί­α τω­ν Δυ­τικώ­ν αρχηγώ­ν, η ζηλό­τυ­πη πλε­ονε­ξί­α τω­ν Ενε­­τώ­ν και τω­ν συ­μμάχω­ν του­ς, καθώ­ς και οφθό­νος που­ ο κάθε­ Δυ­τικό­ς έ­νοιω­θε­, ιδί­ω­ς με­τά το σχί­σμα, ε­ναντί­ον της Βυ­ζαντινή­ς ε­κκλησί­ας, έ­στρε­ψαν τα ό­πλα κατά της Πό­­λης. Κατάφε­ραν καί­ριο πλή­γμα κατά του­ Βυ­­ζαντί­ου­, σε­ ό­,τι ε­ί­χε­ απομε­ί­νε­ι, γε­γονό­ς που­ απε­τέ­λε­σε­ και το «κύ­κνε­ιο άσμα» της πάλαι ποτέ­ κραταιάς Α­υ­τοκρατορί­ας.

Η βοή­θε­ια που­ ανε­μέ­νε­το ματαί­ω­ς από­ τη Δύ­ση, το κρί­σιμο 1453, δε­ν έ­φθασε­ ποτέ­. «Δε­ν ε­ί­ναι ε­ύ­κολε­ς οι θύ­ρε­ς ό­ταν η χρε­ί­α τε­ς κου­ρτα­λε­ί­», γράφε­ι ο ε­θνικό­ς μας ποιητή­ς. Η Ελλάς, λό­γω­ ε­ιδικώ­ν γε­ω­πολιτικώ­ν και ιστορικώ­ν συ­νθηκώ­ν, αντιμε­τώ­πιζε­, σχε­δό­ν, πάντοτε­ πρό­βλημα ε­πιβιώ­σε­ω­ς. Κάποιος ξέ­νος ιστορικό­ς έ­γραψε­: «Λαμβα­νομέ­νω­ν υ­πό­ψη της θέ­σε­ω­ς της Ελλάδος και του­ ολιγάριθμου­ τω­ν Ελλή­νω­ν, σχε­δό­ν σε­ ό­λη τη διαδρομή­ της Ι­στορί­ας, η ε­πιβί­­ω­ση και η παρού­σα κατάστασή­ της ω­ς ανε­ξάρτητου­ Έ­θνου­ς ε­ις την ε­λε­υ­θέ­ραν Ευ­ρώ­πην, προκαλε­ί­ έ­κπληξιν».


Με­ βάση ό­λα τα ιστορικά προηγού­με­να, οι Έ­λληνε­ς έ­πρε­πε­ να ε­ί­χαν ε­ξαφανιστε­ί­, αφή­νοντας τό­σα λί­γα ί­χνη, ό­σα οι Α­σσύ­ριοι, οι Φοί­νικε­ς, οι Σου­μέ­ριοι και οι Χε­τταί­οι. Ωστό­σο, ο με­λε­τητή­ς της Ι­στορί­ας δοκιμάζε­ι και την αντί­θε­τη έ­κπληξη, πώ­ς, δηλαδή­, η Ελλάδα δε­ν κατό­ρθω­σε­ να καταστε­ί­ το κέ­ντρο ε­νό­ς με­γάλου­ Οι­κου­με­νικού­ Κράτου­ς. Η απάντηση ε­ί­ναι, η «διχό­νοια η δολε­ρή­», που­ ε­πικαλε­ί­ται και ο Εθνικό­ς μας ποιητή­ς.

Τα Ε­λληνικά κρατί­δια ε­μάχοντο με­ταξύ­ τω­ν και με­ρικά από­ αυ­τά ζητού­σαν τη βοή­θε­ια της Ρώ­­μης ή­ του­ κοινού­ ε­χθρού­ για να νική­σου­ν του­ς αντιπάλου­ς του­ς. Με­ρικοί­ αρχηγοί­ διέ­φε­υ­γαν στο ε­χθρικό­ στρατό­πε­δο και ε­γέ­νοντο σύ­μβου­λοι τω­ν αντιπάλω­ν. Βέ­­βαια, ο άνθρω­πος πρέ­πε­ι να διδάσκε­ται από­ την ε­κ προσω­πική­ς ε­μπε­ιρί­ας συ­μφο­ράν. Ο Α­ισχύ­λος λέ­γε­ι: «Πάθε­ι μάθος». Οι λαοί­ οφε­ί­λου­ν να διατηρού­ν την ιστορική­ του­ς μνή­μη δια να διδάσκονται από­ τις συ­μφορέ­ς τω­ν προηγου­μέ­νω­ν γε­νε­ώ­ν.

Η συ­νε­ιδητή­ πορε­ί­α του­ τε­λε­υ­ταί­ου­ Έ­λληνα Αυ­τοκράτορα και τω­ν ολί­γω­ν συ­μπολε­μιστώ­ν του­ προς το θάνατο, θα αποτε­λέ­σε­ι βραδυ­φλε­γή­ βό­μβα στα θε­­μέ­λια της Οθω­μανική­ς Αυ­τοκρατορί­ας. Επί­ αιώ­νε­ς θα χαλυ­βδώ­νε­ι τη θέ­ληση του­ Έ­θνου­ς για αποτί­ναξη του­ ζυ­γού­ και απο­κατάσταση της ε­λε­υ­θε­ρί­ας του­. Οι αγώ­νε­ς και οι θυ­σί­ε­ς του­ Ελληνισμού­, για 400 χρό­νια, θα έ­χου­ν σαν φάρο και σύ­μβολο το «Μαρμαρω­μέ­νο Βασιλιά», που­ με­ την ηρω­ική­ θυ­σί­α του­ θα πε­ράσε­ι στο Πάνθε­οτω­ν ηρώ­ω­ν της Ελληνική­ς Ι­στορί­ας. Εις το σύ­νθημα «έ­χου­ν γνώ­σιν οι φύ­λακε­ς», ε­με­ί­ς απαντού­με­: «Φύ­λακε­ς γρηγορε­ί­τε­».

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής ή Βυζαντινή, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται ιδρύθηκε από το Μέγα Κωνσταντίνο στις 11 Μαΐου 330 και ολοκλήρωσε τον κύκλο της υπερχιλιετούς ζωής της την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 έχοντας ως τελευταίο Αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολογο, ο οποίος χάθηκε μαζί της. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης μπορεί βεβαίως να ήταν αναμενόμενη και αναπόφευκτη.

Παρά ταύτα όμως προκάλεσε σοκ στην Δύση, καθώς προφανώς οι δυτικοί ηγεμόνες δεν είχαν αντιληφθεί μέχρι και την τελευταία στιγμή την κρισιμότητα της κατάστασης και πίστευαν, ότι η Βασιλεύουσα θα κατάφερνε να αντέξει ακόμη μία φορά την πολιορκία, όπως είχε συμβεί και στο παρελθόν. Άλλωστε το Βυζάντιο αποτέλεσε μέχρι εκείνη τη στιγμή δικλείδα ασφαλείας στην εξάπλωση του Μουσουλμανισμού διατήρησε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και αποσόβησε την εξάπλωση των Ανατολικών λαών στη Βαλκανική χερσόνησο και πέρα από αυτή.

Μετά την πτώση είναι ανοιχτός ο δρόμος στον κατακτητή, να επεκτείνει ακόμη περισσότερο τα εδάφη του. Οι υπόλοιποι Χριστιανικοί λαοί της Ευρώπης αδυνατούν να αντισταθούν στην επεκτατική πολιτική του Μωάμεθ. Ακολουθεί επομένως η υποταγή της Σερβίας (1459), του Μοριά (1460), της Τραπεζούντας (1461), της Βοσνίας (1463) και της Αλβανίας (1468). Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αντικαθίσταται πλέον από το Οθωμανικό κράτος.

Παράλληλα, ο Βυζαντινός πολιτισμός, με την ανάπτυξη των τεχνών και του πνεύματος επηρέασε έντονα τις Σλαβικές και δυτικές χώρες, αλλά ακόμη και τον ίδιο τον κατακτητή. Διατήρησε ζωντανό τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και μεταλαμπάδευσε το φως του στη Δύση, καθώς πολλοί λόγιοι του Βυζαντίου κατέφυγαν κυρίως στην Ιταλία, κουβαλώντας μαζί τους τη γνώση του αρχαίου πνεύματος.

Από την άλλη πλευρά, οξύνθηκε ακόμη περισσότερο η θρησκευτική διάσταση μεταξύ δυτικής και ανατολικής εκκλησίας, ιδιαίτερα μετά από την ευφυή κίνηση του Μωάμεθ να τοποθετήσει το μοναχό Γεννάδιο, γνωστό για τις ανθενωτικές του απόψεις, στον Πατριαρχικό θρόνο. Με αυτή την πράξη του Σουλτάνου αποσοβήθηκε ο κίνδυνος μίας ενδεχόμενης συνεργασίας μεταξύ του Βυζαντίου και της Δύσης για την απομάκρυνση του κατακτητή. Η Κωνσταντινούπολη επομένως χάνει πλέον και τον πολιτιστικό ρόλο, που διαδραμάτιζε έως τότε στα Βαλκάνια και διατηρεί μονάχα το θρησκευτικό της ρόλο.

Επιπλέον, τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, αλλά και της άλωσης της Πόλης, όπως ήταν φυσικό δημιούργησαν ζωηρή εντύπωση και αποτυπώθηκαν στη λογοτεχνία της Ανατολής και της Δύσης μέσα από τις διηγήσεις των σύγχρονων αλλά και των μεταγενέστερων ιστορικών και χρονογράφων. Την καταστροφή της Βασιλεύουσας θρήνησαν άπαντες, λόγιοι αλλά και λαϊκοί. Τα δημοτικά τραγούδια εξιστορούν τις τελευταίες ώρες της Πόλης και εγκωμιάζουν τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Το θέμα της πτώσης, της τελευταίας λειτουργίας στη μεγάλη εκκλησία και του θανάτου του τελευταίου ήρωα Αυτοκράτορα δημιούργησαν θρύλους και παραδόσεις, που συγκινούν και εμπνέουν μέχρι και σήμερα. Ο υπεράνθρωπος αγώνας που ανέλαβαν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης εναντίον του πανίσχυρου κατακτητή, η αξιοπρέπεια με την οποία αρνήθηκαν την παράδοση της πόλης.


Το απαράμιλλο ψυχικό σθένος, το οποίο επέδειξαν καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, οι αξίες για τις οποίες αγωνίστηκαν, που δεν είναι άλλες από την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια οδήγησαν στη διαμόρφωση των ηθικών αξιών του Νεοέλληνα. Το σύνθημα της επανάστασης του 1821 «Ελευθερία ή Θάνατος» απηχεί τα λόγια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο οποίος με εξαιρετική γενναιότητα είχε απαντήσει στον απεσταλμένο του Σουλτάνου:

«τό δέ τήν πόλιν σοι δοῦναι οὔτ' ἐμόν ἐστι οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ταύτῃ˙ κοινῇ γάρ γνώμη πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν 627.»

Τέλος, ο Μωάμεθ και οι μεταγενέστεροι Σουλτάνοι ακολούθησαν μία πολιτική ανοχής της διαφορετικότητας, όσον αφορά τη θρησκεία και τον πολιτισμό, η οποία έδωσε στους Έλληνες τη δυνατότητα να διατηρήσουν την ταυτότητα τους και αν και υποτελείς να εξακολουθήσουν να υπάρχουν ως έθνος και αργότερα να εξαπλωθούν ακόμη περισσότερο. Οι θρύλοι, οι παραδόσεις, τα δημοτικά τραγούδια πέρασαν από γενιά σε γενιά και στα δύσκολα χρόνια της δουλείας υπήρξαν στήριγμα και παρηγοριά για το υπόδουλο Ελληνικό γένος.

Εκφράζουν την ψυχική συγκίνηση που δοκίμασε ο λαός από τα συγκλονιστικά γεγονότα που βίωσε και επίσης τους πόθους και τις ελπίδες που θεμελίωσαν την εθνική συνείδηση του Ελληνικού έθνους. Από τα ερείπια θεμελιώθηκε το υψηλό φρόνημα και η ελπίδα για την αποκατάσταση του γένους. Σε όλη τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων της σκλαβιάς σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διατήρησε ζωντανή τη μνήμη της εθνικής συνείδησης και της Ελληνικής ταυτότητας των υπόδουλων και αποτέλεσε φάρο στην αναγέννηση του Ελληνικού έθνους.

Το Βυζάντιο και η ιστορία του εν τέλει αποτελούν για τους Νεοέλληνες τις ρίζες τους και μέσα στη μακρόχρονη πορεία του πλάστηκε σταδιακά η νεώτερη εθνική τους συνείδηση. Η αποφράδα εκείνη Τρίτη θα κατέχει πάντοτε κυρίαρχη θέση στη μνήμη και τις καρδιές όλων των Ελλήνων και μολονότι το τέλος του Βυζαντίου υπήρξε τραγικό, κατέλαβε μυθικές διαστάσεις και θα αποτελεί πάντοτε σημείο αναφοράς για όλους μας.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ 

Η μεγάλη Μεσαιωνική Αυτοκρατορία των Ελλήνων ευτύχησε, τουλάχιστον στην έσχατη στιγμή της, να έχει ως ηγέτη έναν άνθρωπο που άφησε παρακαταθήκη στους αιώνες ένα άφθαστο υπόδειγμα θάρρους και ανδρείας, έναν άξιο επίγονο του Λεωνίδα, των Μαραθωνομάχων, του Αλέξανδρου.

Άλλωστε δεν υπήρχε να αφήσει κάτι άλλο πέραν του θάρρους και της αυταπάρνησής του - ήταν ηγέτης μιας ιστορικής Αυτοκρατορίας που όμως είχε πλέον περιοριστεί στην Κωνσταντινούπολη, μια στενή λωρίδα γης στη Θράκη και τον Μοριά. Tα υπόλοιπα εδάφη της υπερήφανης, κάποτε, αυτοκρατορίας ήταν πλέον λεία των Τούρκων, που κυριαρχούσαν από τα βάθη της Μικράς Ασίας έως τις εσχατιές των Βαλκανίων.

Σε αυτήν τη συγκυρία λίγα μπορούσε να κάνει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ή Δραγάτσης (από το επίθετο της μητέρας του, Έλενας Δραγάτση) ο IA', που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τις 9 Φεβρουαρίου του 1404, το όγδοο από τα δέκα παιδιά του αυτοκράτορα Μανουήλ του 2ου. Δύο φορές παντρεύτηκε ο Κωνσταντίνος. Πρώτη σύζυγός του ήταν η Μανταλένα Τόκο, η οποία πέθανε το 1429, ενώ την ίδια τύχη είχε και η δεύτερη σύζυγός του, επίσης Ιταλίδα (Γενουάτισα), Κατερίνα Γκατιλούτσιο.

O Κωνσταντίνος έγινε Αυτοκράτορας σε ηλικία 45 ετών, το 1449. Πριν ντυθεί την Αυτοκρατορική πορφύρα είχε χρηματίσει δεσπότης του Μοριά. Εκεί επέδειξε αξιοσημείωτα ηγετικά προσόντα, αφού αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, φρόντισε να ανακαταλάβει εδάφη που είχαν χαθεί στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια πραγματοποίησε μια δυναμική εκστρατεία στο Λατινοκρατούμενο δουκάτο των Αθηνών και κατέκτησε με κεραυνοβόλες κινήσεις την Αθήνα και τη Θήβα.

Ωστόσο, οι καιροί δεν επέτρεπαν σε έναν δυναμικό Έλληνα να "κάνει τη διαφορά", έτσι αμέσως μετά παρενέβη η μεγάλη δύναμη - πλέον - των Βαλκανίων, οι Οθωμανοί, που εξεδίωξαν τους Βυζαντινούς από τα εδάφη του δουκάτου. Oι Οθωμανοί δεν θα επέτρεπαν σε κανέναν να αφυπνίσει τους Eλληνες. Tο 1449 ο Αυτοκράτορας και αδελφός του, Ιωάννης Παλαιολόγος πέθανε και ο Κωνσταντίνος έριζε για τη διαδοχή με τον αδελφό του Δημήτριο.

Tο ρόλο του επιδιαιτητή ανέλαβε ο Μουράτ, που αποφάνθηκε υπέρ του Κωνσταντίνου - τόση ήταν πλέον η αδυναμία των Βυζαντινών, που ήταν ουσιαστικά υποτελείς του σουλτάνου και ζητούσαν τη διαιτησία του για ζητήματα διαδοχής. O Κωνσταντίνος κατάλαβε γρήγορα ότι οι φιλικές διαθέσεις των Οθωμανών εξαντλούνταν και ότι σύντομα θα έπρεπε να υπερασπιστεί το τελευταίο προπύργιο του Ελληνισμού ενάντια στις διαθέσεις των Οθωμανών.


Καθώς δεν υπήρχαν δυνάμεις ικανές να αντιπαλέψουν τον πανίσχυρο Οθωμανικό επεκτατισμό στα Βαλκάνια, ο Αυτοκράτορας ακολούθησε το δρόμο των προκατόχων του και μετέβη στη Δύση, όπου του τέθηκε το ίδιο δίλημμα με αυτό που είχε τεθεί και σε εκείνους: "Για να λάβετε βοήθεια, πρέπει να δεχτείτε την ένωση των δύο εκκλησιών, κάτω από την πρωτοκαθεδρία του Πάπα της Ρώμης". O Κωνσταντίνος, του οποίου πρώτιστο μέλημα ήταν να σώσει την αυτοκρατορία, συμφώνησε.

Aλλά ήταν πλέον αργά και ο λαός της Kωνσταντινούπολης, υπό την υποκίνηση και λόγιων όπως ο Γ. Γεννάδιος, δεν ήθελε την Ένωση με τους Λατίνους - όση καλή διάθεση κι αν υπήρχε, όση κι αν ήταν η απόγνωση, οι πληγές που είχε ανοίξει το 1204 ήταν ακόμη ανοιχτές. Ακόμη κι αν όλα είχαν πάει κατ' ευχήν για τον Κωνσταντίνο, η Δύση λίγη διάθεση είχε για να βοηθήσει τους αποκαμωμένους Έλληνες.

O Κωνσταντίνος, αφού αρνήθηκε την πρόταση του Μωάμεθ να παραδώσει την Κωνσταντινούπολη, αντιμετώπισε τη μεγάλη πρόκληση χωρίς συμμάχους, μόνο με ελάχιστους Έλληνες υπηκόους του και λίγους ξένους - εθελοντές ή μισθοφόρους. Έπεσε ηρωικά μαχόμενος μεταξύ των στρατιωτών του, αλλά ο θρύλος τον θέλει να περιμένει την ώρα που θα σηκωθεί για να οδηγήσει τους Έλληνες ξανά στη δόξα.

Οπως λέει ο Γεώργιος Bιζυηνός στο ποίημά του "ο Tελευταίος Παλαιολόγος": "Tότε θε νάρθει ο άγγελος κι αγγελικαί δυνάμεις, να μβούνε να ξυπνήσουμε, να πουν στο Bασιλέα πως ήλθεν πια η ώρα! Kι ο Bασιλεύς θα σηκωθεί τη σπάθα του να δράξει και, στρατηγός σας, θε να μβει στο πρώτο του Bασίλειο, τον Tούρκο να χτυπήσει. Kαι χτύπα χτύπα θα τον πα μακρά να τον πετάξει πίσω στην Kόκκινη Mηλιά και πίσ' από τον ήλιο, που πια να μη γυρίσει!"

Μαρμαρωμένε Βασιλιά
(Κωνσταντίνος Καρυωτάκης)
 
Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,
το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.
 
Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ' αγνό το μέτωπό του,
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.
 
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
ένας Τιτάν π' ακόμα χτες εστόλιζ' ένα θρόνο,
κι εσφάλισε - οϊμένανε! - για πάντ' αυτό το στόμα,
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν' ελπίδες μόνο,
 
Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΗΣ

Στις 26 Ιανουαρίου 1453 δύο γαλέρες αποβίβασαν 700 άνδρες στην Κωνσταντινούπολη. Η παρέλασή τους στους δρόμους της πόλης προκάλεσε τον ενθουσιασμό των κατοίκων. Οι σιδηρόφρακτοι στρατιώτες του Ιωάννη Ιουστινιάνη εθεωρούντο άτρωτοι και η άφιξή τους τροφοδότησε ελπίδες για ενίσχυση από τη Δύση. Αλλά ο Ιουστινιάνης ήταν μόνος.

Ο Ciovani Giustiniani Longo αδικήθηκε από την Ιστορία. Ήταν ένας συνεπής πολεμιστής, γενναίος τυχοδιώκτης ενθουσιώδης υπερασπιστής. Ωστόσο, η υποχώρησή του λίγο πριν από την είσοδο των Τούρκων στην Πόλη έδωσε ερείσματα στην ιστορική καταγραφή για να του απευθύνει μομφή ως προς τη γενναιότητα που επέδειξε. Για τον Ιουστινιάνη δεν γνωρίζουμε πολλά. Αντλούσε την καταγωγή του από μεγάλη εμπορική οικογένεια της Γένοβας, η οποία είχε υπό τον έλεγχό της τη Χίο.

Ο Ιωάννης Λόγγος Ιουστινιάνης γεννήθηκε στις. 1 Ιουνίου 1453 ήταν Γενουάτης στρατιωτικός και ένας από τους υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης κατά την Άλωση από τους Οθωμανούς το 1453. Ήταν επικεφαλής ένοπλου τμήματος 700 Γενουατών. Με προσωπική του πρωτοβουλία, χρηματοδότησε και οργάνωσε στρατιωτική αποστολή επί κεφαλής 700 ένοπλων συμπατριωτών του προς ενίσχυση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης. 
 
 
Όταν έφτασε στην Βασιλεύουσα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος του ανέθεσε την άμυνα της πόλης. Ο Ιουστινιάνη, με την προσωπικότητά του έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στις διαμάχες μεταξύ των στρατιωτών, ιδιαίτερα μεταξύ Βενετών και Γενουατών. Οργάνωσε κατά αποφασιστικό τρόπο την άμυνα, ως αποτέλεσμα να αποκρουστούν οι συνδυασμένες επελάσεις των Οθωμανών, παρ' όλη την συντριπτική αριθμητική υπεροχή τους.
Ο Κωνσταντίνος του έδωσε τον τίτλο του πρωτοστράτορα, του υπευθύνου για την άμυνα της πόλης. Αν κατάφερνε να κρατήσει τους Οθωμανούς έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα λάμβανε ως αμοιβή το νησί της Λήμνου. Η παρουσία του δεν ενθουσίασε όλους τους παράγοντες της Πόλης. Ο μέγας λογοθέτης Λουκάς Νοταράς δεν έκρυβε τη δυσφορία του και οι δύο άνδρες έφτασαν πολύ κοντά στην ένοπλη σύγκρουση. Χρειάστηκε η παρέμβαση του αυτοκράτορα για να αποφευχθεί η αιματοχυσία.

Ο Ιουστινιάνης ήταν υπέρμαχος των ρεαλιστικών λύσεων, αλλά και διόλου φειδωλός ως προς το θάρρος και τη μαχητικότητα που επέδειξε. Σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας ήταν στην πρώτη γραμμή των τειχών, ακούραστος μαχητής και εμψυχωτής δυτικών και Βυζαντινών. Ταυτόχρονα προέτρεπε τον Αυτοκράτορα να εγκαταλείψει την πόλη για να αναζητήσει βοήθεια από τη Δύση. Ο πρωτοστράτορας εγκατέλειψε την άμυνα της Πόλης την ύστατη στιγμή, όταν τραυματίστηκε, λίγο πριν το λάβαρο του Σουλτάνου στηθεί στα τείχη.

Κατά το Φραντζή δεν δέχθηκε τις παρακλήσεις του Κωνσταντίνου «προς τον αδελφό του» για να παραμείνει στη μάχη αν και το τραύμα του δεν ήταν σοβαρό. Άλλες πηγές αναφέρουν πως πληγώθηκε σοβαρά, στο στέρνο, στο πρόσωπο ή στο πόδι. Αποσύρθηκε μαζί με τους άνδρες του και ουσιαστικά επιταχύνθηκε το αναπόφευκτο. Βενετσιάνοι χρονικογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Ιουστινιάνης δείλιασε όταν τραυματίστηκε. Πρόκειται για μία εκδοχή που μάλλον αδικεί την αλήθεια και το ανάστημα του σπουδαίου αυτού άνδρα.

Άνδρες αντίστοιχου ηθικού αναστήματος δεν κυριεύονται από πανικό. Επί πενήντα ημέρες πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Γνώριζε τον συσχετισμό των δυνάμεων. Αν σκόπευε να διαφύγει, θα το επιχειρούσε νωρίτερα. Ο ίδιος θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με τον Σουλτάνο και απάντησε αρνητικά σε όλες τις προτάσεις για δωροδοκία. Βέβαια, επρόκειτο για έναν επαγγελματία που όταν διαπίστωσε πως η μάχη είχε κριθεί, ίσως αποφάσισε πως έφτασε η ώρα της αποχώρησης.

Ο Κορδάτος επικαλείται πηγές και εκτιμήσεις που δεν αποκλείουν ο Ιουστινιάνης να χτυπήθηκε πισώπλατα, από Βυζαντινό βόλι των ανθενωτικών που προτιμούσαν την κυριαρχία του Σουλτάνου από την επιρροή της Δύσης. Αν συνέβη αυτό, η αποχώρηση αποτελεί φυσιολογική αντίδραση. Άλλωστε ο Ιουστινιάνης δεν έκρυβε την καχυποψία του για το ρόλο των ανθενωτικών στοιχείων.

Ο ίδιος ο Ιουστινιάνη, μαζί με τους άντρες του, κατάφεραν να διαφύγουν με πλοία προς την Χίο, όμως βαριά τραυματισμένος πέθανε την 1η Ιουνίου του 1453. Ο τάφος του διασώζεται ακόμη στην Χίο, όμως το Λατινικό επίγραμμά του, που ήταν άλλοτε στην εκκλησία του Αγίου Δομινίκου, έχει κατά τα φαινόμενα εξαφανισθεί:

«Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρι, θανασίμως πληγωθείς απέθανε.»

ΜΩΑΜΕΘ Β' Ο ΠΟΡΘΗΤΗΣ

Ο κατακτητής της Πόλης, ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την άλωση της πιο ένδοξης πρωτεύουσας του Μεσαίωνα, είναι ο Μωάμεθ Β' "ο Πορθητής" (el Fatih, όπως τον αποκαλούσαν οι Οθωμανοί). Πρόκειται για τον έναν από τους δύο (ο άλλος είναι ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής) σπουδαιότερους ηγέτες στη μακρά ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έμελλε να είναι εκείνος που θα έβαζε την ταφόπλακα στη Μεσαιωνική Αυτοκρατορία του Ελληνισμού, το Βυζάντιο.

O Μωάμεθ γεννήθηκε στην Ανδριανούπολη (το Edirne των Τούρκων) που την εποχή εκείνη, το 1432, ήταν η πρωτεύουσα του ανερχόμενου Οθωμανικού Σουλτανάτου. Γιος του Σουλτάνου Μουράτ του Β' και της Χούμα Χατούν, ο Μωάμεθ έλαβε την τυπική εκπαίδευση που διδόταν στους γόνους των ηγετικών φατριών του οθωμανικού κόσμου, αφού προοριζόταν για διάδοχος του πατέρα του.


Σε μικρή ηλικία έγινε Σουλτάνος (μόλις 12 ετών), αφού ο πατέρας του παραιτήθηκε υπέρ αυτού για να αφοσιωθεί σε πνευματικές υποθέσεις (που ήταν άλλωστε, παρά την ικανότητά του στα στρατιωτικά, η κλίση του). O μικρός Σουλτάνος διαπίστωσε ότι ο Βαλκανικός συνασπισμός απειλούσε την κυριαρχία του. Σύντομα με την επικρατέστερη εκδοχή, ο πρωθυπουργός (μέγας Βεζίρης) του Σουλτάνου, Τσανταρλί Χαλίλ, κατάφερε να πείσει, μαζί με άλλους αξιωματούχους, τον Μουράτ να επιστρέψει στο θρόνο και να οδηγήσει τα Οθωμανικά στρατεύματα.

O Μουράτ επέστρεψε και κυβέρνησε ξανά τους Οθωμανούς για πέντε χρόνια (από το 1446 έως το 1451), αφού νίκησε τους Χριστιανούς στην περίφημη μάχη της Βάρνας. Σύμφωνα με την επίσημη Τουρκική εκδοχή, ο Μωάμεθ ήταν εκείνος που ζήτησε από τον Μουράτ να επιστρέψει, όμως τα στοιχεία δείχνουν, καθώς ο Μωάμεθ απομακρύνθηκε από την αυλή και στάλθηκε να διοικήσει ένα Μπεηλίκι στη Μικρά Aσία - ότι η επιστροφή οφειλόταν στις προσπάθειες του Τσανταρλί Χαλίλ, ο οποίος είχε κακές σχέσεις με το νεαρό Σουλτάνο.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, μάλιστα, ο Βεζίρης αποκεφαλίσθηκε ως ύποπτος προδοσίας. Tο 1451, σε ηλικία 19 ετών, ο Μωάμεθ ανέλαβε ξανά τα καθήκοντά του, αφού ο πατέρας του πέθανε από αποπληξία, και έβαλε ως στόχο του να γίνει και "Καίσαρας των Ρωμαίων". Δύο χρόνια αργότερα οδήγησε ένα τεράστιο στράτευμα ενάντια στην Κωνσταντινούπολη και την κατέλαβε, κλείνοντας τον κύκλο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Oι κατακτήσεις όμως των Οθωμανικών ορδών υπό τον Μωάμεθ δεν σταμάτησαν εδώ. Μέχρι το 1461 ο δραστήριος ηγέτης είχε καταλάβει όλες τις υπόλοιπες νησίδες ελεύθερου Ελληνισμού - το Δεσποτάτο του Μορέως και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε την κατάκτηση των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας και οδήγησε τις ορδές του έως το Δούναβη και την Κριμαία.

Mία από τις πλέον δυσφημισμένες ηγετικές φιγούρες του Μεσαίωνα, ο περίφημος Βλαντ Ντρακούλ (ή "Τσέπες", δηλαδή "παλουκωτής"), ο ηγεμόνας της Βλαχίας, σταμάτησε την πρόοδο του ασταμάτητου Τούρκου ηγεμόνα, κατανικώντας αποφασιστικά τις δυνάμεις του στη Μάχη του Βασλούι, όπου εξοντώθηκαν πέραν των 20.000 Τούρκων, όσοι δεν έπεσαν στη μάχη, ανασκολοπίστηκαν από τον αιμοχαρή Βλάχο ηγεμόνα. H ήττα αυτή όμως ουδόλως αποθάρρυνε τον πολυμήχανο Μωάμεθ, που κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση στα βόρεια σύνορά του με πολιτικά και διπλωματικά μέσα και στράφηκε στη Δύση.

H φιλοδοξία του Μωάμεθ ήταν να αναγνωριστεί οικουμενικώς ως "Καίσαρας Ρωμαίων" και για το λόγο αυτόν αποφάσισε να καταλάβει την ίδια τη Ρώμη. Ωστόσο, παρά τις αρχικές επιτυχίες και την κατάληψη του Οτράντο, τα στρατεύματά του ηττήθηκαν αποφασιστικά από το συνασπισμό των Ιταλών υπό τον Πάπα, έτσι αναγκάστηκε να περιοριστεί στην Ανατολική Μεσόγειο και να εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες του για ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

H ηγεσία του Μωάμεθ θεωρείται γενικά "φωτισμένη", αφού προσπάθησε να κυβερνήσει στα μέτρα της Βυζαντινής παράδοσης, επέτρεψε τη λειτουργία (με σημαντικούς περιορισμούς) της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως και προσπάθησε να αναγεννήσει την Πόλη, που την εποχή της κατάληψής της είχε περιπέσει σε παρακμή, φέρνοντας πληθυσμό από άλλα σημεία της απέραντης πλέον Αυτοκρατορίας του και χτίζοντας νέα κτήρια.

O "Πορθητής", αφού εκτέλεσε τον Χαλίλ, όρισε Βεζίρη τον Ζαγάνο Μεχμέτ Πασά, υποστήριξε για το θρόνο του Οικουμενικού Πατριάρχη τον (διακρινόμενο για τα ανθενωτικά αισθήματά του) Γεώργιο Σχολάριο (ως πατριάρχης γνωστός με το όνομα Γεννάδιος B') και του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει ένα είδος κοσμικού ηγέτη των υπόδουλων Ελλήνων. Μάλιστα, επιδιώκοντας να ελέγξει το σύνολο των Ορθοδόξων, ο Μωάμεθ έθεσε ξανά τα δορυφορικά πατριαρχεία, όπως της Σερβίας, υπό τον άμεσο έλεγχου του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Γενικότερα, ο Μωάμεθ δεν ήταν ιδιαίτερα πιστός Μωαμεθανός. Μάλιστα, αποτέλεσε - στην παράδοση των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων - μέγα μέντορα των τεχνών και συγκέντρωσε στην αυλή του πλήθος Ευρωπαίων καλλιτεχνών και λογίων. Πέθανε σε ηλικία μόλις 49 ετών, το 1481, και στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του, Βαγιαζήτ Β'.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ ή ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ Β'

Μία από τις αντιφατικές φιγούρες της Βυζαντινής ιστορίας και ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της περιόδου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Β', γνωστός με το κοσμικό όνομα Γεώργιος Σχολάριος, έπαιξε σημαντικό ρόλο πριν και μετά την πτώση της Πόλης στους Τούρκους.
Γεννήθηκε περί το 1405 στην Κωνσταντινούπολη και λίγα πράγματα είναι γνωστά για τη νεανική του ηλικία.


Καθώς έμπαινε στην τρίτη δεκαετία της ζωής του ήταν ήδη ένας αναγνωρισμένος θεολόγος και διακεκριμένος διανοητής, διαποτισμένος από τις ιδέες του Αριστοτέλη, μελετητής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, αλλά και ένθερμος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Μάλιστα το 1439 μετείχε της Ορθόδοξης αντιπροσωπίας, ως βασικός σύμβουλος, στην Σύνοδο της Φλωρεντίας, όπου διατυπώθηκε μία φόρμουλα για την Ένωση της Ορθόδοξης με την Καθολική εκκλησία, υπό την πρωτοκαθεδρία της δεύτερης.

Ως φαίνεται, αυτή η εμπειρία μαζί με κάποιες άλλες καταστάσεις, οδήγησαν τον Σχολάριο να γίνει φανατικός πολέμιος της Ένωσης, ηγούμενος μάλιστα της μερίδας των ανθενωτικών, που κυριαρχούσε στον εκκλησιαστικό κύκλο και στις λαϊκές τάξεις. Αντίθετα η πολιτική ηγεσία του Βυζαντίου και οι ανώτερες τάξεις ήταν οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές της Ένωσης, αναμένοντας βοήθεια από τη Δύση για να αντιμετωπίσουν τις Οθωμανικές ορδές.

O Σχολάριος στα γραπτά του ανέλαβε να υπερασπιστεί την ιδέα της κυρίαρχης, αυτόνομης και αυτοκέφαλης Ορθόδοξης εκκλησίας, μακριά από τις επιρροές των "σχισματικών Δυτικών" (οι τελευταίοι, φυσικά, θεωρούσαν τους Έλληνες "σχισματικούς"). Mε την ανάληψη της εξουσίας από τον τελευταίο Παλαιολόγο, ο Σχολάριος είχε ήδη τεθεί στο περιθώριο και εισήλθε ως μοναχός στη Μονή του Παντοκράτορα.

Συνέχιζε όμως να επηρεάζει τα πράγματα - και το ορθόδοξο ποίμνιο - και να αποτελεί μία από τις πιο δραστήριες φωνές κατά των προσπαθειών για Ένωση. Mε την πτώση της Κωνσταντινούπολης ο Σχολάριος κλήθηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή να αναλάβει την ηγεσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δίδοντάς του παράλληλα - σχετικά περιορισμένα, φυσικά - προνόμια αυθεντίας επί των Ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής ηγεμονίας.

Ως αποτέλεσμα τούτου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτέλεσε για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όχι μόνο τη θρησκευτική αλλά και την κοσμική ηγεσία του Ελληνισμού μέσα στις συμπληγάδες της Οθωμανικής διοίκησης. Για δέκα χρόνια ο Σχολάριος, υπό το όνομα Γεννάδιος Β', ήταν η κεφαλή του Ορθόδοξου Πατριαρχείου, για να παραιτηθεί τελικώς το 1464 και να αποσυρθεί στη μονή του Προδρόμου στις Σέρρες, όπου αφοσιώθηκε στο θεολογικό έργο του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Σε αυτήν την περίοδο συνέγραψε πλήθος έργων και από αυτήν προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος της εξαίρετης πνευματικής παραγωγής αυτής της λαμπρής για την Ορθοδοξία προσωπικότητας. Μεταξύ των άλλων, ο Γεννάδιος έγραψε κριτικά σχόλια για το έργο καθολικών θεολόγων, διατριβές προς υπεράσπιση της Αριστοτελικής σκέψης, πάμπολλα σχολιαστικά και θεολογικά έργα και πολλά ακόμη. Στο μοναστήρι του Προδρόμου άφησε την τελευταία του πνοή, κατά πάσα πιθανότητα το 1473.

ΧΑΡΤΕΣ 





ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ National Geographic (Part 5)

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ National Geographic (Part 6)

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ











 







(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)




(ΜΕΡΟΣ Γ')


* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β'



ΠΗΓΕΣ :

(1) :

(2) :

(3) :

(4) :

(5) :

(6) :

(7) :

(8) :
 

Από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ανακοινώνεται ότι δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 2848/τ.Β΄/2026) η αριθ.Φ.253.1/62166/Α5/20-5-2026 υπουργική απόφαση με θέμα «Τροποποίηση της υπό στοιχεία Φ.253.1/62264/Α5/31-5-2021 υπουργικής απόφασης «Καθορισμός των συντελεστών βαρύτητας των πανελλαδικά εξεταζόμενων μαθημάτων και των ειδικών μαθημάτων, για εισαγωγή στις σχολές των Α.Σ.Ε.Ι. και Α.Σ.Σ.Υ., στη Σ.Σ.Α.Σ., στις σχολές της Αστυνομικής και Πυροσβεστικής Ακαδημίας, στις Α.Ε.Ν., στις σχολές Δοκίμων Σημαιοφόρων Λιμενικού Σώματος και Λιμενοφυλάκων, καθώς και στις Α.Σ.Τ.Ε. του Υπουργείου Τουρισμού το ακαδημαϊκό έτος 2022 - 2023 και εφεξής.» (Β’ 2281) για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις έτους 2027 και εφεξής», σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι συντελεστές βαρύτητας των πανελλαδικά εξεταζόμενων μαθημάτων για εισαγωγή στις στρατιωτικές σχολές από τις πανελλαδικές εξετάσεις ΓΕΛ 2027 και εφεξής.

Για το ΦΕΚ πατήστε εδώ

 

 

 

Πίνακας κατάταξης εκπαιδευτικών με σκοπό την προεπιλογή για την κάλυψη με απόσπαση θέσης Αναπληρωτή Διευθυντή Δευτεροβάθμιου Κύκλου στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Φρανκφούρτης, μετά την εξέταση των υποβληθεισών ενστάσεων (Αρ. Προκήρυξης39302/Η2/31-3-2026)

Το ΔΤ  (Πίνακες κατόπιν ενστάσεων) εδώ 

Οι πίνακες σε μορφή xls εδώ 

Το ΔΤ σε μορφή pdf εδώ 

 

 

 

Διεξαγωγή συνεντεύξεων εκπαιδευτικών υποψήφιων στη διαδικασία προεπιλογής για την κάλυψη με απόσπαση θέσης Αναπληρωτή Διευθυντή Δευτεροβάθμιου Κύκλου στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Φρανκφούρτης

Το σχετικό έγγραφο ΕΔΩ

 

 

 

Καθώς πλησιάζει η έναρξη των Πανελλαδικών Εξετάσεων 2026, οι υποψήφιοι και οι υποψήφιες βρίσκονται στην τελική ευθεία για τη διαδικασία που θα καθορίσει την εισαγωγή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Παράλληλα, τίθεται σε εφαρμογή το μέτρο οικονομικής ενίσχυσης για όσους απαιτείται να μετακινηθούν εκτός του τόπου φοίτησής τους προκειμένου να εξεταστούν.

Περιεχόμενο του επιδόματος

Το επίδομα ανέρχεται στα 350 ευρώ και καλύπτει βασικές ανάγκες των υποψηφίων, όπως:

  • έξοδα μετακίνησης
  • διαμονή
  • διατροφή

Αφορά αποκλειστικά μαθητές και μαθήτριες που συμμετέχουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις κατά το έτος αποφοίτησής τους από το Λύκειο (ΓΕΛ και ΕΠΑΛ).

Διαδικασία υποβολής αίτησης

Για τη χορήγηση του επιδόματος απαιτείται:

  • υποβολή σχετικής αίτησης μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων
  • κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών
  • διαβίβαση της αίτησης μέσω της σχολικής μονάδας προς τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

Ποιοι δικαιούνται την ενίσχυση

Η οικονομική αποζημίωση καλύπτει κυρίως περιπτώσεις όπου:

  • απαιτείται μετακίνηση από νησί σε άλλο νησί ή προς την ηπειρωτική χώρα
  • πραγματοποιούνται μετακινήσεις εντός της ηπειρωτικής Ελλάδας με απόσταση άνω των 120 χιλιομέτρων

Το επίδομα των 350 ευρώ αποτελεί σημαντική στήριξη για τους υποψηφίους που εξετάζονται μακριά από τον τόπο κατοικίας ή φοίτησής τους, διασφαλίζοντας την ισότιμη συμμετοχή τους στις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2026, ανεξαρτήτως γεωγραφικών περιορισμών.

 

 

 

Προκήρυξη για τον καθορισμό διαδικασίας επιλογής διδακτικού προσωπικού στις Σχολές Μαθητείας Υποψηφίων Κληρικών (Σ.Μ.Υ.Κ.) του Ν. 4823/2021 (Α΄ 136)

Η προκήρυξη ΕΔΩ


 Παρουσία της Σοφίας Ζαχαράκη υπογράφηκε στο Κάιρο, μνημόνιο συνεργασίας, μεταξύ του Δημοκριτείου Πανεπιστήμιου Θράκης και του Capital University της Αιγύπτου - Προβλέπει κοινό αγγλόφωνο προπτυχιακό με ένα εξάμηνο σπουδών στην Κομοτηνή - Συνάντηση της Υπουργού και με τον Αιγύπτιο ομόλογό της

Με τη συνδρομή και παρουσία της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφίας Ζαχαράκη, υπογράφηκε την Τρίτη στο Κάιρο ειδικό μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ) και του Capital University (πρώην Helwan University), ενός από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα δημόσια πανεπιστήμια της Αφρικής ανοίγοντας τον δρόμο για την ίδρυση και λειτουργία Παραρτήματος του ΔΠΘ στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα.

Το πρώτο βήμα περιλαμβάνει τη δημιουργία κοινού αγγλόφωνου προπτυχιακού προγράμματος σπουδών στην Διδασκαλία Φυσικής Αγωγής. Το πρόγραμμα θα υλοποιείται στο Κάιρο και στην Κομοτηνή, μέσω της συνεργασίας του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του ΔΠΘ με τη Σχολή Φυσικής Αγωγής του Capital University.

Η Υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη υπογράμμισε ότι η συνεργασία των δύο πανεπιστημίων αποτελεί αφετηρία για ευρύτερες ακαδημαϊκές συνέργειες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αίγυπτο. «Το αγγλόφωνο τετραετές πρόγραμμα, που απευθύνεται κυρίως σε φοιτητές από τον αραβικό κόσμο, αποτελεί μία ακόμη γέφυρα εκπαιδευτικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. Προβλέπει συμμετοχή ακαδημαϊκού προσωπικού του ΔΠΘ τόσο με φυσική παρουσία όσο και  εξ αποστάσεως διδασκαλία, ενώ είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι οι φοιτητές θα έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν για ένα ακαδημαϊκό εξάμηνο στην Κομοτηνή» σημείωσε η Υπουργός.

Το ειδικό μνημόνιο υπογράφηκε από τον Πρύτανη του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Καθηγητή Φώτη Μάρη,και τον Πρόεδρο του Capital University, Καθηγητή El-Sayed Ibrahim Kandil, παρουσία της Αντιπρύτανη του ΔΠΘ Μαρίας Γρηγορίου, του Αντιπροέδρου του Capital University, Καθηγητή Δρ. Hosam Refai και της Διευθύντριας Διεθνών Σχέσεων, Δρ. Esraa Daoud, στην κατοικία του Πρέσβη της Ελλάδας στην Αίγυπτο, κ. Νικόλαου Παπαγεωργίου. Στην επιτάχυνση των διαδικασιών συνετέλεσε αποφασιστικά η διμερής συνάντηση που είχε νωρίτερα το πρωί της Τρίτης η Υπουργός Παιδείας με τον Αιγύπτιο ομόλογό της.

Ο Πρόεδρος του Capital University, Kαθηγητής κ. Kandil, ευχαρίστησε θερμά την Υπουργό για τη στήριξη που παρείχε από την πρώτη στιγμή στην προσπάθεια συνεργασίας των δύο πανεπιστημίων, σημειώνοντας ότι η υλοποίηση της πρωτοβουλίας επιβεβαιώνει τη δέσμευση που είχε αναλάβει η ελληνική πλευρά, ήδη από τους προηγούμενους μήνες. Όπως ανέφερε, οι σχέσεις Ελλάδας και Αιγύπτου βρίσκονται σήμερα στο καλύτερο επίπεδο των τελευταίων ετών και η συγκεκριμένη συνεργασία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου πλαισίου στρατηγικής σύμπραξης που αναπτύσσεται ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο κ. Kandil υπογράμμισε ότι το Capital University επενδύει συστηματικά στην ανάπτυξη διεθνών ακαδημαϊκών συνεργασιών και εξέφρασε την πεποίθηση ότι η ίδρυση και λειτουργία του Παραρτήματος του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης θα αποτελέσει πρότυπο διεθνούς πανεπιστημιακής συνεργασίας. Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι η αιγυπτιακή πλευρά πρόκειται να παραχωρήσει τις απαραίτητες υποδομές για τη φιλοξενία του Παραρτήματος.

Από την πλευρά του, ο Πρύτανης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Kαθηγητής Φώτης Μάρης, εξέφρασε την ιδιαίτερη ικανοποίησή του για την σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί στη συνεργασία μεταξύ των δύο δημοσίων ΑΕΙ και ευχαρίστησε θερμά τόσο την Υπουργό όσο και τον Πρέσβη της Ελλάδας στην Αίγυπτο για τη διαρκή και ουσιαστική υποστήριξή τους. Όπως τόνισε, η παρουσία της Υπουργού στο Κάιρο αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της στρατηγικής σημασίας που αποδίδει η ελληνική κυβέρνηση στη διεθνοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης. Ο κ. Μάρης επεσήμανε ότι, η ισχυρή στήριξη της ελληνικής πολιτείας κατά τα τελευταία δυόμισι χρόνια υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την πρόοδο του εγχειρήματος με αποτέλεσμα το πρώτο βήμα για την ίδρυση του, η λειτουργία του κοινού προπτυχιακού προγράμματος Διδασκαλία Φυσικής Αγωγής να βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία της υλοποίησής του. Παράλληλα, ανέφερε ότι, έχει ήδη εκπονηθεί ο προγραμματισμός των βασικών ενεργειών για την Ίδρυση του Παραρτήματος στο Κάιρο, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη, ο προγραμματισμός κοινών προγραμμάτων σπουδών σε όλους τους κύκλους εκπαίδευσης —προπτυχιακό, μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο— σε τομείς υψηλής ακαδημαϊκής και αναπτυξιακής σημασίας, όπως οι οικονομικές και γεωπονικές επιστήμες, η ενέργεια, η πληροφορική και οι επιστήμες υγείας.

Κατά τη συνάντηση με τον Αιγύπτιο ομολογό της - προηγήθηκε της υπογραφής - η Σοφία Ζαχαράκη συζήτησε εκτενώς με Dr. Abdelaziz Konsowa, τις προοπτικές περαιτέρω ακαδημαϊκών συνεργασιών ανάμεσα σε ελληνικά και αιγυπτιακά πανεπιστήμια, καθώς και τη δυνατότητα συμμετοχής και άλλων ελληνικών ιδρυμάτων.

Παράλληλα, παρουσίασε τον εθνικό διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ελλάδα για το Λύκειο και το Εθνικό Απολυτήριο, με στόχο ένα πιο σύγχρονο, δίκαιο και αξιόπιστο σύστημα ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Όπως υπογράμμισε η Υπουργός, «η μεγάλη πρόκληση για όλες τις χώρες σήμερα δεν είναι μόνο να δίνουν περισσότερη γνώση, αλλά να δίνουν γνώση που μπορεί να μετατραπεί σε καινοτομία, κινητικότητα και προοπτική για τους νέους ανθρώπους».

Η συζήτηση επεκτάθηκε επίσης στις διεθνείς εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση, στη σημασία της εφαρμοσμένης έρευνας, στις νέες δεξιότητες, στην τεχνητή νοημοσύνη και στις πολιτικές που συνδέουν τα πανεπιστήμια με την καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη.

Η Υπουργός απηύθυνε πρόσκληση στον Dr. Konsowa να επισκεφθεί την Ελλάδα, προκειμένου να γνωρίσει από κοντά το ελληνικό οικοσύστημα ανώτατης εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας, καθώς και σημαντικές αναπτυξιακές υποδομές και πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις.

Μετά τη συνάντηση, η Σοφία Ζαχαράκη δήλωσε:

«Η Ελλάδα και η Αίγυπτος δεν συνδέονται μόνο με την ιστορία τους. Συνδέονται όλο και περισσότερο με το μέλλον τους. Με πανεπιστήμια που ανοίγονται στον κόσμο. Με νέους ανθρώπους που αναζητούν ευκαιρίες, γνώση και κινητικότητα. Με έρευνα και καινοτομία που μπορούν να δημιουργήσουν ανάπτυξη και σταθερότητα σε ολόκληρη την περιοχή. Η εκπαίδευση γίνεται σήμερα μία από τις πιο ισχυρές γέφυρες συνεργασίας στη Μεσόγειο. Και αυτή τη γέφυρα θέλουμε να τη δυναμώσουμε ακόμη περισσότερο».

σζ με κάποιον

όλοι μαζί

 

 

 

 

Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για πλήρωση θέσεων με επιλογή Διευθυντών Δομών Εκπαίδευσης και Κατάρτισης στα Σοφρωνιστικά καταστήματα και στο Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Βόλου 

Το έγγραφο ΕΔΩ 

 

 

 

Προκήρυξη πλήρωσης κενών θέσεων εκπαιδευτικών στα Μουσουλμανικά Ιεροσπουδαστήρια Θράκης (Μ.Ι.Θ.) του άρθρου 4 του ν. 2621/1998 (Α' 136), ήτοι το Μουσουλμανικό Ιεροσπουδαστήριο Κομοτηνής και το Μουσουλμανικό Ιεροσπουδαστήριο Ξάνθης από το σχολικό έτος 2026-2027 και για τετραετή θητεία

Η προκήρυξη ΕΔΩ

 

 

 

Πίνακας δεκτών και μη δεκτών  των υποψηφίων για εισαγωγή στη ΣΜΥΚ ΚΡΗΤΗΣ για το εκπαιδευτικό έτος 2026-2027

Ο πίνακας ΕΔΩ 

 

 

 

Πρόγραμμα συνεντεύξεων υποψηφίων ιεροσπουδαστών ΣΜΥΚ Κρήτης

Το σχετικό έγγραφο ΕΔΩ 

1. ΑΣΕΠ (www.asep.gr)
Μεταβείτε στην επίσημη ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ

2. Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες → Αίτηση (Μετάβαση)
Επιλέγετε «Αίτηση (Μετάβαση)»

3. Είσοδος Μέλους
Σύνδεση στην προσωπική σας περιοχή

4. Κωδικοί Taxisnet
Είσοδος με τους προσωπικούς κωδικούς

5. ΑΦΜ
Συμπλήρωση ΑΦΜ και συνέχεια

6. Νέα Αίτηση
Έναρξη διαδικασίας υποβολής

7. Επιλογή Προκήρυξης
Επιλέγετε την προκήρυξη (π.χ. 1ΓΕ/2026 ή 2ΓΕ/2026)

8. Επιλογή Θέσης / Κλάδου


Δηλώνετε κλάδο και προσθέτετε επιλογές

9. Παράβολο
Κόστος: 15€
Πληρωμή πριν την αίτηση
Κωδικός: 4472

10. Επικόλληση Παραβόλου
Καταχώριση κωδικού στην αίτηση

11. Υπεύθυνη Δήλωση
Εμφανίζεται αυτόματα

12. Πρόχειρος Έλεγχος
Έλεγχος στοιχείων πριν την υποβολή

13. Οριστικοποίηση
Ολοκλήρωση αίτησης
Λήψη email με αριθμό πρωτοκόλλου

ΠΡΟΣΟΧΗ

• Ελέγξτε προσεκτικά τα στοιχεία σας
• Η αίτηση δεν διορθώνεται μετά την οριστικοποίηση

 

 

Σε κατηγορηματική διάψευση σεναρίων περί παροχής μοριοδότησης προχώρησε η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν υφίσταται τέτοια πρόβλεψη για το Λύκειο Ηλιούπολης.

Η Υπουργός, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα και φημολογία που έχει αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα, υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει καμία νομοθετική ή διοικητική ρύθμιση που να προβλέπει ειδική μοριοδότηση για τους μαθητές ή τους εκπαιδευτικούς της συγκεκριμένης σχολικής μονάδας.

Τι διευκρινίζει το Υπουργείο

Σύμφωνα με την τοποθέτηση της Υπουργού:

  • Δεν προβλέπεται καμία μορφή μοριοδότησης για το Λύκειο Ηλιούπολης
  • Δεν υπάρχει σχετική διάταξη σε ισχύ ή υπό επεξεργασία
  • Δεν εξετάζεται ειδικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη σχολική μονάδα

Στόχος της παρέμβασης

Η παρέμβαση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου στοχεύει:

  • στην αποκατάσταση της ορθής πληροφόρησης
  • στην αποφυγή δημιουργίας ψευδών προσδοκιών
  • στη διασφάλιση της ισονομίας μεταξύ σχολικών μονάδων

Με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, το Υπουργείο Παιδείας διαψεύδει τα σενάρια περί μοριοδότησης, επισημαίνοντας ότι δεν υφίσταται καμία σχετική πρόβλεψη για το Λύκειο Ηλιούπολης, επαναβεβαιώνοντας την εφαρμογή ενιαίων κανόνων για το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ο σχεδιασμός για τη μεγαλύτερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των τελευταίων ετών, καθώς ομάδα 100 ειδικών, πανεπιστημιακών και εκπαιδευτικών επεξεργάζεται το νέο σύστημα εισαγωγής στα ελληνικά Πανεπιστήμια, το οποίο αναμένεται να αλλάξει ριζικά τις Πανελλαδικές εξετάσεις.

Την αποκάλυψη έκανε η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, η οποία προανήγγειλε σημαντικές αλλαγές στον τρόπο αξιολόγησης των μαθητών και πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Οι 100 ειδικοί που ετοιμάζουν το νέο εξεταστικό σύστημα

Σύμφωνα με όσα ανέφερε η υπουργός Παιδείας, περίπου 100 ειδικοί συμμετέχουν ήδη στη διαμόρφωση της νέας πρότασης για το εξεταστικό σύστημα, υπό τον συντονισμό του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Μιχάλη Σφακιανάκη.

Η επιτροπή εργάζεται από τον περασμένο Φεβρουάριο και αναμένεται να παραδώσει την ολοκληρωμένη πρόταση στο υπουργείο έως το τέλος Νοεμβρίου.

Το νέο μοντέλο φαίνεται να κινείται πιο κοντά στη φιλοσοφία του International Baccalaureate (IB), καθώς εξετάζεται η συνολική πορεία του μαθητή στο Λύκειο και όχι μόνο η επίδοσή του σε λίγες ημέρες εξετάσεων.

Τι αλλάζει στις Πανελλαδικές εξετάσεις

Στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκονται:

  • ο αριθμός των εξεταζόμενων μαθημάτων,
  • η βαρύτητα των βαθμών της Β’ και Γ’ Λυκείου,
  • η ενίσχυση της Τράπεζας Θεμάτων,
  • η δημιουργία ειδικού σώματος αξιολογητών,
  • αλλά και η πιθανή συμμετοχή της προφορικής αξιολόγησης στο τελικό αποτέλεσμα.

Παράλληλα, το Υπουργείο Παιδείας εξετάζει ένα πιο «συνεχές» μοντέλο αξιολόγησης, όπου η σχολική διαδρομή θα αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την εισαγωγή στα ΑΕΙ.

Πότε θα εφαρμοστεί το νέο σύστημα

Οι αλλαγές δεν αναμένεται να εφαρμοστούν άμεσα. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το νέο εξεταστικό σύστημα θα αφορά τους μαθητές που θα μπουν στην Α’ Λυκείου το 2028, ενώ η πλήρης εφαρμογή του τοποθετείται χρονικά το 2029 ή το 2030.

Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να δώσει χρόνο προσαρμογής σε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς πριν από τη μετάβαση στο νέο μοντέλο.

Παρεμβάσεις σε πανεπιστήμια και φοιτητικές εστίες

Η Σοφία Ζαχαράκη αναφέρθηκε και στις αλλαγές που προωθούνται στα Πανεπιστήμια, με έμφαση στις φοιτητικές εστίες και στην ασφάλεια των ΑΕΙ.

Όπως σημείωσε, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη έλεγχος για παράνομες καταλήψεις και υπεκμισθώσεις δωματίων στις φοιτητικές εστίες, ενώ παράλληλα προχωρά η επικαιροποίηση των κανονισμών λειτουργίας.

Την ίδια στιγμή, η εφαρμογή του ανώτατου ορίου φοίτησης οδήγησε στη διαγραφή περίπου 38.000 ανενεργών φοιτητών από τα μητρώα των ιδρυμάτων.

Αυστηρότερο πλαίσιο ασφάλειας στα ΑΕΙ

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει το Υπουργείο και στο ζήτημα της ασφάλειας στα πανεπιστήμια. Σύμφωνα με την υπουργό Παιδείας, οι πρυτανικές αρχές αποκτούν αυξημένες ευθύνες σε περιπτώσεις βίας ή σοβαρών καταστροφών μέσα στα ιδρύματα.

Παράλληλα, συνεχίζεται η πιστοποίηση των σχεδίων ασφαλείας που έχουν καταθέσει τα πανεπιστήμια, ενώ τα επόμενα χρόνια αναμένονται νέοι διαγωνισμοί για συστήματα επιτήρησης και προστασίας των πανεπιστημιακών χώρων.

Οι επόμενοι μήνες θεωρούνται κρίσιμοι για το μέλλον των Πανελλαδικών εξετάσεων, καθώς η πρόταση των 100 ειδικών αναμένεται να ανοίξει έναν νέο κύκλο πολιτικής και εκπαιδευτικής συζήτησης γύρω από την πρόσβαση στα ελληνικά Πανεπιστήμια.

 

 

Γνωστοποιείται η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τριών Υπουργικών Αποφάσεων που αφορούν στην τροποποίηση των αναθέσεων του μαθήματος Γενικής Παιδείας «Ηθική» για τις τάξεις των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) και των Πρότυπων Επαγγελματικών Λυκείων (Π.ΕΠΑ.Λ.).

Οι εν λόγω ρυθμίσεις τίθενται σε ισχύ από το σχολικό έτος 2026-2027 και αφορούν τις αναθέσεις διδασκαλίας για την Α’ και Β’ τάξη Ημερήσιων ΕΠΑ.Λ. και Π.ΕΠΑ.Λ., καθώς και για την Α’ τάξη Εσπερινού ΕΠΑ.Λ.

Αναλυτικά οι Υπουργικές Αποφάσεις

1η Απόφαση

Η υπ’ αριθ. Φ22/55785/Δ4/07-05-2026 Υπουργική Απόφαση, με θέμα:
«Τροποποίηση της υπό στοιχεία Φ22/75401/Δ4/10-05-2018 απόφασης [...] ως προς τις αναθέσεις του μαθήματος “Ηθική” της Α΄ και Β΄ τάξης ΕΠΑ.Λ.»

  • Δημοσίευση: ΦΕΚ 2625/τ. Β΄/11-05-2026
  • Ανάρτηση στη «Διαύγεια»: ΑΔΑ ΨΩ0Α46ΝΚΠΔ-Α4Υ

2η Απόφαση

Η υπ’ αριθ. Φ9/55830/Δ4/07-05-2026 Υπουργική Απόφαση, με θέμα:
«Τροποποίηση της υπό στοιχεία Φ9/116550/Δ4/17-09-2021 απόφασης [...] ως προς τις αναθέσεις του μαθήματος “Ηθική” της Α΄ τάξης Π.ΕΠΑ.Λ.»

  • Δημοσίευση: ΦΕΚ 2687/τ. Β΄/13-05-2026
  • Ανάρτηση στη «Διαύγεια»: ΑΔΑ ΨΠΟΡ46ΝΚΠΔ-ΩΜΓ

3η Απόφαση

Η υπ’ αριθ. Φ9/55875/Δ4/07-05-2026 Υπουργική Απόφαση, με θέμα:
«Τροποποίηση της υπό στοιχεία Φ9/114791/Δ4/21-09-2022 απόφασης [...] ως προς τις αναθέσεις του μαθήματος “Ηθική” της Β΄ τάξης Π.ΕΠΑ.Λ.»

  • Δημοσίευση: ΦΕΚ 2624/τ. Β΄/11-05-2026
  • Ανάρτηση στη «Διαύγεια»: ΑΔΑ 9ΜΤΡ46ΝΚΠΔ-ΦΗΕ

Τι αλλάζει

Με τις παραπάνω αποφάσεις:

  • Επικαιροποιούνται οι αναθέσεις διδασκαλίας του μαθήματος «Ηθική»
  • Καθορίζεται με σαφήνεια το πλαίσιο διδασκαλίας:
    • στην Α’ και Β’ τάξη ΕΠΑ.Λ.
    • στην Α’ και Β’ τάξη Π.ΕΠΑ.Λ.
    • στην Α’ τάξη Εσπερινού ΕΠΑ.Λ.

Στόχος των ρυθμίσεων

Οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται:

  • στην αναβάθμιση του προγράμματος σπουδών
  • στην ορθολογική κατανομή διδακτικού έργου
  • στην προσαρμογή των αναθέσεων στις σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες

Η δημοσίευση των νέων Υπουργικών Αποφάσεων σηματοδοτεί την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για τη διδασκαλία του μαθήματος «Ηθική» στα Επαγγελματικά Λύκεια, διαμορφώνοντας σαφέστερους όρους ανάθεσης και ενισχύοντας την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων από το επόμενο σχολικό έτος.

 

 

 

Δημοσιεύθηκε στη «Διαύγεια» το υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ.7/62532/Δ1/20-5-2026 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και Ειδικής Αγωγής του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κ. Ιωάννη Παπαδομαρκάκη, με θέμα τον προγραμματισμό του εκπαιδευτικού έργου των Δημοτικών Σχολείων για το σχολικό έτος 2026-2027.

Με την εγκύκλιο αυτή, το Υπουργείο θέτει υπόψη των στελεχών εκπαίδευσης και των Συλλόγων Διδασκόντων/ουσών ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ενεργειών, με στόχο την έγκαιρη και αποτελεσματική οργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας για το επόμενο σχολικό έτος.

Λήξη σχολικού έτους 2025-2026

Σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο:

  • Η λήξη των μαθημάτων ορίζεται για τη Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026
  • Την ίδια ημέρα:
    • Χορηγούνται Τίτλοι Προόδου και αντίγραφα Τίτλων Σπουδών
    • Ολοκληρώνεται η διαδικασία έκδοσης τίτλων, σύμφωνα με το π.δ. 79/2017
    • Αποστέλλονται οι Τίτλοι Σπουδών των μαθητών/τριών της ΣΤ’ τάξης προς τα Γυμνάσια για την εγγραφή τους

Άξονες Προγραμματισμού Εκπαιδευτικού Έργου

Α. Οργάνωση Εκπαιδευτικής Διαδικασίας

Ο προγραμματισμός περιλαμβάνει:

  • Κατάρτιση ωρολογίων προγραμμάτων
  • Κατανομή τμημάτων
  • Ρύθμιση ωραρίου εκπαιδευτικών
  • Αναθέσεις μαθημάτων και διδασκαλία δεύτερης ξένης γλώσσας
  • Υλοποίηση υποστηρικτικών και αντισταθμιστικών θεσμών
  • Προγραμματισμό επιμορφωτικών δράσεων
  • Διαχείριση διδακτικών βιβλίων
  • Μέριμνα για υγιεινή και κτιριακές υποδομές
  • Λειτουργία παραρτημάτων σχολείων
  • Ανάπτυξη και αξιοποίηση σχολικών βιβλιοθηκών
  • Ενημέρωση του πληροφοριακού συστήματος myschool

Β. Λειτουργία Ολοήμερου Σχολείου

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται:

  • Στον ορισμό Υπευθύνου Ολοημέρου
  • Στη λειτουργία της Πρωινής Ζώνης
  • Στις διαδικασίες αναστολής λειτουργίας τμημάτων
  • Στην εφαρμογή του προγράμματος σε ολιγοθέσια σχολεία
  • Στην προώθηση της διατροφικής αγωγής
  • Στην υλοποίηση του Αναβαθμισμένου Ολοήμερου Προγράμματος
  • Στα απαραίτητα έντυπα και διοικητικές διαδικασίες

Γ. Αξιολόγηση και Συλλογικός Προγραμματισμός

Το έγγραφο επαναβεβαιώνει τη σημασία:

  • Του συλλογικού προγραμματισμού των σχολικών μονάδων
  • Της εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου

Στόχος της Εγκυκλίου

Η εγκύκλιος αποσκοπεί:

  • Στην έγκαιρη προετοιμασία των σχολείων
  • Στην ομαλή έναρξη του σχολικού έτους 2026-2027
  • Στη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου

Το Υπουργείο Παιδείας επιχειρεί, μέσω ενός συγκροτημένου πλαισίου οδηγιών, να διασφαλίσει τη συστηματική οργάνωση της σχολικής ζωής, ενισχύοντας τόσο τη διοικητική λειτουργία όσο και τη μαθησιακή διαδικασία στα Δημοτικά Σχολεία της χώρας.

H ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΕΔΩ

 

 

 

Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, σε συνέντευξή της στο ΕΡΤnews Radio 105,8, αναφέρθηκε εκτενώς στις πρωτοβουλίες του Υπουργείου Παιδείας για τις φοιτητικές εστίες και τη φοιτητική μέριμνα, την εφαρμογή του νέου πλαισίου ασφάλειας στα πανεπιστήμια, την εξωστρέφεια των ΑΕΙ, τον εθνικό διάλογο για το Εθνικό Απολυτήριο και τις Πανελλαδικές Εξετάσεις, τη στήριξη των πρεσβυγενών Πατριαρχείων και της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό.

Για το ζήτημα των φοιτητικών εστιών η Σοφία Ζαχαράκη, τόνισε ότι το Υπουργείο σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια υλοποιεί, με διάθεση σημαντικών πόρων από διάφορα χρηματοδοτικά εργαλεία, ένα ευρύ πρόγραμμα ανακαινίσεων και αναβαθμίσεων των υφιστάμενων εστιών, ενώ με τη μέθοδο ΣΔΙΤ κατασκευάζονται νέες σύγχρονες εστίες σε ολόκληρη τη χώρα.

«Ο στόχος που έχουμε θέσει και υλοποιούμε είναι να προσθέσουμε επιπλέον 10.000 νέες κλίνες μέσα στην επόμενη πενταετία, με τη δημιουργία νέων εστιών και την πλήρη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών» ανέφερε η Υπουργός και πρόσθεσε «πιστεύω ακράδαντα ότι τα επόμενα πέντε χρόνια θα είναι χρόνια αποφασιστικής στήριξης και ανάπτυξης των φοιτητικών εστιών γιατί εξελίσσονται ήδη τα έργα ανακαινίσεων, ενώ εντάξαμε ένα πολύ σημαντικό ποσό μετά από εργώδη προσπάθεια έξι μηνών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο. 220 εκατομμύρια για διαγωνισμούς που θα τρέξουν τους επόμενους μήνες. Για ενεργειακή και λειτουργική αναβάθμιση επιπλέον 18 φοιτητικών εστιών. Ταυτόχρονα προχωρούν οι νέες εστίες μέσω ΣΔΙΤ πχ σε Κρήτη, Δυτική Μακεδονία και Θεσσαλία».

Αναλυτικά σε ότι αφορά στη δημιουργία φοιτητικών εστιών μέσω των συμπράξεων Ιδιωτικού και Δημοσίου τομέα:

1. Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης θα δημιουργηθούν δυο νέα συγκροτήματα: στο ΡΕΘΥΜΝΟ θα καλύπτουν επιπλέον 2.710 φοιτητές. Στο Ηράκλειο θα καλύπτουν 2.136 φοιτητές
2. Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας θα δημιουργηθούν επίσης δυο συγκροτήματα φοιτητικών εστιών: στο Βόλο θα καλυφθούν επιπλέον 640 φοιτητές και στη Λαμία 123 φοιτητές
3 Στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης θα δημιουργηθούν δυο συγκροτήματα: σε Αλεξανδρούπολη για 350 φοιτητές και Κομοτηνή επίσης 350 φοιτητές
4. Στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας θα δημιουργηθούν τέσσερα συγκροτήματα: Σε Κοζάνη για 350 φοιτητές, Φλώρινα για 150, Καστοριά 150 και Πτολεμαϊδα 100 ωφελούμενοι φοιτητές
5. Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής Συνολικά 1100 ωφελούμενοι φοιτητές
6. Η ανακαίνιση της φοιτητικής Εστίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου θα καλύψει 450 ωφελούμενους φοιτητές.

Ο συνολικός αριθμός θέσεων στις εστίες μέσω ΣΔΙΤ θα φτάσει τις 8.609, και ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται στις 737.500.000 ευρώ.

Η Υπουργός Παιδείας επανέλαβε επίσης ότι η Κυβέρνηση επενδύει στρατηγικά στη μετατροπή της Ελλάδας σε περιφερειακό κόμβο εκπαίδευσης, μέσω της διεθνοποίησης των ελληνικών πανεπιστημίων, των κοινών και διπλών μεταπτυχιακών προγραμμάτων με κορυφαία ιδρύματα του εξωτερικού και της ενίσχυσης της εξωστρέφειας των ΑΕΙ.
Αναφερόμενη στα τελευταία περιστατικά βίας στα πανεπιστήμια, η Σοφία Ζαχαράκη σημείωσε ότι πρόκειται για «λίγα και μεμονωμένα», ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι «η ανοχή ακόμα και σε ένα περιστατικό μέσα στη χρονιά δεν υπάρχει».

Υπενθύμισε ότι από τον Ιούλιο του 2025 εφαρμόζεται το αυστηρότερο μέχρι σήμερα πλαίσιο κυρώσεων για αξιόποινες πράξεις εντός ΑΕΙ, ενώ παράλληλα προχωρά η εφαρμογή σχεδίων ασφάλειας, ελεγχόμενης εισόδου και ηλεκτρονικών καρτών φοιτητών.

Για το Εθνικό Απολυτήριο, η Υπουργός γνωστοποίησε ότι ο σχετικός διάλογος βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη από τον Φεβρουάριο μέσω Εθνικής Επιτροπής, η οποία θα παραδώσει το πόρισμά της προς το τέλος του Φθινοπώρου. Όπως τόνισε, στόχος είναι ένα νέο, εφαρμόσιμο σύστημα αξιολόγησης και εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με έμφαση στη μείωση της πίεσης που προκαλεί το σημερινό εξεταστικό μοντέλο.

Ενόψει των Πανελλαδικών Εξετάσεων, η Σοφία Ζαχαράκη διαβεβαίωσε ότι όλα είναι έτοιμα για την ομαλή διεξαγωγή τους, επισημαίνοντας ότι η προετοιμασία ξεκινά αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων κάθε χρονιάς.

Παράλληλα, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο Ψηφιακό Φροντιστήριο, το οποίο παρουσιάζει αύξηση χρήσης κατά 30% σε σχέση με πέρυσι, προσφέροντας live μαθήματα, τεστ προσομοίωσης και ασύγχρονο εκπαιδευτικό υλικό για μαθητές σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Η Υπουργός ανακοίνωσε επίσης ότι από το 2026 θα επεκταθεί live διδασκαλία και στην Α’ και Β’ Λυκείου, ενώ θα αξιοποιηθεί η τεχνητή νοημοσύνη μέσω ψηφιακού προσωπικού βοηθού για την εξατομικευμένη υποστήριξη των μαθητών.

Αναφερόμενη στο ταξίδι της στην Αίγυπτο και τη συνάντησή της με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, η Σοφία Ζαχαράκη υπογράμμισε ότι εντός του καλοκαιριού θα κατατεθεί νομοσχέδιο για τους κληρικούς της ομογένειας με στόχο τη στήριξη των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων και της Μονής Σινά από το Ελληνικό κράτος.

 

 

''Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ''
 
O ΚΛΟΙΟΣ ΣΦΙΓΓΕΙ

Αφού τιμώρησε (δεν τον αποκεφάλισε, μετά τα παρακάλια των αξιωματούχων του, αλλά τον καθαίρεσε και τον μαστίγωσε) τον Βούλγαρο ναύαρχο Μπάρτογλου για την αποτυχία του ενάντια στα τέσσερα Χριστιανικά πλοία, ο Μωάμεθ αποφάσισε να αλλάξει πορεία. Κατανοούσε ότι για να εξασφαλίσει τον πλήρη αποκλεισμό της Πόλης, έπρεπε να ελέγξει τον Χρυσόκερο, τον Κεράτιο κόλπο. H αλυσίδα που έφραζε την είσοδο, σε συνδυασμό με τα ισχυρά πλοία που τη φρουρούσαν, έμοιαζε αδύνατο να παραβιαστεί. Oπότε, παίρνοντας παράδειγμα από παρόμοιες ενέργειες που είχαν γίνει παλιότερα από Ιταλούς και Άραβες, αποφάσισε να προχωρήσει στην υπερνεώλκηση (ρυμούλκηση διά ξηράς) τμήματος του στόλου του διαμέσου της "κοιλάδας των Πηγών"...

 Επρόκειτο για ένα τεράστιο έργο, αλλά οι δυνατότητες των Οθωμανών σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν σχεδόν ανεξάντλητες. Tα πληρώματα των πλοίων και χιλιάδες από τους εργάτες που συνόδευαν το στράτευμα, ξεκίνησαν το κολοσσιαίο έργο της υπερνεώλκησης 72 από τα μικρότερα πλοία των Oθωμανών στον Kεράτιο. Tο πρωί της 23ης Απριλίου το σύνολο των πλοίων βρισκόταν πλέον στον κόλπο. Oι Βυζαντινοί είχαν χάσει τον έλεγχο του Κεράτιου και ο Οθωμανικό κλοιός είχε σφίξει γύρω από την Πόλη σαν μέγκενη που απειλούσε να συνθλίψει τους υπερασπιστές της. Tο σχέδιο του Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρποληθούν τα πλοία των Οθωμανών που είχαν περάσει στον Κεράτιο τέθηκε σε εφαρμογή.

Αλλά το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια δύο Χριστιανικών πλοίων - το ένα μάλιστα, όπου επέβαινε ο Κόκο, βυθίστηκε αύτανδρο. Σύμφωνα με τις πηγές, ένας Γενουάτης εξωμότης, έμπορος από το Πέραν, ήταν εκείνος που ενημέρωσε τον Μωάμεθ για το σχέδιο και γι' αυτό οι τολμηροί μπουρλοτιέρηδες απέτυχαν. Για μερικές ημέρες τα πράγματα ηρέμησαν, καθώς εκτός από τους συνεχείς κανονιοβολισμούς και κάποιες σποραδικές απόπειρες των Τουρκικών πλοίων να προσεγγίσουν τα θαλάσσια τείχη από την πλευρά του Κεράτιου, δεν υπήρξε άλλη αξιοσημείωτη δραστηριότητα. 
 
Καθώς η βοήθεια που περίμεναν οι πολιορκημένοι από τη Βενετία δεν ερχόταν, ο Αυτοκράτορας έστειλε ένα πλοίο υπό Τουρκική σημαία, με πλήρωμα δώδεκα εθελοντές ντυμένους με Τουρκικές στολές, για να αναζητήσει νέα για το στόλο που είχαν ζητήσει ο Αυτοκράτορας και οι Βενετοί της Πόλης από το Συμβούλιο της Γαληνότατης. H αγωνιώδης αναμονή επέφερε τη διάλυση στις Χριστιανικές τάξεις, καθώς η διαρκής έχθρα μεταξύ Γενουατών και Ενετών είχε εξελιχθεί σε ανοιχτή διαμάχη και η ενδοχριστιανική έριδα έμοιαζε αγριότερη από εκείνη έξω από τα τείχη. 
 
H παρέμβαση του Αυτοκράτορα έθεσε τέρμα στις ανοιχτές κατηγορίες και στους τσακωμούς, ωστόσο τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ των Ιταλών παρέμεναν.

OΙ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΞΑΝΑΡΧΙΖΟΥΝ

Για μερικές ημέρες το μεγάλο ("Βασιλικό") κανόνι του Ουρβανού είχε σιγήσει, εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων (παρουσίασε ρωγμές λόγω υπερθέρμανσης από τη συνεχή χρήση). Όμως την 6η Μαΐου άρχισε ξανά να εκσφενδονίζει τεράστιους ογκόλιθους στο τείχος. Oι υπερασπιστές παρατήρησαν μία αυξανόμενη κινητικότητα στις Τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν έξω από το τείχος, ενώ ταυτόχρονα τα πλοία στον Κεράτιο έδειχναν σημάδια κινητοποίησης.
Φαινόταν ότι προετοιμαζόταν επίθεση των Οθωμανών και πραγματικά, την αυγή της επομένης, 7 Μαΐου, ο Σουλτάνος έστειλε ένα μεγάλο τμήμα του στρατού να επιτεθεί στα τείχη. Περνώντας μέσα από την, παραγεμισμένη, με τα υλικά από το τείχος που κατέρρεε, τάφρο, οι Τούρκοι έβαλαν ξανά στόχο το Μεσοτείχιο. H επίθεση ήταν σύντομη, αφού κράτησε μόλις τρεις ώρες, αλλά εξαιρετικά σφοδρή. Tο τείχος στο σημείο αυτό ήταν ερείπιο και οι υπερασπιστές χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τους επιτιθέμενους επί ίσοις όρους. 

Στην τρομερή μάχη διακρίθηκε ένας Έλληνας υπό το όνομα Ρανγάβος, που φέρεται να έκοψε στα δύο με μία σπαθιά το σημαιοφόρο του Σουλτάνου, Αμίρ Mπέη, πριν περικυκλωθεί και ο ίδιος από τα στίφη των Τούρκων και φονευθεί. Oι Χριστιανοί κατάφεραν να κρατήσουν για άλλη μία φορά, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες απώλειες στους Τούρκους. O Μωάμεθ άρχιζε να γίνεται ανυπόμονος και προβληματιζόταν με την αντοχή των υπερασπιστών. 
 
Ξημερώνοντας η 12η Μαΐου, ο Μωάμεθ έριξε σχεδόν το μισό στράτευμά του σε άλλη μία σφοδρή επίθεση, αυτή τη φορά στο τμήμα του τείχους των Βλαχερνών, κοντά στην ένωση με το Θεοδοσιανό τείχος. Στην τρομερή μάχη που ακολούθησε, οι Χριστιανοί κατόρθωσαν για μία ακόμη φορά να αποκρούσουν την έφοδο, χάρη στην έγκαιρη άφιξη των ενισχύσεων υπό τον Θεόδωρο Καρυστινό. H απελπισία άρχισε να γίνεται εμφανής στα πρόσωπα των πολιορκημένων και κάποιοι πρότειναν ακόμη και μαζική έξοδο, με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα, κάτι που απορρίφθηκε από εκείνους που προσέβλεπαν ακόμη σε έξωθεν βοήθεια. 

Oι Τούρκοι, βλέποντας ότι τα τείχη, παρά τον σφοδρότατο βομβαρδισμό, πρόσφεραν ακόμη κάλυψη στους υπερασπιστές της πόλης, είχαν ξεκινήσει ήδη από εβδομάδες να σκάβουν σήραγγες για να τα υπονομεύσουν. Σέρβοι και Βόσνιοι μεταλλωρύχοι είχαν αναλάβει απρόθυμα το τρομερό καθήκον και έσκαβαν σήραγγες κάτω από τα θεμέλια των τειχών. Στην αντιμετώπιση αυτής της απειλής εξέχοντα ρόλο έπαιξε ο Ιωάννης Γκραντ, μηχανικός που είχε έλθει στην Πόλη από τη Γερμανία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν Σκωτσέζικης καταγωγής. 
 
Υπό την καθοδήγησή του οι Βυζαντινοί, αφού ανακάλυπταν τις στοές των Οθωμανών, έσκαβαν δικές τους και απέκρουαν τους εισβολείς, βάζοντας φωτιά στα υποστηρίγματα των "λαγουμιών" των Τούρκων. Tο σκηνικό αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. O Μωάμεθ είχε πια ουσιαστικά σταματήσει τις εφόδους και προσπαθούσε με διάφορα τεχνάσματα να πετύχει την εκπόρθηση της πόλης. Πέρα από τις στοές, που συνέχιζαν να σκάβονται σχεδόν καθημερινά, οι Τούρκοι ξεκίνησαν να κατασκευάζουν στις 19 Μαΐου μία πρόχειρη γέφυρα στον Κεράτιο, από το Γαλατά στα τείχη της πόλης, θέλοντας προφανώς να συνδυάσουν την επίθεση στο θαλάσσιο τμήμα του τείχους με τις χερσαίες επιχειρήσεις. 
 
 
Ωστόσο, δεν φαίνεται αυτή η γέφυρα να ολοκληρώθηκε ή να χρησιμοποιήθηκε ποτέ στις συγκρούσεις. Επίσης, ένας τεράστιος πολιορκητικός πύργος που κατασκεύασαν οι Οθωμανοί για να επιτεθούν κατά των τειχών, ανατινάχθηκε από μία ομάδα αποφασισμένων Βυζαντινών κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στις τελευταίες φάσεις της πολιορκίας υπερφυσικά σημάδια, όπως τουλάχιστον τα ερμήνευσαν οι πολιορκημένοι, ξύπνησαν δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις: Mία απόκοσμη ομίχλη, εντελώς εκτός εποχής, έπεσε στην πόλη και στα περίχωρα. 
 
Mία περίεργη λάμψη φώτισε την εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς και, το χειρότερο απ' όλα, τη νύχτα της 24ης Μαΐου, μια έκλειψη της Σελήνης σκοτείνιασε τον ουρανό και τρόμαξε τους χριστιανούς, θυμίζοντας στους γηραιότερους μια προφητεία ότι "η πόλη δεν θα πέσει όσο το φεγγάρι βρίσκεται στον ουρανό". Μια τρομερή καταιγίδα διέκοψε τη λιτανεία και την περιφορά της εικόνας της Θεοτόκου την επομένη. Και σαν να μην έφθανε αυτό, στην ίδια λιτανεία η εικόνα της Παναγίας γλίστρησε από τη θήκη της και έπεσε. 
 
Tα σημάδια ήταν πλέον εμφανή, οι περισσότεροι άρχισαν να πιστεύουν ότι η πόλη θα πέσει και ο Τούρκος θα πατήσει την Αγία Σοφία. Aκόμη όμως δεν είχαν δει τα χειρότερα, ένα σημάδι ούτε θεόσταλτο ούτε υπερφυσικό. Oι Βυζαντινοί και οι Ιταλοί παρατήρησαν ένα μικρό πλοίο να προσεγγίζει τον Κεράτιο. Tα μεγαλύτερα τουρκικά πλοία προσπάθησαν να το αναχαιτίσουν, αλλά οι ικανοί ναυτικοί που το οδηγούσαν τα απέφευγαν με μαεστρία. 
 
Oταν άνοιξαν την αλυσίδα για να περάσει το πλοίο, είδαν ότι επρόκειτο για το μπρίκι που είχαν στείλει λίγες ημέρες πριν να εντοπίσει τον Ενετικό στόλο που θα ερχόταν για να λύσει την πολιορκία. Tα νέα που έφερναν οι γενναίοι ναυτικοί ήταν τρομερά. Aν και είχαν χτενίσει το Βόρειο Αιγαίο απ' άκρη σε άκρη και είχαν ρωτήσει παντού, κανένα νέο για ενετικό στόλο δεν υπήρχε, ούτε φυσικά σημάδι του ίδιου του στόλου - ο οποίος είχε σταθμεύσει στη Στερεά Ελλάδα. Ωστόσο, η κατάσταση στο μουσουλμανικό στρατόπεδο δεν ήταν ιδανική. 
 
O Μωάμεθ άρχιζε να έχει αμφιβολίες για το πόσο εύκολο ήταν, τελικά, να πάρει την Πόλη, ενώ πράκτορές του που είχαν μόλις αφιχθεί από τη Δύση, ανέφεραν ότι ένας μεγάλος Ενετικός στόλος βρισκόταν καθ' οδόν για το Βόσπορο. Μαζί με τις γκρίνιες των στρατιωτών του αλλά και ορισμένων συμβούλων του - με πρώτο το μεγάλο βεζίρη - ο Μωάμεθ πείστηκε να δώσει ακόμη μία ευκαιρία στους πολιορκημένους να του παραδώσουν την πόλη. Mία αντιπροσωπία στάλθηκε και έφερε μαζί της έναν πρέσβη. 
 
Στον τελευταίο ο Μωάμεθ έκανε για μία ακόμη φορά μια πρόταση που, προφανώς, στον ίδιο φαινόταν γενναιόδωρη, με δεδομένο ότι ήδη πολιορκούσε την Πόλη για πάνω από ενάμιση μήνα. Αν οι υπερασπιστές δέχονταν ακόμη και τώρα να παραδώσουν την Κωνσταντινούπολη, θα τους επιτρεπόταν να φύγουν μαζί με τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους και όσους κατοίκους το επιθυμούσαν. 
 
O Κωνσταντίνος θα μπορούσε να εγκατασταθεί στο Μοριά και να ζήσει εν ειρήνη το υπόλοιπο του βίου του. O γενναίος αυτοκράτορας έδωσε τη μόνη απάντηση που θα μπορούσε: ότι αρνείται να παραδώσει την Πόλη και ότι εκείνος και όλοι οι υπερασπιστές προτιμούν να πεθάνουν παρά να αφεθούν στα χέρια του - άλλωστε, η φήμη του Μωάμεθ δεν ήταν τέτοια που μπορούσε να πείσει τους υπερασπιστές ότι θα τηρούσε το λόγο του. Την επομένη, Σάββατο 25 Μαΐου, ο Μωάμεθ συγκάλεσε τους υπουργούς του και τους στρατιωτικούς διοικητές του. 
 
H αμφιβολία είχε αρχίσει να κατατρώει το σουλτάνο και ήθελε να μοιραστεί το βάρος της ευθύνης. O Χαλίλ, ο γηραιός βεζίρης, θέλησε να πετύχει έστω και αυτήν τη στιγμή τη λύση της πολιορκίας, όμως ο Zαγανός Πασάς μίλησε ένθερμα για τη μοίρα του Μωάμεθ και τον συνέκρινε με το Μέγα Αλέξανδρο, διαβεβαιώνοντας ότι οι άνδρες θέλουν να επιτεθούν άμεσα στην Πόλη. O Μωάμεθ δεν χρειάστηκε και πολλή ώρα για να αποφασίσει. Ανακοίνωσε ότι η επίθεση στα τείχη θα γίνει μόλις ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες. Η τύχη της Πόλης είχε σφραγιστεί.

ΟΙ ΔΗΜΗΓΟΡΙΕΣ ΜΩΑΜΕΘ Β’ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

''Εάν την Πόλιν Νικήσω, σκεφτόταν ο Μωάμεθ κατά το χρονογράφο Σφραντζή, υπέρ πάντας τους προ εμού ήδη εποίησα, διότι αυτοί μεν κατά τήσδε της πόλεως πολλάκις πειραθέντες ουδέν εκατόρθωσαν''. Με αυτή την ελπίδα ξεκίνησε την πολιορκία της Βασιλεύουσας, που εδούλωσε σχεδόν πάσαν την υφήλιον, ώστε να ξεπεράσει σε δόξα τον πατέρα του Μουράτ και τους άλλους προγόνους του. 
 
Ο πολυήμερος αποκλεισμός της πόλης και οι προσπάθειες για την εκπόρθηση των τειχών δεν είχαν ακόμη δώσει σάρκα και οστά στο όνειρό του, όταν τη νύχτα της 28ης Μαΐου, που βρήκε τους λιγοστούς υποστηρικτές εξαντλημένους, μα απελπισμένα επίμονους, και τους πολιορκητές αποθαρρυμένους ύστερα από συνεχείς ανεπιτυχείς εφόδους, τα σημάδια του ουρανού έδειξαν πως η μέρα που θα ξημέρωνε έμελλε να είναι καθοριστική. Κατά την παλιά συνήθεια να απευθύνονται οι αρχηγοί στο στρατό τους πριν από μία μεγάλη μάχη. 
 
 
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο Μωάμεθ φαίνεται πως μίλησαν στους πολεμιστές τους, αποτυπώνοντας στους λόγους τους το ήθος και τα ιδανικά, τις δοξασίες και τις ελπίδες δύο κόσμων, που η τύχη το ’φερε να άρχονται από δύο μεγάλους ηγέτες. Η ιστορικότητα των δημηγοριών αμφισβητείται, καθώς βασικές πηγές της εποχής αποσιωπούν το γεγονός και σημαντικοί ιστορικοί της Άλωσης δεν αναφέρουν τίποτα σχετικά. Έχουν εκφραστεί αμφιβολίες για το αν εκφωνήθηκαν οι λόγοι και, στην περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, αν το περιεχόμενο είναι αυτό που παρέδωσε εκτενώς ο Κριτόβουλος για τον Μωάμεθ και ο Σφραντζής για τον Κωνσταντίνο. 
 
Έχει υποστηριχθεί ότι η φιλοτουρκική στάση του Κριτόβουλου οδήγησε τον Ίμβριο ιστορικό να αποδώσει στο Σουλτάνο λόγια με τα οποία εξέφραζε προσωπική άποψη, ενώ ο μοναχός στα τελευταία χρόνια της ζωής του Σφραντζής, στην ουσία, επανέλαβε όσα ανέφερε ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος ο Χίος, διασώζοντας περισσότερο μία ομιλία καλογερική, παρά το λόγο ενός βασιλιά και στρατιωτικού αρχηγού, που θεωρήθηκε και ως «επικήδειος λόγος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».

ΜΩΑΜΕΘ : Δόξα Φήμη και Πλιάτσικο

Σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, ο Μωάμεθ συγκάλεσε την προπαραμονή της μεγάλης επίθεσης, πάντας τους εν τέλει τε και περί αυτόν, ... το δε άγημα του στρατού και την περί αυτόν πάσαν ύλην, και τους μίλησε συνετά, με λόγια που έδειχναν πως, παρά το νεαρό της ηλικίας του, μπορούσε να ξεπεράσει τις προσωπικές φιλοδοξίες, να είναι λιτός και συγκρατημένος. Αναφέρθηκε στην τόλμη και στην ανδρεία τους, θυμίζοντας πως όσα ως τότε είχαν κατακτήσει δεν τους χαρίστηκαν, αλλά ήταν άθλα της αρετής τους. 
 
Απαρίθμησε τα οφέλη, αν κατόρθωναν να κυριεύσουν την Πόλη: πλούτη κάθε είδους από παλάτια και αρχοντόσπιτα, χρυσά και αργυρά αναθήματα, κειμήλια, πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια, γενναίοι άρχοντες που θα γίνονταν δούλοι, γυναίκες και παιδιά που οι κατακτητές θα απολάμβαναν μετά τη μεγάλη νίκη. Υποσχέθηκε τριήμερη λεηλασία της Βασιλεύουσας, απόλαυση υλικών αγαθών σε ένα καταπονημένο στράτευμα, που έπρεπε την επομένη με κάθε τρόπο να νικήσει. Δεν υπήρχε καλύτερη κινητήρια δύναμη για ένα μεγάλο αγώνα από το ξύπνημα των επιθυμιών. 
 
Θεωρώντας όμως υποτιμητικό οι στρατιώτες του να πολεμούν μόνο γι’ αυτά, φρόντισε να ξυπνήσει και τη φιλοδοξία τους, τονίζοντας το μέγιστο αγαθό: πόλιν τοιαύτην αιρήσετε ης το κλέος πάσαν επήλθε την οικουμένην. Δόξα, λοιπόν, και φήμη θα αποκτούσαν αν κατόρθωναν αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε φανεί ακατόρθωτο. Για να τους τονώσει περισσότερο, περιέγραψε με ζοφερό τρόπο την κατάσταση των τειχών και των πολιορκημένων. 
 
Προσπάθησε να δείξει πόσο εύκολη λεία θα ήταν οι λιγοστοί άντρες που έστεκαν πίσω από τα μισογκρεμισμένα τείχη. και πριν απευθυνθεί σε κάθε έναν χωριστά στους ανώτατους αρχηγούς του στρατού και του στόλου, θύμισε πως του καλώς πολεμείν τρία είναι τα αίτια, το τε εθέλειν και το αισχύνεσθαι και το τοις άρχουσι πείθεσθαι. Έδωσε τις τελευταίες οδηγίες και τους προέτρεψε να διαλυθούν, να δειπνήσουν και να αναπαυθούν.

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ : Πίστη Τιμή και Πατρίδα

Από την άλλη μεριά των τειχών, το βράδυ της Δευτέρας 28 Μαΐου, όπως διηγείται ο Σφραντζής, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν ο πρωταγωνιστής συγκινητικών και κρίσιμων σκηνών. Οι φωνές των απίστων, όμοιες με βουητό τρικυμισμένης θάλασσας, έδωσαν στους πολιορκημένους να καταλάβουν ότι η γενική επίθεση θα γινόταν την επόμενη μέρα. Με προτροπή του Αυτοκράτορα, ιερωμένοι κρατώντας εικόνες και λάβαρα οδήγησαν τα γυναικόπαιδα σε μία λιτανεία ολόγυρα στα τείχη, παρακαλώντας το Θεό να μην τους παραδώσει στα εχθρικά χέρια. 
 
Ο Παλαιολόγος συνάξας πάντας τους εν τέλει άρχοντας και αρχομένους δημάρχους και εκατοντάρχους και ετέρους προκρίτους στρατιώτας τέλεσε – θα λέγαμε – ένα μυστήριο. Με λόγια σεμνά, γεμάτα ταπεινοσύνη, απευθύνθηκε στους συστρατιώτες του: 
 
«Γνωρίζετε πολύ καλά αδελφοί μου ότι είμαστε υποχρεωμένοι για τέσσερα πράγματα να πολεμήσουμε μέχρι θανάτου: πρώτο, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερο για την πατρίδα μας, τρίτο για το βασιλέα μας, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου, και τέταρτο για τους συγγενείς και φίλους μας. Λοιπόν, αδελφοί μου, εάν οφείλουμε να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για ένα από αυτά τα τέσσερα ιδανικά, πρέπει να είμαστε πολύ περισσότερο πρόθυμοι να δώσουμε τη ζωή μας και για τα τέσσερα μαζί». 
 
Οι Βυζαντινοί έπρεπε να πολεμήσουν και να νικήσουν για τα μεγάλα ιδανικά και όχι για απολαύσεις και πρόσκαιρη επίγεια δόξα. Αν ηττούνταν θα έχαναν την πίστη, την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία, το άλλοτε πανίσχυρο κράτος τους και θα στερούνταν τους αγαπημένους τους. Ο Κωνσταντίνος συνέχισε επισημαίνοντας πως ο αλιτήριος Αμηράς θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κυριεύσει τη Βασιλεύουσα βασιζόμενος στα άρματα και στο ιππικό, στη δύναμη και στο μεγάλο πλήθος, ενώ οι υπερασπιστές της Πόλης είχαν εμπιστοσύνη στο όνομα του Θεού, στα ίδια τους τα χέρια και στην ανδρεία που τους δώρισε η θεία δύναμη.
 
 
Η ΥΛΗ ΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Την αντιπαράθεση λοιπόν της ύλης με το πνεύμα προέβαλε ο ιστορικός διά στόματος Παλαιολόγου ως αιχμή για τη μάχη στα τείχη της Βασιλεύουσας. Οι Μωαμεθανοί, ακόμη και αν έδιναν τη ζωή τους, θα κέρδιζαν ευδαιμονία και καλοπέραση πλάι στον Αλλάχ και όχι στέφανο αδαμάντινο εν ουρανοίς και μνήμη αιώνια και άξια εν τω κόσμω, όπως τόνισε ο Κωνσταντίνος στους πολεμιστές του. 
 
Έπρεπε γι’ αυτό ο Αυτοκράτορας να προβάλει το απύθμενο χάσμα που χώριζε τους δύο κόσμους. Να αναδείξει την ανωτερότητα των υπερασπιστών του κράτους του, αλλά και να τους παρηγορήσει για ενδεχόμενη ήττα, που όσο κι αν προσπάθησε να δείξει πως ήταν απίθανη, γνώριζε ωστόσο καλά πως ήταν αναπόφευκτη ως δίκαιη τιμωρία του Θεού για τις δικές του αμαρτίες. Ως έμπειρος και υπεύθυνος αρχιστράτηγος προέβλεψε τα μέσα που οι εχθροί θα χρησιμοποιούσαν, και φρόντισε να προετοιμάσει τους στρατιώτες του. 
 
Δεν παρέλειψε να εκφράσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του στην ανδρεία τους και να αμαυρώσει την εικόνα του εχθρού, επισημαίνοντας τη δολιότητα και την αφερεγγυότητά του. Απευθύνθηκε στη συνέχεια προς τα μικρά σώματα των Δυτικών, που ήταν μαζί του για την υπεράσπιση της Πόλης, και κατέληξε: Oυκ έχω καιρόν ειπείν υμίν πλείονα. μόνον το τεταπεινωμένον ημέτερον σκήπτρον εις τας υμών χείρας ανατίθημι, ίνα αυτό μετ’ ευνοίας φυλάξητε... ελπίζω εις θεόν ως λυτρωθείημεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής. 
 
Η τύχη της Αυτοκρατορίας ανατέθηκε από τον Κωνσταντίνο σε χέρια άξια να πολεμήσουν και έτοιμα να θυσιαστούν όχι για πλούτη και δόξα, αλλά για την προάσπιση των ιερών και των οσίων, που για περισσότερο από 1.000 χρόνια διαφυλάχθηκαν αλλά και εξαπλώθηκαν. Τα λόγια του Αυτοκράτορα μίλησαν στις καρδιές των στρατιωτών, που δεν σκέφτονταν πια ούτε οικογένειες ούτε περιουσίες, ειμη μόνον του αποθανείν ίνα την πατρίδα φυλάξωσι. Πήγαν ο καθένας στο σημείο του τείχους που ήταν ορισμένος να υπερασπισθεί και περίμεναν τη μεγάλη στιγμή. 
 
Δύο μεγάλοι άνδρες είχαν προετοιμάσει τους στρατούς τους για μία κρίσιμη μάχη. 
 
Οι επιτιθέμενοι με ορμή και πάθος θα επιδίωκαν δόξα και υλικά αγαθά. Οι αμυνόμενοι είχαν πεισθεί πως η ζωή τους ήταν το τίμημα για να διαφυλαχθεί η πίστη και η πατρίδα. Αν και δεν είναι βέβαιο, είναι πάντως πιθανό ότι και οι δύο στρατηγοί μίλησαν στους πολεμιστές τους. Οι δύο δημηγορίες, αν ειπώθηκαν, δεν διασώθηκαν όπως διατυπώθηκαν από τους ομιλητές και είτε αποτελούν εφεύρεση των μεταγενεστέρων είτε διατυπώθηκαν εκ των υστέρων σύμφωνα με τις προσωπικές δοξασίες του Λεονάρδου του Χίου και του Κριτόβουλου. 
 
Ακόμη και σε αυτή την τελευταία περίπτωση όμως οι συγγραφείς τους, φίλα προσκείμενος ο καθένας προς το ρήτορα του οποίου απέδωσε το λόγο, εξέφρασαν και διέσωσαν την αντίληψή τους για δύο κόσμους καταφανώς διαφορετικούς, που ήρθαν σε σύγκρουση την ώρα της ανατολής του ενός και της δύσης του άλλου. Όπως είναι φυσικό, ο νέος, ορμητικός κατέκτησε τον παλαιό με τα όπλα, τη δύναμη και τη φιλοδοξία. Ο παλαιός αντιστάθηκε σθεναρά για να μην αλλοιώσει πίστη και ιδεώδη για τα οποία θυσιάστηκε.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΞΗΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

Η πύλη του Αγίου Ρωμανού απέναντι από την οποία στρατοπέδευσε ο Μωάμεθ, ήταν το πιο ευάλωτο τμήμα των χερσαίων τειχών της Κωνσταντινούπολης. Γι΄ αυτό το λόγο άλλωστε, ο Σουλτάνος εγκατέστησε εκεί το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, μαζί με άλλα μικρότερα. Άλλωστε και ο ίδιος ο Μωάμεθ, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κριτόβουλου, πίστευε, ότι έπρεπε το τείχος να βάλεται ταυτόχρονα σε πολλά σημεία, ώστε να είναι πιο αποτελεσματική μια Τουρκική επίθεση σε πολλά μέτωπα, η οποία θα ξάφνιαζε τους αμυνόμενους και δεν θα τους έδινε την ευκαιρία να ανασυνταχθούν και να την αποκρούσουν επιτυχώς. 
 
Σύμφωνα με τους περισσότερους χρονογράφους υπήρχαν 14 θέσεις πυροβολείων, όπου οι Τούρκοι είχαν τοποθετήσει κανόνια και έβαλαν κατά των τειχών. Εξαιτίας των τεράστιων λίθων, που εκσφενδόνιζαν, καταστράφηκαν πολλά αξιόλογα κτίρια κοντά στα τείχη και μαζί με αυτά και το παλάτι των Βλαχερνών. Τα κανόνια και οι κάθε είδους βλητικές μηχανές του Σουλτάνου προκαλούσαν τρόμο και πολλές ζημιές στα τείχη και τους πύργους και δεν έπαυαν να τα πλήττουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Σχετικά με το χρόνο έναρξης των βομβαρδισμών θα πρέπει να αναφερθεί, ότι τοποθετείται στις 12 Απριλίου. 
 
Η πρώτη απογοήτευση για το Σουλτάνο δεν άργησε να έρθει. Το τεράστιο κανόνι του Ούγγρου μηχανικού κατά τη διάρκεια μίας εκπυρσοκρότησης διαλύθηκε και έγινε κομμάτια, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πολλοί Τούρκοι. Όταν το έμαθε ο Μωάμεθ στενοχώρηθηκε πολύ και διέταξε να κατασκευάσουν ένα καινούργιο, μεγαλύτερο και πιο ισχυρό. Ο Σουλτάνος άλλωστε, ήθελε με κάθε τρόπο να κυριεύσει την Πόλη και δεν φειδόταν χρημάτων, γι΄ αυτό και σύμφωνα με τον ιστορικό Κριτόβουλο, κάλεσε τους μηχανικούς και τους χορήγησε τα απαιτούμενα υλικά, διατάζοντας τους να κατασκευάσουν μία τέτοιου είδους πολεμική μηχανή, ικανή να κατακρημνίσει το τείχος, όπως και τελικά έγινε. 

Για να πετύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα οι Τούρκοι αρχικά χρησιμοποιούσαν τα μικρότερα κανόνια, στοχεύοντας προς συγκεκριμένα σημεία, τα οποία βρίσκονταν σε σχετικά μικρή απόσταση μεταξύ τους και έπειτα χτυπούσε το μεγάλο κανόνι σε ένα ενδιάμεσο σημείο, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται μεγάλο μέρους του τείχους. Τέτοια κανόνια, καθώς χρησιμοποιούνταν πρώτη φορά στην ιστορία των πολέμων, απαιτούσαν μεγάλη ώρα προετοιμασίας και επομένως ήταν συγκεκριμένος και σχετικά μικρός ο αριθμός των βολών που μπορούσαν να ρίξουν στη διάρκεια της ημέρας.

Οι πολιορκημένοι, από την άλλη μεριά, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προστατεύσουν τα τείχη από τις επικίνδυνες βολές των κανονιών. Ο Κριτόβουλος αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι οι αμυνόμενοι αρχικά τοποθέτησαν μεγάλα προεξέχοντα δοκάρια και κρέμασαν στο εξωτερικό μέρος των τειχών σάκους γεμάτους μαλλί και άλλα υλικά, για να απορροφούν τη δύναμη των λίθων. Επειδή όμως αυτό το τέχνασμα δεν είχε θετικά αποτελέσματα, επινόησαν κάτι άλλο. Έπαιρναν ξύλινα δοκάρια, τα κάρφωναν σταυρωτά και έφραζαν τα γκρεμισμένα τμήματα του εξωτερικού τείχους. 
 
Έπειτα έριχναν ενδιάμεσα διάφορα υλικά, πέτρες, ξύλα, χόρτα, καλάμια, κλαδιά και δέρματα ζώων ανακατεμένα με πηλό. Με αυτό τον τρόπο γέμιζε το κενό και δημιουργούνταν υψηλό τείχος στη θέση του εκείνου του σημείου του τείχους, που είχε γκρεμιστεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η μία και μοναδική έξοδος των πολιορκημένων, η οποία πραγματοποιήθηκε, πριν ακόμη συγκεντρωθεί το πολυάριθμο πλήθος του τουρκικού στρατού και πριν λάβουν πολιορκητές και αμυνόμενοι τις τελικές τους θέσεις. 
 
Αυτή η έξοδος στέφθηκε με επιτυχία, καθώς οι υπερασπιστές της Πόλης επιτέθηκαν σε ένα άτακτο τμήμα του Τουρκικού στρατού, σκότωσαν αρκετούς και τραυμάτισαν ακόμη περισσότερους. Σχεδόν αμέσως όμως εμφανίστηκε ένα άλλο πολυπληθές τμήμα του εχθρικού στρατού, το οποίο καταδίωξε τους Έλληνες και τους ανάγκασε να μπουν μέσα στην πόλη. Έπειτα από αυτό το περιστατικό οι αμυνόμενοι κλείστηκαν στα τείχη και δεν έγινε καμία άλλη απόπειρα τέτοιου είδους, αλλά αρκέστηκαν στην άμυνα και την προστασία της πόλης μέσα από τα τείχη.

Η αλήθειά είναι όμως ότι οι αδιάκοποι Τουρκικοί βομβαρδισμοί προξενούσαν σημαντικές βλάβες στα τείχη, ανοίγοντας τρύπες και δίνοντας την ευκαιρία στους πολιορκητές, να προσπαθούν, να εισβάλουν στο εσωτερικό της πόλης κάνοντας εφόδους και γεμίζοντας τις τάφρους. Τα Μεσαιωνικά τείχη, τα οποία είχαν προσφέρει προστασία στην Κωνσταντινούπολη για πολλούς αιώνες, ήταν πλέον ανεπαρκή. Ο Σφραντζής αναφέρει, ότι ήταν φοβερό να βλέπει κανείς τη ζωώδη μανία των εχθρών κατά τη διάρκεια αυτών των εφόδων. 
 
Λόγω του συνωστισμού, πολλοί από τους Τούρκους έπεφταν μέσα στην τάφρο, βρίσκοντας φρικτό θάνατο, καθώς οι συμπολεμιστές τους, οι οποίοι έρχονταν μετέπειτα, δεν τους έβλεπαν και τους έθαβαν ζωντανούς, γεμίζοντας την τάφρο με ξύλα, χώματα και κάθε είδους άλλα υλικά. Αλλά συνέβαινε και το εξής ανήκουστο. Οι πιο δυνατοί να ρίχνουν ηθελημένα μέσα στις τάφρους τους πιο αδύναμους, με στόχο βέβαια να τις γεμίσουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα, για να καταφέρουν να εισέλθουν στην πόλη. Οι αμυνόμενοι από την άλλη μεριά έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να υπερασπίσουν τη ζωή και την πόλη τους. 
 
Ενώ οι εχθροί καθ΄όλη τη διάρκεια της ημέρας γέμιζαν τις τάφρους, οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης τις άδειαζαν τη νύχτα. Επιπλέον, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, επισκεύαζαν άμεσα τις ζημιές, που προκαλούσαν στα τείχη τα κανόνια των Τούρκων. Αποτελεί πραγματικότητα το γεγονός, ότι σε διάστημα λίγων ημερών από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί και παρ΄όλες τις προσπάθειες των αμυνόμενων να προστατεύσουν και να συντηρήσουν τα τείχη, είχαν προκληθεί σημαντικές ζημιές και κατάρρευση σημαντικού τμήματος των εξωτερικών τειχών, αλλά και του εσωτερικού τείχους καθώς και δύο πύργων. 
 
Χρησιμοποιώντας τα συντρίμμια οι Τούρκοι κατάφεραν να μπαζώσουν μεγάλο μέρος της τάφρου, γεγονός που ενθάρρυνε το Μωάμεθ να αποτολμήσει έφοδο, ώστε να καταλάβει τα τείχη και να αλώσει την Πόλη. Η έφοδος αυτή πραγματοποιήθηκε στις 18 Απριλίου. Από τις 12 Απριλίου άλλωστε μέχρι και τις 18 του ίδιου μήνα δεν υπήρχε μεγάλη κινητικότητα ούτε στην ξηρά, αλλά ούτε και στη θάλασσα, εκτός βέβαια από τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς που συνεχίζονταν μέρα και νύχτα και κάποιες μικροσυμπλοκές μεταξύ πολιορκητών και πολιορκημένων στα τείχη, όπως σημειώνει ο ιστορικός Barbaro. 
 
Στις 18 Απριλίου όμως, όπως έχει προαναφερθεί, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αξιόλογη απόπειρα κατάληψης της Πόλης από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια εκείνης της νύχτας, ώστε να μη γίνουν αντιληπτοί, μεγάλο πλήθος Τούρκων πλησίασε στα τείχη. Ακολούθησε πανδαιμόνιο από τις κραυγές των επιτιθέμενων με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι είναι πολύ περισσότεροι από ότι ήταν στην πραγματικότητα. Πραγματοποιήθηκαν συμπλοκές και η μάχη διήρκεσε τέσσερις ώρες. Οι επιτιθέμενοι προσπαθούσαν να ανέβουν στα τείχη χρησιμοποιώντας κλίμακες, αλλά απωθούνταν από τους υπερασπιστές. 
 
Συγχρόνως ρίχνονταν βολές από τα κανόνια, οι οποίες προξενούσαν μεγάλες ζημιές στα τείχη. Ο Αυτοκράτορας όπως και όλοι οι υπόλοιποι μέσα στην Κωνσταντινούπολη είχαν φοβηθεί για το χειρότερο. Υπήρχε η πεποίθηση, ότι η επίθεση αυτή ήταν γενικευμένη και οι αμυνόμενοι δεν ήταν προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο. Η σύρραξη όμως σταμάτησε τα ξημερώματα το ίδιο απότομα, όπως ακριβώς ξεκίνησε, με ανθρώπινες απώλειες από την πλευρά των Τούρκων και με μια δόση αισιοδοξίας για τους υπερασπιστές, καθώς είχαν καταφέρει να απωθήσουν τον εχθρό και μάλιστα χωρίς να σκοτωθεί ή να τραυματιστεί κανένας από την μεριά τους.

Η έφοδος αυτή και η προσπάθεια του Μωάμεθ να αιφνιδιάσει τους αμυνομένους δεν πέτυχε, αλλά ήταν μόνο η αρχή. Η Πόλη δεν ησύχασε. Καθημερινά οι Τούρκοι επιχειρούσαν ανάλογες εφόδους σε διαφορετικά σημεία του τείχους, ιδιαίτερα σε εκείνα που είχαν υποστεί ζημιές ή στα οποία είχαν δημιουργηθεί ρήγματα από τις συνεχιζόμενες βολές των κανονιών. Οι υπερασπιστές της πόλης από την άλλη μεριά μάχονταν με σθένος και κατάφερναν κάθε φορά να απωθούν τον εχθρό.

Από τις καθημερινές αυτές επιθέσεις ξεχωρίζουν κάποιες, εξαιτίας του άμεσου κινδύνου στον οποίο περιήλθε η Πόλη, στην ένταση που προκάλεσαν και στον τρόπο με τον οποίο κατάφεραν οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, αλλά και οι λιγοστοί μαχητές της να τις αποκρούσουν. Τέτοιου είδους έφοδος ήταν αυτή που πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαΐου. Η επίθεση ξεκίνησε στις 4 η ώρα τη νύχτα, όπως αναφέρει ο Ενετός Barbaro, οπότε και εμφανίστηκαν 30.000 Τούρκοι μπροστά στα χερσαία τείχη, παρατεταγμένοι κατά το στρατιωτικό τρόπο, έχοντας μαζί τους μερικές πολεμικές μηχανές και στόχο να αιφνιδιάσουν τους υπερασπιστές και να εισέλθουν στην Πόλη. 
 
Οι εχθροί πλησίασαν τα τείχη με εκκωφαντικούς αλαλαγμούς, οι οποίοι σε συνδυασμό με τον ήχο των τυμπάνων και των σαλπίγγων προκάλεσαν πανδαιμόνιο. Ο τρομακτικός αυτός θόρυβος ακούγονταν καθαρά ως τον Κεράτιο κόλπο, όπως μας πληροφορεί ο Barbaro. Οι πολιορκημένοι πίστεψαν για άλλη μια φορά ότι πρόκειται για γενική επίθεση του εχθρού από ξηράς και από θαλάσσης, για αυτό και τα πληρώματα των Χριστιανικών πλοίων τέθηκαν σε επιφυλακή. 
 
Ο Τουρκικός στόλος όμως δεν κινήθηκε και η έφοδος στην ξηρά αποκρούστηκε επιτυχώς προκαλώντας παράλληλα μεγάλες απώλειες στον Τουρκικό στρατό. Η μάχη διήρκεσε λιγότερο από τρεις ώρες και καθώς οι εχθροί απομακρύνονταν άπρακτοι, αποφάσισαν να βάλουν φωτιά στην πύλη του παλατιού, την οποία και έκαψαν, χωρίς ωστόσο να πετύχουν κάτι περισσότερο, μιας και οι αμυνόμενοι κατάφεραν να τους απομακρύνουν και από εκείνο το σημείο και να τους αναγκάσουν σε οπισθοχώρηση.

Την ίδια τύχη είχε και μία ακόμη ισχυρή επίθεση των Τούρκων ενάντια στα τείχη, η οποία έλαβε χώρα λίγες μέρες αργότερα, στις 12 Μαΐου. Η επίθεση αυτή πραγματοποιήθηκε και πάλι εν μέσω νυκτός, με 50.000 άνδρες αυτή τη φορά. Επιλέχθηκε ως καταλληλότερο σημείο η περιοχή, στην οποία βρισκόταν το παλάτι του Πορφυρογέννητου, τα τείχη του οποίου και περικυκλώθηκαν. Και πάλι η επίθεση αυτή προκάλεσε τρόμο στους πολιορκημένους κατοίκους, που πίστεψαν, ότι η Πόλη θα χανόταν εκείνη τη νύχτα. Για ακόμη μια φορά όμως οι φόβοι τους διαψεύστηκαν και ο άμεσος κίνδυνος αποσοβήθηκε, έστω και αν η ανακούφιση και η χαρά που προκάλεσε και αυτή η επιτυχία, έμελε να είναι πρόσκαιρη. 
 
Ο Σουλτάνος στην προσπάθεια του να κυριεύσει την Πόλη και βλέποντας, ότι οι μέρες περνούσαν και οι προσπάθειες των ανδρών του δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, μηχανευόταν διάφορους τρόπους για να πετύχει το σκοπό του. Ένας από αυτούς ήταν η κατασκευή υπόγειων στοών, οι οποίες ξεκινούσαν από το στρατόπεδο του και προχωρούσαν κάθετα προς τα τείχη της Βασιλεύσας, με στόχο να περάσουν κάτω από τα θεμέλια τους και να καταφέρουν οι άνδρες του, να εισέλθουν στην πόλη απαρατήρητοι και να αιφνιδιάσουν τους πολιορκημένους. Οι υπερασπιστές της πόλης όμως, αντιλήφθηκαν έγκαιρα το σχέδιο του Σουλτάνου και έσπευσαν να εμποδίσουν τον εχθρό. 
 
Ο Ιωάννης Γκραντ, τον οποίο ο Σφραντζής αναφέρει απλά Ιωάννης ο Γερμανός, έμπειρος μηχανικός, ανέλαβε το δύσκολο έργο της απώθησης του εχθρού. Με την καθοδήγηση του οι πολιορκημένοι έσκαψαν μέσα από τα τείχη μία σήραγγα, με τέτοιο τρόπο, ώστε να διασταυρωθεί με αυτή των Τούρκων. Οι Χριστιανοί διοχέτευσαν μέσα στη σήραγγα ″ὑγρόν πῦρ″, με αποτέλεσμα να πάρουν φωτιά και να καούν τα ξύλινα στηρίγματα της οροφής και των τοιχωμάτων της στοάς, τα οποία υποχωρώντας καταπλάκωσαν και παρέσυραν στο θάνατο τους πάνοπλους στρατιώτες του Μωάμεθ, που ήταν έτοιμοι να εισέλθουν στο εσωτερικό της πόλης. 
 
Και αυτό το τέχνασμα του Σουλτάνου είχε αποτύχει και η Πόλη είχε σωθεί για ακόμη μία φορά. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι ο Μωάμεθ παρά την αποτυχία αυτή δεν εγκατέλειψε το σχέδιο αυτό των υπόγειων στοών. Όπως σημειώνει και ο χρονογράφος Tetaldi 14 φορές προσπάθησαν οι Τούρκοι να εισέλθουν στην πόλη με αυτό τον τρόπο, αλλά απέτυχαν και τις δεκατέσσερις. Οι αμυνόμενοι κάθε φορά αντιλαμβάνονταν έγκαιρα τις προσπάθειες αυτές, ακούγοντας τους κρότους από τα χτυπήματα των Τούρκων και τις εξουδετέρωναν διοχετεύοντας μέσα στις σήραγγες καπνό, δηλητηριώδη αέρια, νερό ή πυρπολώντας αυτές. 
 
Κάποιες φορές μάλιστα, όταν έρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον εχθρό, διεξάγονταν σφοδρές μάχες σώμα με σώμα κάτω από τη γη. Και ενώ οι μέρες κυλούσαν με αγωνία για τους πολιορκημένους, μία ακόμη επίθεση του εχθρού θα πραγματοποιηθεί στις 18 Μαΐου, με τη συνοδεία αυτή τη φορά μίας περίεργης πολιορκητικής μηχανής. Επρόκειτο σύμφωνα με τις περιγραφές των χρονογράφων για έναν πανύψηλο πύργο, ψηλότερο από το εξωτερικό περιτείχισμα, τον οποίο έστησαν οι Τούρκοι πολύ κοντά στα τείχη, αφού προηγουμένως τον έσυραν επάνω σε τροχούς, κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας. 
 
Ο πύργος αυτός ήταν κατασκευασμένος από γερά ξύλα και επενδυμένος από την εξωτερική πλευρά του με δέρματα από καμήλες, βουβάλια και άλλα βοοειδή. Μέσα ήταν ο μισός γεμάτος με πέτρες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βληθεί ούτε από κανόνια και τόξα, ούτε από κανενός άλλου είδους όπλο. Είχε παράλληλα στο εσωτερικό του κλίμακες, που οδηγούσαν στα διάφορα τμήματα του πύργου, αλλά και εξωτερικές κλίμακες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι εχθροί, για να ανέβουν στα τείχη. Επιπλέον οι Τούρκοι είχαν κατασκευάσει ένα δρόμο, που ξεκινούσε από το οχυρό τους και κατέληγε μέσα στο στρατόπεδο. 
 
Πάνω από εκείνο το δρόμο είχαν τοποθετήσει κλαδιά από λυγαριές και φρύγανα και πάνω από αυτά δέρματα από καμήλες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός είδους προστατευτικού στεγάστρου, που τους έδινε τη δυνατότητα, να πηγαινοέρχονται ανενόχλητοι και χωρίς κανένα κίνδυνο από το οχυρό στο στρατόπεδο και το αντίστροφο. Αυτή η κατασκευή έδινε τη δυνατότητα στον εχθρό από τη μία μεριά να σκάβει ανενόχλητος και να προσπαθεί να γεμίσει την προστατευτική τάφρο και από την άλλη να προκαλεί ζημιές στα τείχη και τους πύργους εξαιτίας της ρίψης σφαιρών από τον πύργο.

Αρχικά οι αμυνόμενοι έμειναν έκπληκτοι αντικρύζοντας με μεγάλη περιέργεια τον τεράστιο πύργο, να στέκει απειλητικός απέναντι από τα τείχη. Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι είναι άξιο απορίας το πώς κατασκευάστηκε μέσα σε λίγες μόνο ώρες μία τέτοιου είδους πολιορκητική μηχανή. Την έκπληξη των υπερασπιστών ακολούθησε ο φόβος, για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Όλοι οι κάτοικοι και μαζί ο Αυτοκράτορας και οι ευγενείς φοβόταν, ότι η πόλη θα κυριευόταν. Και πραγματικά η μάχη που ακολούθησε υπήρξε σφοδρή.

Διήρκεσε όλη την ημέρα και κατά τη διάρκεια της προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στο τείχος της πύλης του Αγίου Ρωμανού. Κάποιοι Τούρκοι κατάφεραν να γεμίσουν την τάφρο με χώματα, κλαδιά και άλλα υλικά, ενώ άλλοι προσπαθούσαν, να ανέβουν στα τείχη. Οι αμυνόμενοι αντιστέκονταν σθεναρά και απέκρουαν τις επιθέσεις. Έριχναν τις κλίμακες από τα τείχη και εμπόδιζαν τους εχθρούς να ανέβουν σε αυτά. Όταν νύχτωσε, επειδή πολιορκητές και πολιορκημένοι ήταν εξαντλημένοι από τις αδιάκοπες εχθροπραξίες της ημέρας η μάχη σταμάτησε.

Οι εχθροί αποσύρθηκαν, με σκοπό να ολοκληρώσουν το έργο τους με το πρώτο φως της επόμενης ημέρας. Πίστευαν ότι θα ήταν εύκολο, να καταλάβουν την πόλη, αλλά οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Όλη τη νύχτα οι αμυνόμενοι, άνθρωποι κάθε ηλικίας, με την παρότρυνση του Αυτοκράτορα και του Ιουστινιάνη, εργάστηκαν με ζήλο επισκευάζοντας τα τμήματα του τείχους, που είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές, καθαρίζοντας την τάφρο αλλά κυρίως πυρπολώντας και καταστρέφοντας το τεράστιο κατασκεύασμα του Σουλτάνου.

Έτσι, όταν το ξημέρωμα εμφανίστηκαν και πάλι μπροστά στα τείχη οι Τούρκοι, δεν πίστευαν αυτό που είχε συμβεί. Οι ελπίδες τους για εύκολη επικράτηση εξανεμίστηκαν, ενώ ο Σουλτάνος ένοιωσε βαθιά απογοήτευση και ντροπή. Ακόμη μία φορά οι αμυνόμενοι κατάφεραν να ξεπεράσουν τον ίδιο τον εαυτό τους και να κερδίσουν τις εντυπώσεις και το θαυμασμό του ίδιου του Σουλτάνου.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΜΗΝΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

Παράλληλα με τα επεισόδια, τα οποία συνέβησαν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας στην ξηρά, υπήρξαν στιγμές έντασης και αγωνίας για τους πολιορκημένους και στη θάλασσα. Σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως, είναι γνωστό, ότι τα Χριστιανικά πλοία βρίσκονταν παρατεταγμένα πίσω από την αλυσίδα, στον Κεράτιο κόλπο, ώστε να εμποδίζουν τον Τουρκικό στόλο, να εισέλθει στην πόλη από το λιμάνι. Αρχηγός του Τουρκικού στόλου ήταν ο ναύαρχος Μπαλτόγλου. 
 
Περίπου στα μέσα Απριλίου ξεκινά πιο έντονα και η επιθετική δραστηριότητα του Τουρκικού στόλου. Σύμφωνα με τον ιστορικό Κριτόβουλο, ο Μπαλτόγλου, αφού άφησε τα περισσότερα πλοία του να χτυπάνε την αλυσίδα και την είσοδο του λιμανιού, πήρε τα υπόλοιπα πλοία και με εντολή του Μωάμεθ, επιτέθηκε στην Πριγκηπόνησο, καθώς εκεί υπήρχε πολύ ισχυρό φρούριο με τριάντα κατάφρακτους πολεμιστές, που το υπερασπίζονταν γενναία.

Αφού το περικύκλωσε και τοποθέτησε γύρω του κανόνια, άρχισε να το χτυπά, με αποτέλεσμα να γκρεμιστεί ένα τμήμα του. Έπειτα οι στρατιώτες του έκαναν έφοδο, αλλά δεν κατάφεραν, να το κυριεύσουν. Τελικά ο ναύαρχος αποφάσισε να βάλει φωτιά, για να το κάψει. Καθώς ο άνεμος ήταν ευνοϊκός, η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα και έκαψε το φρούριο και πολλούς από τους κατοίκους. Όσοι κατάφεραν να σωθούν συνελήφθησαν από τους Τούρκους και οι μεν κάτοικοι αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ οι φρουροί διατάχθηκε να θανατωθούν.

Μετά από αυτή την επιτυχία της κυρίευσης του φρουρίου της Πριγκηποννήσου ο Μπαλτόγλου επέστρεψε στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, εκεί όπου τα πολεμικά του πλοία ενεργούσαν επιθέσεις εναντίον της αλυσίδας και των Βυζαντινών πλοίων. Ο Μωάμεθ τις επόμενες ημέρες διέταξε το ναύαρχό του, να κυριεύσει με κάθε τρόπο τον Κεράτιο κόλπο, ώστε η έφοδος που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εναντίον της Πόλης να είναι συντονισμένη και ταυτόχρονη, από την ξηρά και από τη θάλασσα.

Ο Μπαλτόγλου λοιπόν, αφού συγκέντρωσε όλα τα πλοία και τοποθέτησε επάνω σε αυτά πολύ καλά οπλισμένους στρατιώτες πραγματοποίησε έφοδο εναντίον των Χριστιανικών πλοίων και της αλυσίδας. Οι στρατιώτες του προχώρησαν με αλαλαγμούς και κραυγές και αφού κύκλωσαν τα πλοία του αντιπάλου, άρχισαν να τα χτυπούν με πέτρες, τόξα και βέλη. Έπειτα, όταν πλησίασαν περισσότερο προσπάθησαν να τα πυρπολήσουν ή επιχειρούσαν να ανέβουν σε αυτά. Η μάχη ήταν σφοδρή, το πάθος, η ένταση και η ορμητικότητα των Τούρκων μαχητών τεράστια.

Οι υπερασπιστές της Πόλης όμως ήταν πολύ καλά προετοιμασμένοι για μια τέτοια επίθεση και έχοντας διοικητή τους σύμφωνα με τον ιστορικό Κριτόβουλο το Μέγα Δούκα, Λουκά Νοταρά, κατάφεραν πολεμώντας από ψηλότερη θέση να τραυματίσουν και να σκοτώσουν πολλούς από τους επιτιθέμενους, ρίχνοντας εναντίον τους τόξα, ακόντια και βέλη. Ταυτόχρονα είχαν επινοήσει έναν ακόμη τρόπο με τον οποίο προξενούσαν σοβαρές ζημιές στους πολιορκητές. Είχαν δεμένες ψηλά στα τείχη πήλινες στάμνες γεμάτες με πέτρες και νερό, τις οποίες εξαπέλυαν με τεράστια ορμή επάνω στον εχθρό, με αποτέλεσμα να αναγκάζουν τους Τούρκους σε οπισθοχώρηση.


Η μάχη ήταν αμφίρροπη, καθώς και οι δύο αντίπαλοι επιθυμούσαν την νίκη, οι μεν Τούρκοι για να καταφέρουν, να μπουν στο λιμάνι, οι δε Βυζαντινοί για να προστατέψουν το λιμάνι και τα πλοία και να απωθήσουν τον εχθρό. Τελικός νικητής και σε αυτή την περίπτωση αναδείχτηκε το πείσμα και η αγωνιστικότητα των πολιορκημένων, οι οποίοι κατόρθωσαν με τη γενναία τους αντίσταση και μαχητικότητα, να αποκρούσουν την τουρκική επίθεση και να απομακρύνουν τον κίνδυνο για ακόμη μία φορά.

Ένα περιστατικό, το οποίο σαφέστατα αξίζει να σημειωθεί, συνέβη στις 20 Απριλίου. Τρία Γενουατικά πλοία με όπλα και εφόδια, τα οποία είχε στείλει ο Πάπας και έμειναν αποκλεισμένα στη Χίο, λόγω των αντίθετων ανέμων και μαζί με αυτά και ένα Αυτοκρατορικό, φορτωμένο με σιτάρι και έχοντας κυβερνήτη τον έμπειρο ναυτικό Φλαντανελλά, κατευθύνονταν προς τα Δαρδανέλλια και είχαν προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Όταν οι Τούρκοι σκοποί αντιλήφθηκαν, ότι τα πλοία έφταναν στην Πόλη, ειδοποίησαν το Σουλτάνο, ο οποίος έσπευσε να δώσει διαταγές στον Μπαλτόγλου, το ναυάρχό του. Οι εντολές ήταν σαφείς. 
 
Τα Χριστιανικά πλοία έπρεπε, είτε να αιχμαλωτιστούν, είτε να βυθιστούν. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να φτάσουν στην Πόλη. Διαφορετικά οι στρατιώτες του δεν θα έπρεπε να γυρίσουν ζωντανοί. Έπειτα ο Τουρκικός στόλος εξοπλίστηκε πλήρως με κάθε είδους οπλισμό και πλήθος μάχημων στρατιωτών και έσπευσε, να πραγματοποιήσει τις εντολές του Σουλτάνου. Ο Μπαλτόγλου, αφού συγκέντρωσε όλο το στόλο, όρμησε εναντίον των Χριστιανικών πλοίων. 
 
Αυτό, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ήταν και το μεγάλο του λάθος, καθώς τα πλοία δυσκολεύονταν σε κάθε τους προσπάθεια να ελιχθούν σε τόσο στενό χώρο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δούκας, οι κωπηλάτες δεν έβρισκαν χώρο να βυθίσουν στο νερό τα κουπιά τους. Τα Τουρκικά πλοία αναφέρει ο ίδιος συγγραφέας, αφού βγήκαν από τα αγκυροβόλια τους, περίμεναν τις Χριστιανικές ολκάδες έξω από το λιμάνι της Χρυσής πύλης, στο εσωτερικό της Προποντίδας. 
 
Η θάλασσα ήταν γαλήνια, καθώς επικρατούσε νηνεμία και το θέαμα ήταν πραγματικά παράξενο˙ όλη η επιφάνεια της του νερού είχε καλυφθεί από τα τριακόσια πλοία των Τούρκων και τις πέντε ολκάδες του Αυτοκράτορα και έμοιαζε με στεριά. Η μάχη που έλαβε χώρα υπήρξε σφοδρότατη. Ο Τούρκος ναύαρχος με το πλοίο του επιτέθη πρώτος εναντίον της πρύμνης του Βυζαντινού πλοίου. Καθ΄όλη τη διάρκεια της ναυμαχίας, η Τουρκική ναυαρχίδα είχε το έμβολο της βυθισμένο στην πρύμνη του Αυτοκρατορικού πλοίου, ενώ όλος ο Τουρκικός στόλος αγωνιζόταν με τρομερό σθένος, ζήλο και ορμή. 
 
Κάθε Χριστιανικό πλοίο βρισκόταν κυκλωμένο από πολλαπλάσια Τουρκικά. Το ένα είχε πέντε γαλέρες γύρω του, το άλλο τριάντα φούστες, το τρίτο μαχόταν με σαράντα παρανταρίες. Η μάχη σώμα με σώμα στα καταστρώματα υπήρξε λυσσώδης. Ενώ οι Τούρκοι επετίθεντο με τόξα, πετροβόλα κανόνια και αναμμένους δαυλούς, οι αμυνόνενοι αντεπετίθεντο, έχοντας το πλεονέκτημα να μάχονται από ψηλότερη θέση, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να ελέγχουν καλύτερα την κάθε κίνηση του αντιπάλου. 
 
Γενναιότερα από όλους αγωνιζόταν ο Φλαντανελάς, ο κυβερνήτης του Βυζαντινού πλοίου, ο οποίος έτρεχε από την πρύμνη στην πλώρη πολεμώντας σαν λιοντάρι και παρώτρυνε με τις φωνές του τους συντρόφους του δίνοντας τους θάρρος. Κάποια στιγμή ο Τούρκος ναύαρχος διέταξε να επιτεθούν όλοι οι πολεμιστές του στο μέσον των Χριστιανικών πλοίων, οπότε η μάχη έγινε εκ του συστάδην. Πολλοί Τούρκοι προσπαθούσαν να πυρπολήσουν τα χαμηλά τμήματα των Χριστιανικών σκαφών, ενώ άλλοι προσπαθούσαν με σκοινιά και άγκιστρα να ανέβουν πάνω στα Βυζαντινά πλεούμενα. 
 
Η μάχη διήρκεσε μόνο δύο με τρεις ώρες, σύμφωνα με το Barbaro και δεν είχε νικητή. Ο ήλιος πλησίαζε στη δύση του και τα Χριστιανικά πλοία, που βρίσκονταν ακινητοποιημένα λόγω της νηνεμίας, εξακολουθούσαν να δέχονται τις επιθέσεις των Τούρκων και να αντιστέκονται σθεναρά. Οι αμυνόμενοι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ιστορικός Κριτόβουλος, ήταν θωρακισμένοι και χρησιμοποιούσαν μεγάλους αμφορείς γεμάτους νερό, για να σβήνουν τις φωτιές, που έβαζαν οι επιτιθέμενοι ή εξακόντιζαν μεγάλους λίθους στα κεφάλια των εχθρών, με αποτέλεσμα είτε να καταποντίσουν, είτε να σκοτώσουν πολλούς.

Και ενώ τα πράγματα είχαν φτάσει σε κρίσιμο σημείο, καθώς υπήρχε φόβος ότι οι Τούρκοι θα συνέχιζαν τις επιθέσεις και κατά τη διάρκεια της νύχτας, φύσηξε ξαφνικά δυνατός νότιος άνεμος, ευνοϊκός για τα Χριστιανικά πλοία και καθώς ήταν ταχύτερα από τα Τουρκικά, κατόρθωσαν να φτάσουν στην είσοδο του Κεράτιου κόλπου. Η βαριά αλυσίδα σηκώθηκε για λίγο και τα Χριστιανικά πλοία πέρασαν πίσω από αυτή με ασφάλεια. Από την παραλία και τα τείχη, πολιορκητές και πολιορκημένοι παρακολουθούσαν με αγωνία την έκβαση της ναυμαχίας. 
 
Όταν και οι μεν και οι δε αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί ξέσπασαν οι μεν Βυζαντινοί σε ζητωκραυγές, οι δε Τούρκοι σε βρισιές και κατάρες. Εντυπωσιακή ήταν η αντίδραση του Μωάμεθ, όπως περιγράφεται από τον ιστορικό Σφραντζή. « Όταν ο Σουλτάνος είδε, ότι ο στόλος του, παρόλο που ήταν πολύ μεγαλύτερος και πιο καλά εξοπλισμένος από τα Χριστιανικά πλοία, δεν πέτυχε τίποτε, αλλά αποδείχτηκε κατώτερος από αυτά, τα οποία κατόρθωσαν να μπουν με ασφάλεια στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, εξεμάνη, κατελήφθη από οργή και θυμό, μούγκριζε και έτριζε τα δόντια. Εκτόξευε ύβρεις κατά των ανδρών του, αποκαλώντας τους δειλούς, γυναίκες και άχρηστους.


Έπειτα ανέβηκε στο άλογο του και όρμησε έφιππος μέσα στο νερό, με αποτέλεσμα τα περισσότερα ρούχα του να βραχούν. Τον ακολούθησαν και αρκετοί στρατιώτες του και έφθασαν στα πλοία.» Τελικά η οργή του Σουλτάνου ξέσπασε στο πρόσωπο του ναυάρχου του, Μπαλτόγλου. Αρχική πρόθεση του Μωάμεθ ήταν να σκοτώσει το ναύαρχό του με ανασκολοπισμό. Έπειτα όμως από τις παρακλήσεις των Πασάδων του, αποφάσισε να του χαρίσει τη ζωή, αλλά φρόντισε πρώτα να τον καθαιρέσει από το αξίωμα του, να δημεύσει την περιουσία του, την οποία και μοίρασε στους γενιτσάρους και να τον εξευτελίσει με ραβδισμούς. 
 
Σε κάποιες μαρτυρίες, όπως αυτή του Δούκα, φαίνεται ότι ο Μπαλτόγλου έγινε στόχος και της οργής των γενιτσάρων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του από πέτρα στο μάτι, γεγονός που του στοίχισε την όραση του. Από την άλλη μεριά τον τραυματισμό του ναυάρχου από πέτρα, αναφέρει και ο Κριτόβουλος με τη διαφορά όμως, ότι ο τραυματισμός αυτός προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας και έγινε αφορμή να αποφύγει ο Μπαλτόγλου τη θανατική καταδίκη εκ μέρους του Μωάμεθ.

Η αδικαιολόγητη αυτή αποτυχία του Τουρκικού στόλου εξόργισε όσο τίποτε το Σουλτάνο, ο οποίος δεν μπορούσε να πιστέψει, ότι τέσσερα Χριστιανικά πλοία (ή όπως έχουμε δει προηγουμένως πέντε, σύμφωνα με μαρτυρίες άλλων χρονογράφων) κατάφεραν όχι μόνο να παρακάμψουν τα πολυάριθμα Τουρκικά σκάφη, αλλά και να προκαλέσουν το θάνατο πολλών μελών του πληρώματος. Η ψυχή του Μωάμεθ ξεχείλιζε από θλίψη και αγανάκτηση. Μόνη του σκέψη ήταν τί θα μπορούσε να κάνει για να αποκλείσει όσο το δυνατόν καλύτερα την Πόλη από την ξηρά και από τη θάλασσα και πώς θα αποκτούσε τον έλεγχο του Κεράτιου κόλπου.

Ο Σουλτάνος πέρασε την υπόλοιπη μέρα, αλλά και την επόμενη στην περιοχή του Διπλοκιόνιου, σκεπτόμενος με ποιο τρόπο θα μπορούσε να περάσει το στόλο του μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή τα πλοία του δεν είχαν καταφέρει να σπάσουν τον αποκλεισμό και να παραβιάσουν την είσοδο του λιμανιού και την αλυσίδα. Μηχανεύεται λοιπόν ένα τέχνασμα, δηλαδή την κατασκευή δίολκου, μέσω της οποίας θα μετέφερε κάποια από τα πλοία του από την ξηρά μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. 
 
Διατάζει λοιπόν να διαμορφωθεί μία ομαλή οδός πίσω από τα τείχη του Γαλατά και να τοποθετηθούν κάποια από τα σκάφη πάνω σε τροχοφόρες εξέδρες, τις οποίες τραβούσαν με σκοινιά Τούρκοι στρατιώτες. Έτσι άρχισε ταχύτατα η ανέλκυση των πλοίων και ταχύτατα ολοκληρώθηκε και η μεταφορά τους μέσα σε διάστημα μίας μόνο νύχτας. Για να γίνει πιο εύκολη η κίνηση των πλοιαρίων στον τραχύ στεριανό δρόμο, τοποθετήθηκαν σανίδες αλειμμένες με λίπος βοδιών ή κριαριών, επάνω στις οποίες γλιστρούσαν ευκολότερα τα πλεούμενα. 
 
Η επιχείρηση έλαβε χώρα τη νύχτα της 21 προς 22 Απριλίου και μεταφέρθηκαν 70 με 80 πλεούμενα από τη ναυτική βάση των Τούρκων στην περιοχή του Διπλοκιόνιου, στο Βόσπορο, μέσα στον Κεράτιο κόλπο, στα νώτα των Χριστιανικών πλοίων, που ήταν τοποθετημένα πίσω από τη βαριά αλυσίδα, που έφραζε την είσοδο του λιμανιού. Αυτή η ενέργεια του Σουλτάνου μείωσε την αμυντική ικανότητα των πολιορκουμένων, οι οποίοι ήταν αναγκασμένοι τώρα να προστατεύουν και τα θαλάσσια τείχη από την πλευρά του Κερατίου κόλπου και σκόρπισε τον τρόμο μέσα στην Πόλη. 
 
Σύγχυση και θλίψη κατέλαβε τους πάντες. Η χαρά των προηγούμενων επιτυχιών στην ξηρά (απόκρουση της Τουρκικής εφόδου στις 18 Απριλίου) και στη θάλασσα (επιτυχής είσοδος των Χριστιανικών πλοίων στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης στις 20 Απριλίου) σβήστηκε μπροστά στην αγωνία και το φόβο για τους κινδύνους που ενέκλειε η νέα πραγματικότητα. Έπρεπε σύντομα να ληφθούν μέτρα ώστε, να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. 
 
Αποφασίστηκε η σύγκληση του συμβουλίου των δώδεκα, ενός συμβουλίου των πλοιάρχων των μεγαλύτερων πλοίων, ενετικών και Βυζαντινών, που βρίσκονταν μέσα στον Κεράτιο, σε συνεννόηση βέβαια με τον Αυτοκράτορα και τον Ιουστινιάνη. Στη διάρκεια του συμβουλίου ακούστηκαν πολλές προτάσεις. Μία πρόταση ήταν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Γενουάτες του Πέραν και να πραγματοποιήσουν από κοινού μία γενική επίθεση κατά του Τουρκικού στόλου μέσα στο λιμάνι.

Η πρόταση αυτή απερρίφθη, καθώς υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να μη γίνει αποδεκτή από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, για να μη χάσουν τα προνόμια που είχαν αποκτήσει από την τήρηση ουδετερότητας. Μία δεύτερη πρόταση ήταν, να αποβιβαστούν άνδρες από την Κωνσταντινούπολη στην απέναντι ακτή, εκεί όπου βρίσκονταν τα Τουρκικά πυροβολεία και να τα καταστρέψουν. Αν συνέβαινε αυτό θα ήταν πιο εύκολο έπειτα, να πυρπολήσουν τα εχθρικά πλοία που βρίσκονταν μέσα στον Κεράτιο.

Και η πρόταση αυτή όμως, είχε την ίδια τύχη με την προηγούμενη, καθώς ο αριθμός των στρατιωτών στην Πόλη ήταν πολύ μικρός και θα ήταν μεγάλο ρίσκο, να διακινδυνεύσουν για μία τόσο αβέβαιη επιχείρηση. Τελικά αποφασίστηκε η άμεση πυρπόληση των Τουρκικών πλοίων μέσα στο λιμάνι του Κεράτιου κόλπου. Η επιχείρηση αυτή απαιτούσε λιγοστούς ριψοκίνδυνους άνδρες και την ανέλαβε ένας έμπειρος ναυτικός, ο Ιάκωβος Κόκος, πλοίαρχος μίας γαλέρας από την Τραπεζούντα.


Το δύσκολο αυτό εγχείρημα, είχε αποφασιστεί να πραγματοποιηθεί στις 24 Απριλίου, λίγες μόνο ώρες έπειτα από τη μεταφορά του Τουρκικού στόλου μέσα στον Κεράτιο. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι ο Σουλτάνος είχε διατάξει να φτιάξουν μία πρόχειρη πλωτή γέφυρα μέσα στο λιμάνι από την οποία μπορούσαν να διέρχονται ελεύθερα οι στρατιώτες του περνώντας από τη μία παραλία του κόλπου στην απέναντι και πάνω στην οποία έστησε κανόνι, το οποίο έβαλε διαρκώς τα τείχη σε εκείνο το σημείο και δυσκόλευε τρομερά την άμυνα των πολιορκημένων. 
 
Σύμφωνα λοιπόν με την περιγραφή του Barbaro, στις 24 Απριλίου ο ναύαρχος Ιάκωβος Κόκος, ετοίμασε δύο πλοία καλά επενδυμένα γύρω γύρω με σάκους γεμάτους βαμβάκι και μαλλί, ώστε να μην μπορεί να τους προκαλέσει ζημιά κανένας κανονιοβολισμός και παράλληλα ετοιμάστηκαν δύο γαλέρες και δύο φούστες, για να συνεισφέρουν στην επιχείρηση. Αφού λοιπόν είχε προηγηθεί η κατάλληλη προετοιμασία συγκεντρώθηκαν όλοι στη γαλέρα του Diedo, για να πάρουν την τελική απόφαση για την πραγματοποίηση του παράτολμου εγχειρήματος. 
 
Και ενώ οι περισσότεροι συμφωνούσαν να τεθεί σε εφαρμογή το σχέδιο, το ίδιο εκείνο βράδυ, οι Γενουάτες του Γαλατά, οι οποίοι αντιλήφθηκαν το σχέδιο, έσπευσαν να στείλουν αντιπροσώπους στον Τούρκο Σουλτάνο και να του το αποκαλύψουν, ενώ ταυτόχρονα ζήτησαν από τον ναύαρχο, να αναβάλει την επιχείρηση, με την υπόσχεση, ότι θα συνεισέφεραν και οι ίδιοι στην πυρπόληση του εχθρικού στόλου. Ο ναύαρχος πείσθηκε για την ειλικρίνεια των προθέσεων των Γενουατών και αποφασίστηκε να αναβληθεί το εγχείρημα για τις επόμενες ημέρες.

Η αναβολή, την οποία κέρδισαν οι Γενουάτες, όπως αποδείχτηκε αργότερα υπήρξε πολύτιμη για τους Τούρκους, καθώς τους έδωσε την ευκαιρία να προετοιμαστούν κατάλληλα και να οργανώσουν αποτελεσματικό σχέδιο αντιμετώπισης των Βυζαντινών και των συμμάχων τους. Το ξημέρωμα της 28ης Απριλίου ορίστηκε να πραγματοποιηθεί τελικά η προσπάθεια πυρπόλησης του Τουρκικού στόλου. Έτσι την καθορισμένη στιγμή δύο ώρες πριν από το ξημέρωμα, όπως αναφέρει ο Barbaro, τα δύο χριστιανικά πλοία του Ιάκωβου Κόκου ξεκίνησαν από το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, συνοδευόμενα από τις γαλέρες του Γαβριήλ Τριβιζάνου και του Ζαχαρία Γκριόνι και ακόμα από τρεις φούστες με πλοιάρχους τον Τριβιζάνο, τον Μορεζίνη και τον Κόκο.

Σύμφωνα με τη διαταγή που είχε δοθεί επικεφαλής βρίσκονταν τα δύο μεγάλα πλοία, τα οποία ήταν επενδυμένα με σάκους από μαλλί και βαμβάκι, καθώς σε περίπτωση επίθεσης, θα μπορούσαν να προστατευθούν και παράλληλα να ανταποδώσουν τους κανονιοβολισμούς. Όταν τα πλοία έφτασαν κοντά στον Τουρκικό στόλο, ο Κόκος προέβη σε μία απερίσκεπτη πράξη. Επιθυμώντας να είναι ο πρώτος , που θα χτυπούσε την Τουρκική αρμάδα, έβγαλε τη φούστα του από την κάλυψη των μεγάλων πλοίων και ακριβώς εκείνη τη στιγμή το πλοίο του δέχτηκε την πρώτη κανονιά. 
 
Αν και αυτή η κανονιά δεν ήταν επιτυχημένη, η επόμενη πέτυχε τη φούστα στη μέση και τη διαπέρασε από τη μία πλευρά στην άλλη. Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά το πλοίο βυθίστηκε μαζί με όλο το πλήρωμα αλλά και τον κυβερνήτη του, τον Κόκο, συνολικά εβδομήντα δύο άνδρες. Σύμφωνα με το Σφραντζή όμως, από τους άνδρες του πληρώματος εκείνου του μοιραίου πλοιαρίου, κάποιοι, σαράντα περίπου τον αριθμό, κατάφεραν να σωθούν και να κολυμπήσουν ως την παραλία. Εκεί όμως τους συνέλαβαν οι Τούρκοι και τους θανάτωσαν με τη μέθοδο του ανασκολοπισμού, με τέτοιο τρόπο, ώστε η αποτρόπαιη πράξη να είναι ορατή στους φρουρούς των τειχών.

Και ενώ συνέβησαν αυτά στο πλοίο του Κόκο, επειδή γινόταν χαλασμός και επικρατούσε αναστάτωση, ακούγονταν κραυγές και υπήρχε πολύς θόρυβος, οι επιβαίνοντες στα άλλα πλεούμενα φαίνεται, σύμφωνα με το Barbaro, ότι δεν είχαν αντιληφθεί τι ακριβώς είχε συμβεί. Και ενώ προχωρούσε η γαλέρα του Τριβιζάνο, χτυπήθηκε από τα κανόνια των Τούρκων και το χτύπημα ήταν τόσο καίριο, ώστε η βολή τη διαπέρασε από τη μία άκρη ως την άλλη. Το πλοίο άρχισε να βυθίζεται, αλλά το πλήρωμα του κατάφερε να το οδηγήσει στο αγκυροβόλιο του.

Τα μικρότερα σκάφη, δηλαδή οι φούστες, βλέποντας τι είχε συμβεί με τις άλλες δύο, αποφασίζουν να γυρίσουν πίσω, καθώς η επιχείρηση δεν μπορούσε πλέον, υπό αυτές τις συνθήκες, να πραγματοποιηθεί. Τα δύο μεγάλα πλοία, που είχαν λάβει μέρος στην επιχείρηση, είχαν αγκυροβολήσει και περίμεναν βοήθεια. Αλλά ήταν αδύνατο να λάβουν οποιουδήποτε είδους βοήθεια, καθώς οι Τούρκοι με όλο το στόλο τους, εβδομήντα δύο φούστες, όπως αναφέρει ο Barbaro, επιτέθηκαν με σφοδρότητα στα δύο πλοία. 
 
Επί μιάμιση περίπου ώρα κανονιοβολούσαν ασταμάτητα τα δύο πλεούμενα και η μάχη ήταν λυσσαλέα, αλλά καμία από τις δύο πλευρές δεν κατόρθωσε να νικήσει. Τελικά τα δύο πλοία επέστρεψαν στη θέση τους και τα πλοία του Τουρκικού στόλου στη βάση τους. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας μπορεί βεβαίως να ήταν ατυχές για τους Χριστιανούς, καθώς είχαν υποστεί σοβαρές απώλειες, αν κρίνει κανείς όμως το γεγονός, ότι δύο πλοία κατόρθωσαν να επιστρέψουν σώα στη βάση τους, ενώ δέχτηκαν κανονιοβολισμούς και πυρά από πολύ περισσότερα, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι οι χριστιανοί ήταν σαφώς ανώτεροι των Τούρκων, όσον αφορά τη
ναυτικά ικανότητα και παράλληλα υπερείχαν στην ποιότητα των πλοίων.

Τέλος θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι πέρα από την προδοσία των Γενουατών, η οποία έδωσε στους εχθρούς τη δυνατότητα να προετοιμαστούν κατάλληλα, σημαντικό ρόλο στην ήττα των χριστιανών έπαιξε και η απερίσκεπτη κίνηση του Ιάκωβου Κόκου. Αν δεν ήταν τόσο παρορμητικός και είχε ακολουθήσει πιστά το σχέδιο, που είχε αποφασιστεί να τεθεί σε εφαρμογή, η εξέλιξη της ναυμαχίας θα ήταν πιθανότατα πολύ διαφορετική. Αλλά αυτά είναι μόνο υποθέσεις και για το λόγο αυτό θα σταθούμε απλά στα γεγονότα.

Η θλίψη και η απόγνωση στην Κωνσταντινούπολη ήταν μεγάλη και για την ήττα, αλλά και για τις απώλειες τόσων ανθρώπων. Για να μετριαστεί η απώλεια και ο θυμός για την ήττα οι αμυνόμενοι ανταπάντησαν στους Τούρκους με τη θανάτωση των Τούρκων αιχμαλώτων, οι οποίοι βρίσκονταν στην πόλη από την αρχή της πολιορκίας, τους οποίους και κρέμασαν στα τείχη. Οι Τούρκοι είχαν όμως, εγκατασταθεί πλέον στον Κεράτιο κόλπο και το λιμάνι δεν ήταν ασφαλές, παρόλο που ο χριστιανικός στόλος εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί. 
 
 
 
Ο Μωάμεθ, αν και δεν είχε αποκτήσει πλήρη κυριαρχία, μπορούσε πλέον να απειλεί τα τείχη, που βρίσκονταν απέναντι από το λιμάνι και είχε αρκετά πλοία έξω από την αλυσίδα, ώστε να κρατά την Πόλη αποκλεισμένη. Η προδοσία των Γενουατών του Πέραν είχε καταφέρει να διασπάσει τη άμυνα των Χριστιανών με συχνές διενέξεις και καχυποψία μεταξύ Ενετών, Γενουατών, αλλά και Βυζαντινών και να δώσει στο Σουλτάνο μία μεγάλη νίκη.

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΓΩΝΙΑΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

Αρχές Μαΐου και η Πόλη βρισκόταν ένα βήμα πριν την καταστροφή. Ήταν κυκλωμένη από παντού. Ο Μωάμεθ την πολιορκούσε με πολλαπλάσιες δυνάμεις από αυτές που εκείνη διέθετε. Μέρα με τη μέρα γκρεμίζονταν τα τείχη της και φαινόταν, ότι η άμυνα της δεν θα άντεχε για πολύ, αν και οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης εργάζονταν με ζήλο, επισκευάζοντας τα σημεία των τειχών, που είχαν υποστεί ζημιές, με κάθε τρόπο. Η τακτική του Μωάμεθ ήταν φθοροποιός και αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη ψυχολογική διάσταση.

Τώρα οι αμυνόμενοι έπρεπε να απλωθούν περισσότερο, για να καλύψουν και τα τείχη, που βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα και για αυτό το λόγο ο Σουλτάνος αποφάσισε να τους εξαντλήσει με συνεχή πυρά. Οι Βυζαντινοί ακόμη προσδοκούσαν, ότι η Δύση, έστω και τελευταία στιγμή θα έκανε το χρέος της στέλνοντας βοήθεια. Φήμες κυκλοφορούσαν διαρκώς ανάμεσα στους πολιορκημένους για στρατό και στόλο, που βρισκόταν καθ’ οδόν, αλλά διαψεύδονταν οικτρά. Αλλά και η θάλασσα γύρω από την πόλη ήταν γεμάτη τουρκικά πλοία. Αν κατέφθανε βοήθεια θα διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο.

Έπρεπε με κάποιο τρόπο να ειδοποιηθούν τα πλοία, που τυχόν έπλεαν στο Αιγαίο. Στις 3 Μαΐου αποφασίστηκε από τον Αυτοκράτορα και τους Ενετούς πλοιάρχους να σπάσει τον αποκλεισμό ένα μικρό πλοιάριο με λίγους εθελοντές και να βγει στο Αιγαίο προς αναζήτηση βοήθειας. Το ίδιο εκείνο βράδυ το πλοιάριο με το λιγοστό πλήρωμα κατάφερε να περάσει απαρατήρητο από τις Τουρκικές γραμμές, καθώς οι δώδεκα ναύτες, που επέβαιναν σε αυτό, φορούσαν Τουρκικές φορεσιές και είχαν υψώσει σημαία με το έμβλημα του Σουλτάνου και να ανοιχτεί στο πέλαγος, χωρίς να προκληθεί η παραμικρή αναστάτωση.

Και ενώ το πλοιάριο είχε ξεκινήσει το άκαρπο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ταξίδι του, η κατάσταση μέσα στην Πόλη ήταν δραματική. Ο κλοιός γινόταν ολοένα και πιο ασφυκτικός. Ο Μωάμεθ, αν και δεν προέβη τις πρώτες ημέρες του Μαΐου σε κάποια επιθετική δραστηριότητα κατά της πόλης, φρόντιζε να καταπονεί την άμυνα της με συνεχείς βομβαρδισμούς στα χερσαία τείχη, με αποτέλεσμα αρκετές απώλειες σε έμψυχο δυναμικό.

Ακόμη αξίζει να αναφέρει κανείς τις συμπλοκές μεταξύ των Χριστιανικών και των Τουρκικών πλοίων, που συνέβαιναν πλέον σε καθημερινή βάση και είχαν ως αποτέλεσμα τη βύθιση ενός πολεμικού πλοίου, από τα τρία, που διέθετε ο Ιουστινιάνης. Επιπλέον, καθώς τα τρόφιμα και τα εφόδια ήταν λιγοστά, πολλοί άνδρες εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, αφήνοντας τες αφύλακτες και κατευθύνονταν στην Πόλη, με σκοπό να βρουν τρόφιμα για τους ίδιους και τις οικογένειες τους.

Ο Αυτοκράτορας, βλέποντας τα όσα συνέβαιναν, όρισε να μοιραστούν δίκαια τα λιγοστά τρόφιμα και τα μέλη της κάθε οικογένειας να πάρουν τις μερίδες, που τους αναλογούσαν, ώστε να μην υπάρχουν διενέξεις και να μην μένουν αφύλακτες καίριες θέσεις στα τείχη. Ο Μωάμεθ, από την άλλη μεριά, εξακολουθούσε να βομβαρδίζει τα τείχη με τα μεγάλα κανόνια. Στις 6 Μαΐου τα κανόνια χτυπούσαν την Πόλη ασταμάτητα καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν και την επόμενη ημέρα, όποτε και διατάχθηκε από το σουλτάνο μία τεράστια επίθεση με στόχο να εισέλθουν στην πόλη.

Οι αλαλαγμοί, ο θόρυβος της μάχης και οι κραυγές ήταν εκκωφαντικές και ακούγονταν μέχρι την ανατολική πλευρά του λιμανιού, εκατοντάδες μέτρα απόσταση. Καθώς επικρατούσε πανδαιμόνιο, οι ναύτες και τα πληρώματα των πλοίων βρίσκονταν σε ετοιμότητα, περιμένοντας αντίστοιχη επίθεση του Οθωμανικού στόλου, καθώς πίστεψαν, ότι πρόκειται για γενικευμένη επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Η μάχη μαινόταν για τρεις ώρες, αλλά οι υπερασπιστές της πόλης αντιστέκονταν με επιτυχία.


Και ενώ η σύγκρουση άρχισε να καταλαγιάζει και καθώς οι πολιορκητές οπισθοχωρούσαν, επιχείρησαν μία κίνηση αντιπερισπασμού, προσπαθώντας να βάλουν φωτιά στην πύλη κοντά στο παλάτι. Και αυτή η επιδρομή όμως αποκρούστηκε. Φαίνεται πιθανό, ότι εκείνες τις ημέρες ο Κωνσταντίνος βλέποντας τις υλικές και πρωτίστως τις ανθρώπινες απώλειες, και φοβούμενος ότι η Πόλη δεν θα άντεχε για πολύ, έστειλε πρεσβεία στο Σουλτάνο με σκοπό τη διαπραγμάτευση της λύσης της πολιορκίας και της καταβολής φόρου, την οποία θα όριζε ο Μωάμεθ. Ο Σουλτάνος βεβαίως δε δέχτηκε μία τέτοια συμφωνία.

Η Πόλη έπρεπε να του παραδοθεί χωρίς όρους. Φυσικά αυτό δεν έγινε δεκτό και οι διαπραγματεύσεις απέβησαν άκαρπες. Η κατάσταση για τους αμυνομένους εξακολουθούσε όμως, να είναι απελπιστική. Καθημερινά μετρούσαν απώλειες και στα δύο στρατόπεδα. Και αν για το Σουλτάνο κάτι τέτοιο δε σήμαινε τίποτα, εφόσον είχε αμέτρητο στρατό και αναπλήρωνε ταχύτατα τις απώλειες, για τον Αυτοκράτορα, ήταν πληγή και αναζητούσε αγωνιωδώς τρόπους να αναπληρώσει τα κενά. Η μόνη ανεκμετάλλευτη πηγή ανθρώπινου δυναμικού και όπλων βρισκόταν στις γαλέρες.

Έτσι στις 8 Μαΐου σνεκλήθη το συμβούλιο των δώδεκα και αποφάσισε να εκφορτωθούν τα όπλα και όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στις τρεις Βενετικές γαλέρες, οι άνδρες, που αποτελούσαν τα πληρώματα των πλοίων να μετακινηθούν στα τείχη, για να συνδράμουν στη φύλαξη της πόλης και οι γαλέρες να βυθιστούν. Φυσικά αυτή η απόφαση, που καθόριζε τη μοίρα των ναυτών και τη συνύφαινε με αυτή της Πόλης, προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις.

Οι επιβαίνοντες στις γαλέρες αντιλαμβάνονταν ξεκάθαρα, ότι, αν απομακρύνονταν από τις γαλέρες, δεν θα ήταν πλέον ελεύθεροι να αποπλεύσουν, όταν κάτι τέτοιο θα ήταν αναγκαίο για τη σωτηρία τους και πίστευαν, ότι μία τέτοια απόφαση σήμαινε την παρακράτηση τους με τη βία. Επειδή λοιπόν, οι καπετάνιοι φοβήθηκαν την καταστροφή ενός μέσου, που παρείχε ασφάλεια, σφράγισαν τα πλοία τους και παρέμειναν αμετακίνητοι. Οι βομβαρδισμοί από την άλλη μεριά, συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Η κατάσταση απαιτούσε τη λήψη μέτρων.

Έτσι αναγκάστηκαν να συγκαλέσουν το συμβούλιο και τις επόμενες δύο ημέρες. Αποφασίστηκε, ότι όλα τα πλοία, εκτός από αυτά που χρειάζονταν για τη φρούρηση του φράγματος, θα μετακινούνταν για να βοηθήσουν στην άμυνα της πόλης. Ο Γαβριήλ Τριβιζάνος, με τετρακόσιους άνδρες συμφώνησε να αφοπλίσει τα πλοία του και συνδράμει στην προστασία της πύλης του Αγίου Ρωμανού.

Η πραγματοποίηση αυτής της απόφασης έγινε τελικά στις 13 Μαΐου. Οι Βενετικές γαλέρες αφοπλίστηκαν τελικά και ο Τριβιζάνος με τους τετρακόσιους ναύτες του, γνωρίζοντας πολύ καλά, ότι βάδιζαν προς το θάνατο κατευθύνθηκαν στα χερσαία τείχη, κοντά στα ανάκτορα των Βλαχερνών, όπου και παρέμειναν μέχρι τέλους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί μία ακόμη εκτεταμένη επίθεση των Τούρκων την προηγούμενη νύχτα, δηλαδή στις 12 Μαΐου.

Στο μέσον της νύχτας λοιπόν πενήντα χιλιάδες Τούρκοι, σε στρατιωτική παράταξη, όρμησαν στα τείχη με εκκωφαντικό θόρυβο από αλαλαγμούς, τύμπανα και ταμπούρλα, στην περιοχή του παλατιού του Πορφυρογέννητου, όπου το τείχος ήταν κατεστραμμένο, γεγονός που έκανε πιο εύκολη την πρόσβαση. Ακόμη μία φορά όμως, η επίθεση αυτή απέβη άκαρπη και η έφοδος των Τούρκων, παρότι υπήρξε λυσσώδης και η θέση των πολιορκημένων εξαιρετικά επισφαλής, απέτυχε τελείως.

Στις 14 Μαΐου, ο Σουλτάνος ανακουφισμένος από την αποχώρηση των γαλερών από τον Κεράτιο κόλπο, καθώς απομακρύνθηκε ο κίνδυνος επίθεσης στα δικά του πλοία, μετέφερε τα κανόνια του από το λόφο του Γαλατά και τα εγκατέστησε στην απέναντι πλευρά, με σκοπό να βομβαρδίζουν το τείχος στο σημείο, όπου βρισκόταν το παλάτι των Βλαχερνών. Επειδή όμως δεν κατάφεραν να προξενήσουν κάποια σημαντική ζημιά, τα απομάκρυναν από εκεί και τα τοποθέτησαν απέναντι από την πύλη του Αγίου Ρωμανού, που ήταν το πιο ασθενές σημείο κατά μήκος των χερσαίων τειχών.

Τα κανόνια δεν έπαυαν στιγμή να χτυπούν τα τείχη, αλλά οι υπερασπιστές τους σε εκείνο το σημείο, επισκεύαζαν τα ρήγματα, με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος απώλειας των τειχών και ξαφνικής εφόδου των Τούρκων. Τριακόσιοι Ιταλοί, εξαιρετικής στρατιωτικής αξίας φρουρούσαν το συγκεκριμένο σημείο μέχρι τη στιγμή της άλωσης. Στις 16 του ίδιου μήνα κάποια Τουρκικά πλοία, αποσπάσθηκαν από το αγκυροβόλιο τους, στο Διπλοκιόνιο και επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και με μεγάλη ταχύτητα στην αλυσίδα του λιμανιού.

Οι Τούρκοι άρχισαν να χτυπούν με τα κανόνια τους τα Βυζαντινά πλοία, που βρίσκονταν εκεί αγκυροβολημένα, αλλά βρήκαν αντίσταση από τα Ελληνικά πλοιάρια, τα οποία ακολούθησαν τα Τουρκικά με σκοπό να τα χτυπήσουν και να τα αναχαιτίσουν. Το αποτέλεσμα ήταν, να τραπούν σε φυγή τα Τουρκικά πλοία και να επιστρέψουν στο Διπλοκιόνιο. Την ίδια μέρα, παράλληλα με την επιτυχημένη απώθηση των Τουρκικών πλοίων στη θάλασσα, οι Βυζαντινοί έκαναν και μία σημαντική ανακάλυψη. Οι Οθωμανοί του Μωάμεθ είχαν αποπειραθεί να ανοίξουν υπόνομο κάτω από τα τείχη και ετοιμάζονταν να εισβάλουν υπογείως στην Πόλη.


Οι Βυζαντινοί όμως αντελήφθησαν τι συνέβαινε, εξαιτίας του θορύβου κάτω από τα τείχη και μετά από διαταγή του Αυτοκράτορα, οι ειδικοί που ασχολούνταν με τη διάνοιξη υπόγειων στοών, έσκαψαν τούνελ, με τέτοιο τρόπο, ώστε να συναντήσει αυτό των Τούρκων. Έτσι οι Βυζαντινοί εισχώρησαν απαρατήρητοι μέσα στην στοά του εχθρού, έβαλαν φωτιά στα ξύλινα στηρίγματα, με αποτέλεσμα να πέσει η οροφή και να καταπλακωθούν αρκετοί Τούρκοι, οι οποίοι βρήκαν φριχτό θάνατο.

Φυσικά τη χρήση των υπόγειων στοών είχε αρχίσει ο Σουλτάνος από την αρχή της πολιορκίας, αλλά φαίνεται πως δεν είχε βρει αρκετά έμπειρους τεχνίτες. Το σημείο, το οποίο επιλέχθηκε από τους Οθωμανούς για τη διάνοιξη της τάφρου ήταν κοντά στην Καλιγαρία πύλη, καθώς εκεί δεν υπήρχε τάφρος, ούτε εξωτερικό τείχος. Παρόλα αυτά η ανακάλυψη της σήραγγας προξένησε πανικό και φόβο στους πολιορκημένους, μήπως κάποια στιγμή ο εχθρός αποπειραθεί να εισβάλει στην πόλη με αυτό τον τρόπο.

Την επόμενη ημέρα πέντε Τουρκικά πλοιάρια πλησίασαν και πάλι την αλυσίδα, με σκοπό να κατασκοπεύσουν τις κινήσεις του εχθρικού στόλου και να κάνουν επίδειξη δύναμης. Οι κωπηλάτες και τα Τουρκικά πληρώματα δέχτηκαν όμως σφοδρή επίθεση από τα Βυζαντινά πλοία και αναγκάστηκαν και πάλι να οπισθοχωρήσουν φοβισμένοι. Το δαιμόνιο μυαλό του Σουλτάνου όμως βρισκόταν διαρκώς σε εγρήγορση και συνεχώς αναζητούσε καινούργιες μεθόδους και τεχνάσματα, με τα οποία θα πραγματοποιούσε το διακαή πόθο του, δηλαδή την πτώση της Πόλης.

Ένα από αυτά τα σατανικά πράγματι τεχνάσματα ήταν η κατασκευή ενός πύργου, όπως έχει ήδη αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο, η οποία προκάλεσε τρόμο και πανικό στους πολιορκημένους το πρωί της 18ης Μαΐου. Το ξύλινο κατασκεύασμα ήταν τόσο ψηλό, ώστε ξεπερνούσε το ύψος των τειχών και είχε τεράστιες διαστάσεις. Είχε ξύλινους τροχούς για να κινήται και ήταν απρόσβλητο στα κάθε είδους χτυπήματα. Οι Τούρκοι τον έστησαν τόσο γρήγορα κοντά στα τείχη στη Χαρίσια πύλη, ώστε ούτε οι σκοποί από τα τείχη δεν πρόλαβαν να το αντιληφθούν.

Όπως ήταν φυσικό οι Τούρκοι επιθυμούσαν τη νίκη όσο τίποτε άλλο, για αυτό και η μάχη που ακολούθησε ήταν σκληρή. Η αντίσταση των πολιορκημένων ήταν ηρωική και η προσπάθειά τους να απωθήσουν τον εχθρό αγωνιώδης. Τελικά κατάφεραν να πυρπολήσουν τον πύργο και να προκαλέσουν την έκπληξη και την οργή του Σουλτάνου. Δυστυχώς όμως, όπως θα απεδείκνυε η ιστορία, η χαρά των πολιορκημένων για τις επιτυχίες στην απόκρουση του εχθρού δεν θα κρατούσε για πολύ.

ΟΙ ΔΕΚΑ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ

Από τις 19 Μαΐου έως και την πτώση της Πόλης στις 29 του ίδιου μήνα οι ανηλεείς βομβαρδισμοί των τειχών ήταν συνεχείς και ασταμάτητοι, καθώς ο σουλτάνος, απογοητευμένος από τις αποτυχίες των προηγούμενων ημερών, είχε οργιστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε το μόνο που επιθυμούσε, ήταν να ολοκληρώσει το σχέδιο του όσο το δυνατόν συντομότερα.

Ακόμη και η εξιστόρηση των γεγονότων από το χρονογράφο Barbaro γίνεται μονότονη, καθώς επαναλαμβάνεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση το θέμα των βομβαρδισμών και οι προσπάθειες των αμυνομένων να επισκευάσουν τις ζημιές και να αναστηλώσουν τα πεσμένα τμήματα των τειχών. Οι στιγμές ήταν τόσο κρίσιμες, ώστε όλοι μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, κληρικοί και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να συμβάλουν στην άμυνα.

Επιπλέον οι Τούρκοι είχαν εντατικοποιήσει τις προσπάθειες δημιουργίας υπόγειων στοών με σκοπό να εισβάλουν στην Κωνσταντινούπολη υπογείως και μάλιστα έσκαβαν όχι σε ένα μόνο σημείο πλέον, αλλά σε περισσότερα, κυρίως κοντά στην πύλη της Καλιγαρίας. Ο συνήθης τρόπος κατασκευής μίας στοάς ήταν να σκάβουν το έδαφος και μετά να στηρίζουν το χώμα, που βρισκόταν από πάνω με στηρίγματα από γερά ξύλα. Οι αμυνόμενοι συνήθως έβαζαν φωτιά στα ξύλινα υποστηλώματα, τα οποία στήριζαν το έδαφος, με αποτέλεσμα να πέφτουν και να καταπλακώνουν, όσους βρίσκονταν μέσα, είτε απλά τους έκαιγαν.

Σε κάποιες περιπτώσεις οι πολιορκημένοι στάθηκαν ιδιαίτερα τυχεροί σε αυτό το θέμα, γιατί οι σήραγγες πολλές φορές λόγω κακής κατασκευής ή λόγω λανθασμένης επιλογής τοποθεσίας γκρεμίζονταν μόνες τους, με αποτέλεσμα το θάνατο πολλών ανδρών. Στις 23 Μαΐου μάλιστα, ενώ και πάλι οι Τούρκοι προσπαθούσαν να υπονομεύσουν το τείχος κοντά στην περιοχή των Βλαχερνών, με τη δημιουργία στοάς, έγιναν αντιληπτοί από Βυζαντινούς, οι οποίοι εξουδετέρωσαν την προσπάθεια τους και παράλληλα κατάφεραν να συλλάβουν ζωντανούς κάποιους από τους Τούρκους υπονομοποιούς και μάλιστα τους επικεφαλείς.

Αφού τους βασάνισαν και κατάφεραν να μάθουν όλες τις θέσεις, όπου βρίσκονταν οι υπόλοιπες σήραγγες, τους αποκεφάλισαν και πέταξαν τα πτώματα τους πάνω από τα τείχη, στο σημείο που βρισκόταν το Τουρκικό στρατόπεδο. Δύο τελευταίες σήραγγες ανακαλύφθηκαν την επόμενη και τη μεθεπόμενη ημέρα και όπως αναφέρει και ο Barbaro, ήταν οι τελευταίες, αλλά οι πιο επικίνδυνες. Έπειτα από αυτό, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τις υπονομευτικές τους δραστηριότητες.


Στις 23 Μαΐου επίσης, οι πολιορκημένοι δέχτηκαν μία τρομερή απογοήτευση, η οποία και διέλυσε και τις τελευταίες ελπίδες που είχαν για βοήθεια από τη Δύση. Το πλοιάριο, το οποίο είχε αποπλεύσει από την Κωνσταντινούπολη στις 3 Μαΐου, με σκοπό να αναζητήσει σημάδια του δυτικού στόλου στο Αιγαίο γύρισε άπρακτο. Όταν φάνηκε να ανεβαίνει από την Προποντίδα, ενώ το καταδίωκαν μερικά Τουρκικά πλοία, οι αμυνόμενοι πίστεψαν προς στιγμήν, ότι την έλευση του θα ακολουθούσε μεγαλύτερος στόλος. Αλλά όταν ξέφυγε από τα πλοία του εχθρού και πέρασε πίσω από την αλυσίδα, όλες οι προσδοκίες εξανεμίστηκαν.

Το πλοιάριο με τους γενναίους άνδρες είχε γυρίσει όλα τα νησιά του Αιγαίου και δυστυχώς δε συνάντησε πουθενά ίχνος Ενετικού πλοίου. Ανέφεραν στον Αυτοκράτορα, ότι υπήρξε μία σκέψη να μην επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ότι ήταν στιγμιαία, γιατί έπρεπε να εκπληρώσουν το καθήκον τους απέναντι του και να του αναφέρουν, όσα είχαν μάθει. Καμία άλλη Χριστιανική δύναμη δεν θα ερχόταν να συνδράμει τη δύστυχη Πόλη. Η Κωνσταντινούπολη μπορούσε να ελπίζει πλέον μονάχα στο έλεος του Θεού.

Επιπλέον την ίδια ημέρα σύμφωνα με τον ιστορικό Mijatovich εμφανίστηκε μπροστά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού ένας απεσταλμένος του Σουλτάνου, ονόματι Ισμαήλ Χαμζά, ο οποίος μετέφερε ένα μήνυμα του Σουλτάνου προς τον Αυτοκράτορα και τους πολιορκημένους. Σύμφωνα με τον ιστορικό το μήνυμα ανέφερε ότι ο Σουλτάνος, καθώς γνώριζε την δεινή θέση της Πόλης, ήταν σύμφωνος, αν του την παρέδιδε ο Αυτοκράτορας, να τον αφήσει ελεύθερο και να του δώσει την κυριαρχία της Πελοποννήσου.

Επιπλέον υπέσχετο, να αφήσει ελεύθερο όποιον κάτοικο της Κωνσταντινούπολης επιθυμούσε να φύγει μαζί με τα υπάρχοντα του. Αυτές οι προτάσεις για παράδοση της πόλης ήταν και οι τελευταίες τις οποίες έκανε ο Σουλτάνος. Η απάντηση του Κωνσταντίνου στο Σουλτάνου, την οποία διασώζει ο ιστορικός Δούκας, είναι αντάξια του μεγαλείου και της προσωπικότητας του τελευταίου Αυτοκράτορα. Σύμφωνα με αυτά που αναφέρει ο Δούκας λοιπόν ο Κωνσταντίνος είπε στον απεσταλμένο του Σουλτάνου να του μεταφέρει τα εξής:

«Θα δόξαζα το Θεό, αν ήθελες να ζήσεις ειρηνικά μαζί μας, όπως έκαναν και οι πρόγονοι σου στο παρελθόν. Γιατί εκείνοι θεωρούσαν τους πατέρες μου γονείς τους και τους τιμούσαν˙ το ίδιο και αυτήν εδώ την πόλη σαν πατρίδα. Σε περίπτωση κινδύνου, όλοι κατέφευγαν σε αυτή για να σωθούν. Κανένας αντίπαλος της δεν έζησε πολλά χρόνια. 

Κράτησε όλα τα κάστρα που άρπαξες τόσο άδικα από εμάς, κράτησε τη γη, απόλαυσε όλους τους φόρους που σου καταβάλλουμε κάθε χρόνο, σύμφωνα με τις δυνατότητες μας και φύγε ειρηνικά. Έχεις σκεφτεί μήπως αντί να κερδίσεις βρεθείς τελικά να χάνεις; Δεν έχω το δικαίωμα ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος από τους κατοίκους της να σου παραδώσουμε αυτήν εδώ την πόλη γιατί όλοι μαζί με μία από κοινού απόφαση, διαλέγουμε να μη λυπηθούμε τη ζωή μας, αλλά να πεθάνουμε προασπίζοντας την.»


Το ηθικό των Χριστιανών βεβαίως είχε καταπέσει. Αλλά και στο Τουρκικό στρατόπεδο υπήρχε μεγάλη απογοήτευση. Συμπληρώνονταν σχεδόν δύο μήνες από την έναρξη της πολιορκίας και ο πολυπληθής Τουρκικός στρατός με τα εξαιρετικά κανόνια, τις πολιορκητικές μηχανές, τον κατάλληλο εξοπλισμό και το πλήθος των όπλων δεν είχε καταφέρει τίποτε ουσιαστικό. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, που είχε υποστεί ο τουρκικός στρατός ήταν τρομερές. Οι καπνοί από τις νεκρικές πυρές πλανιόνταν για μέρες επάνω στην πεδιάδα του Λύκου.

Η άμυνα της πόλης από την άλλη μεριά, είχε φυσικά καταβληθεί, υπήρχε έλλειψη πολεμοφοδίων και τροφίμων και οι υπερασπιστές ήταν λιγοστοί. Τα τείχη είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές. Οι πολιορκημένοι ήταν τρομερά καταπονημένοι, αλλά παρόλα αυτά είχαν καταφέρει να αποκρούσουν όλες τις επιθέσεις του σουλτάνου και δεν επέτρεψαν σε κανένα άπιστο να εισβάλει μέσα στην Πόλη. Ο Αυτοκρατορικός αετός κυμάτιζε ακόμη επάνω στις επάλξεις.

Επιπλέον είχε φτάσει στο στρατόπεδο του Σουλτάνου η πληροφορία, ότι στη Χίο ήταν αγκυροβολημένα πλοία σταλμένα από τη Δύση, τα οποία επρόκειτο να κατευθυνθούν στην Κωνσταντινούπολη, για να τη βοηθήσουν. Ο Μωάμεθ έκρινε, ότι δεν έπρεπε να υπάρξει περαιτέρω χρονοτριβή, αλλά να προετοιμάσει μία συντονισμένη επιχείρηση από την ξηρά και τη θάλασσα και να χτυπήσει την Κωνσταντινούπολη. Ήταν φανερό ότι η τελική έκβαση δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο, καθώς η απογοήτευση και η απαισιοδοξία κυριαρχούσε και στα δύο στρατόπεδα.

Το στρατόπεδο του Σουλτάνου ήταν χωρισμένο σε δύο παρατάξεις. Από τη μία μεριά ο ηλικιωμένος Βεζύρης Χαλήλ, ο οποίος από την αρχή είχε αντίθετη γνώμη σχετικά με την πολιορκία και η μέχρι τώρα έκβαση της τον δικαίωνε και οι υποστηρικτές του και από την άλλη μεριά ο Ζαγανός Πασάς, ο οποίος αντιπαθούσε το Χαλήλ και επέμενε στην συνέχιση της πολιορκίας, καθώς ήταν πεπεισμένος, ότι η στιγμή, κατά την οποία η Πόλη θα έπεφτε στα χέρια του Σουλτάνου, ήταν πολύ κοντά.


Τελικά υπερίσχυσε η παράταξη του Ζαγανού Πασά και οι περισσότεροι συντάχθηκαν με την άποψη του να συνεχιστεί η πολιορκία μέχρι τέλους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σφραντζή, ο αντίπαλος του Ζαγανού, Χαλήλ Πασάς ήταν αυτός που έσπευσε να πληροφορήσει τον Αυτοκράτορα για τις διαθέσεις του Σουλτάνου και την επικείμενη επίθεση. Ο Σουλτάνος ανακουφισμένος, εφόσον αποφασίστηκε να προχωρήσουν μέχρι τέλους για την κατάκτηση της πόλης, ενέτεινε ακόμη περισσότερο τους βομβαρδισμούς των τειχών και οργάνωνε μία γενικευμένη επίθεση.

Η απόφαση του συμβουλίου έγινε γρήγορα γνωστή σε όλο το στρατόπεδο και για να εμψυχώσει τους πολεμιστές του, ο Μωάμεθ τη νύχτα της 26ης Μαΐου διέταξε να ανάψουν φωτιές σε όλο το στρατόπεδο. Μαζί με τις φωτιές ακούγονταν τυμπανοκρουσίες, αλαλαγμοί και κραυγές, που έκαναν τους πολιορκημένους να παγώσουν από την τρομάρα τους, καθώς πλησίαζε η ώρα της τελικής επίθεσης.

Οι οιωνοί και τα σημάδια των προηγούμενων ημερών, οι πανάρχαιες προφητείες, που προδίκαζαν την πτώση της Βασιλεύουσας, σε συνδυασμό με τις πυρετώδεις προετοιμασίες του Σουλτάνου, προκάλεσαν πανικό στους αμυνόμενους. Έσπευσαν στις εκκλησίες και επαναλάμβαναν συνεχώς προσευχές, ζητώντας την προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Οι φωτιές στο εχθρικό στρατόπεδο, έξω από τα τείχη συνέχιζαν να καίνε και την επόμενη ημέρα, στις 27 Μαΐου. Και ήταν τόσο εκτυφλωτικό το φως, ώστε αρχικά οι πολιορκημένοι νόμισαν, ότι είχε πιάσει φωτιά το Τουρκικό στρατόπεδο και αναθάρρησαν.

Όταν διαπίστωσαν όμως, τι πραγματικά συνέβαινε, τρομοκρατήθηκαν και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο, από το να προσευχηθούν για τη σωτηρία τους. Πιθανόν ο Σουλτάνος αυτές τις τελευταίες μέρες του Μαΐου, βρισκόταν συνεχώς ανάμεσα στους άνδρες του, για να δίνει τις τελευταίες οδηγίες πριν από τη μεγάλη επίθεση, την οποία αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν στις 29 Μαΐου και την οποία γνώριζαν οι αμυνόμενοι, να τους εμψυχώνει ή κάποιες φορές να απειλεί με θανατική ποινή, όσους απειθαρχούσαν ή οπισθοχωρούσαν δείχνοντας δειλία και να επιβλέπει τις προετοιμασίες.

Η ένδοξη νίκη ή η συντριπτική ήττα κρέμονταν από μία κλωστή. Αν αποτύγχανε ο Μωάμεθ θα έπρεπε να λύσει την πολιορκία και να γυρίσει πίσω. Αυτό το ενδεχόμενο δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται, γι’ αυτό και φρόντιζε για όλα προσωπικά. Στις 27 Μαΐου επίσης διέταξε πιθανότατα το βαρύτερο βομβαρδισμό, μέχρι εκείνη τη στιγμή, της Κωνσταντινούπολης. Προσδοκούσε πιθανότατα στην κατάρρευση μεγάλου τμήματος των τειχών, που θα ευνοούσε την μαζική είσοδο των στρατιωτών του την ώρα της γενικής εφόδου.

Επιπλέον ήταν σίγουρος, ότι με αυτή την τακτική δεν θα άφηνε στους πολιορκημένους κανένα περιθώριο ανάπαυσης. Στο συμβούλιο που ακολούθησε την ίδια ή πιθανότατα την επόμενη ημέρα, ο Μωάμεθ, για να δώσει ώθηση στους πολεμιστές του, ανέφερε τους μυθικούς θησαυρούς της πόλης, οι οποίοι θα γίνονταν δικοί τους. Αμέτρητα λάφυρα και σκλάβοι, γυναίκες και νεαρά αγόρια, μεγαλοπρεπή οικήματα, βασιλικά ανάκτορα, σπίτια ευγενών, πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια, φτιαγμένα από χρυσάφι και ασήμι.

Δεν παρέλειψε να επαναλάβει την τριήμερη λεηλασία, την οποία τους είχε υποσχεθεί εξ αρχής. Πάνω από όλα όμως τόνισε την υποχρέωση που είχαν να καταλάβουν αυτή την ένδοξη πόλη, καθώς αποτελούσε εμπόδιο για μελλοντικές διεκδικήσεις και ήταν απειλή για τα μεγαλεπήβολα σχέδια επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως την είχε φανταστεί ο Σουλτάνος. Εξακολούθησε αναφέροντας τη δόξα και την υστεροφημία, που θα τους ακολουθούσε παντοτινά, όταν κατάφερναν να την κυριεύσουν.

Τόνισε όμως, ότι αυτή η προσπάθεια θα είναι δύσκολη, αλλά δεν παρέλειψε να αναφέρει τα μισογκρεμισμένα τείχη, την παραγεμισμένη τάφρο και τους λιγοστούς υπερασπιστές που είχαν απομείνει στην πόλη σε σχέση με τους πολυάριθμους δικούς του μαχητές. Έκανε λόγο και για τους Ιταλούς, οι οποίοι βρίσκονταν στα τείχη, αλλά καθώς δεν μπορούσε να μειώσει τη γενναιότητα και την αποφασιστικότητα τους, επέμεινε κυρίως στο χαρακτήρα τους και στο γεγονός, ότι δεν ήταν άτομα άξια εμπιστοσύνης και ότι πολύ γρήγορα θα παρατούσαν τη μάχη και θα προτιμούσαν να φύγουν από την πόλη και να σώσουν τη ζωή τους

Στη συνέχεια ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο θα μάχονταν. Ήξερε ότι οι αμυνόμενοι ήταν εξαντλημένοι λόγω των συνεχών βομβαρδισμών και της υπερπροσπάθειας που κατέβαλαν να επιδιορθώνουν τα κατεστραμμένα τμήματα των τειχών. Ήξερε επίσης, ότι ήταν καταπονημένοι από την πείνα, την αγρύπνια και την σωματική κόπωση. Πίστευε λοιπόν, ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή να χρησιμοποιήσει την αριθμητική υπεροχή του στρατού του. Δεν θα έκαναν πλέον άτακτες επιθέσεις, αλλά καλά οργανωμένες και συνεχείς.

Ξεκούραστοι μαχητές θα έκαναν εφόδους στα τείχη, αντικαθιστώντας τους προηγούμενους, ώστε να εξαντλήσουν τους αμυνόμενους. Με αυτή την τακτική ο Σουλτάνος έλπιζε, ότι πολύ γρήγορα οι λιγοστοί υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης θα λύγιζαν και θα υπέκυπταν. Στη συνέχεια ο Μωάμεθ έδωσε σαφείς οδηγίες για τις θέσεις των στρατηγών του και για το τι έπρεπε να πράξει καθένας από αυτούς. Ο στόλος με ναύαρχο το Χαμουζά θα περικύκλωνε την πόλη, ενώ θα ανάγκαζε τους υπερασπιστές των θαλάσσιων τειχών να μείνουν σε αυτά, ώστε να τα προστατεύουν.


Έπειτα ο Ζαγανός Πασάς με τα στρατεύματα του θα χτυπούσαν το τείχος στον Κεράτιο κόλπο, ενώ ο Καρατζά Πασάς με το στρατό του θα επετίθετο στο μισογκρεμισμένο τείχος κοντά στο παλάτι των Βλαχερνών. Η συντονισμένη αυτή επίθεση θα ολοκληρωνόταν με την ταυτόχρονη έφοδο στο κέντρο των τειχών, του ίδιου του Σουλτάνου μαζί με το Χαλήλ και το Σαρατζά Πασά. Τέλος δεν παρέλειψε να αναφέρει, πόσο σημαντική ήταν η τήρηση του σχεδίου, ο σεβασμός, και η πειθαρχία στους ανωτέρους.

Έπειτα από αυτά και αφού είχε ολοκληρώσει το λόγο του άφησε τους αξιωματικούς ελεύθερους να επιστρέψουν στις θέσεις τους και ο ίδιος αποσύρθηκε στη σκηνή του για να ξεκουραστεί, ενώ άγρια ουρλιαχτά χαράς ακούγονταν στο στρατόπεδο του, εξαιτίας των όσων είχε υποσχεθεί. Και ενώ αυτά συνέβαιναν στο Τουρκικό στρατόπεδο, μέσα στα τείχη επικρατούσε απαισιοδοξία και θλίψη. Συχνές ήταν οι φιλονικίες μεταξύ Βυζαντινών και Λατίνων ή μεταξύ Ενετών και Γενουατών.

Ο Αυτοκράτορας έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει τις ισορροπίες και να εμφυσήσει στους αμυνόμενους την ομόνοια, που τόσο ήταν απαραίτητη εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Ιδιαίτερα μνημονεύονται από τον ιστορικό Σφραντζή οι έριδες μεταξύ του Ιουστινιάνη και του Μέγα Δούκα Λουκά Νοταρά. Παρ' όλες τις αντιδικίες όμως, όλοι εργάζονταν με τον ίδιο ζήλο, προσπαθώντας να προετοιμάσουν την πόλη, όσο το δυνατόν καλύτερα, να αντιμετωπίσει την τελική επίθεση.

Ο Ιουστινιάνης εργαζόταν ακαταπόνητα μέρα και νύχτα και ιδιαίτερα εκείνες τις τελευταίες ημέρες, με σκοπό είτε να επισκευάσει, είτε να προστατεύσει όσο αυτό ήταν εφικτό τα τμήματα των τειχών που είχαν καταπέσει. Την επόμενη ημέρα Δευτέρα 28 Μαΐου, ο Σουλτάνος την πέρασε ολοκληρώνοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες σχετικά με την επίθεση. Τα κανόνια και οι πυροβολητές βρίσκονταν στις θέσεις τους, ενώ όλο το στράτευμα βρισκόταν επί ποδός, περιμένοντας να λάβει τις σχετικές οδηγίες. Ο βομβαρδισμός των τειχών εξακολουθούσε με αμείωτη ένταση.

Οι προετοιμασίες ήταν πυρετώδεις. Ο Σουλτάνος επιθεώρησε όλα τα στρατιωτικά σώματα, δίνοντας θάρρος και τις τελευταίες οδηγίες στους διοικητές των σωμάτων. Πιθανότατα ο Μωάμεθ είχε φροντίσει να εμφυσήσει στους άνδρες του την έννοια του ιερού πολέμου και για αυτό το λόγο υπήρχαν στο στρατόπεδο ιερείς, όπως δερβίσηδες και μουλάδες, που έψελναν, απήγγειλαν στίχους από το Κοράνιο και προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τους πολεμιστές απαριθμώντας τα οφέλη, που θα αποκόμιζαν με την πτώση της πόλης.

Την ίδια ημέρα ο Σουλτάνος μετέβη έφιππος στο Διπλοκιόνιο, για να επιθεωρήσει το στόλο του και να δώσει διαταγές στο ναύαρχο του για το τι θα έπρεπε να πράξει την επόμενη ημέρα. Σκάλες θα δίνονταν στα πληρώματα των πλοίων, ώστε, αφού αποβιβάζονταν στην ξηρά, να επιχειρήσουν να ανέβουν στα τείχη. Κατά την επιστροφή του πιθανότατα, περνώντας από τη συνοικία του Γαλατά, προειδοποίησε τους άρχοντες της περιοχής να μην εμπλακούν στη μάχη της επόμενης ημέρας και σε καμία περίπτωση να μην παράσχουν βοήθεια στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης.

Το ίδιο απόγευμα διέτρεξε και πάλι έφιππος όλο το στρατόπεδο από άκρη σε άκρη, κεντρίζοντας το φιλότιμο όλων των αξιωματούχων του και παράλληλα απειλώντας με θάνατο, όποιον δείλιαζε ή παράκουε εντολές ανωτέρου. Ακούγοντας τις διαταγές του, όλοι έσπευσαν να μεταβούν στις προκαθορισμένες θέσεις τους. Αφού διαπίστωσε ότι όλα ήταν έτοιμα και όπως επιθυμούσε, επέστρεψε στη σκηνή του για να ξεκουραστεί, ενώ έστειλε αγγελιαφόρους σε όλο το στρατόπεδο, για να αναγγείλουν ότι η επίθεση θα ξεκινούσε το ξημέρωμα.

Φωτιές ανάφτηκαν ακόμη μία φορά στο Τουρκικό στρατόπεδο, αλαλαγμοί, ουρλιαχτά και κραυγές έφθαναν στα αυτιά των πολιορκημένων, ενώ ο εχθρός βομβράδιζε τα τείχη. Αυτή η αναστάτωση διήρκεσε μέχρι τα μεσάνυχτα, οπότε και οι φωτιές σβήστηκαν και υπήρξε μία παράξενη ησυχία. Στο στρατόπεδο των Βυζαντινών από την άλλη μεριά, επικρατούσε αναστάτωση. Παρ' όλη όμως την ένταση και την αγωνία των πολιορκημένων, δεν έλειπαν οι προετοιμασίες και μέσα στα τείχη. Όλοι βρίσκονταν στις θέσεις τους.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Δούκα, ο Αυτοκράτορας μαζί με τον Ιουστινιάνη και 3000 στρατιώτες βρίσκονταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου τα τείχη είχαν υποστεί σοβαρότατες ζημιές και μεγάλα τμήματά τους είχαν καταπέσει. Ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς υπεράσπιζε μαζί με 500 στρατιώτες στη Βασιλική πύλη, ενώ κατά μήκος των χερσαίων τειχών, σε όλα τα καίρια σημεία, είχαν τοποθετηθεί τοξότες και πετροβολιστές. Όλοι πλέον γνώριζαν καλά τι θα επακολουθούσε.

Σύμφωνα με τον χρονογράφο Barbaro κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας οι καμπάνες χτυπούσαν καλώντας τους αμυνόμενους να μεταβούν στις θέσεις τους. Γυναίκες και παιδιά ανέβαιναν στα τείχη μεταφέροντας λίθους, για να τους χρησιμοποιήσουν ως όπλα οι πολιορκημένοι κατά την έφοδο των Τούρκων. Θρήνοι και κλάματα ακούγονταν σε όλη την πόλη εξαιτίας του τρόμου που είχε κυριεύσει τους αξιοθρήνητους κατοίκους.


Ο Αυτοκράτορας διέταξε να γίνει λιτανεία μέσα στην πόλη των ιερών εικόνων στην οποία συμμετείχε μεγάλο πλήθος γυναικών , παιδιών, γερόντων μαζί με ιερείς και μοναχούς και όλοι μαζί προσεύχονταν και με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσαν το Θεό να τους λυπηθεί και να σώσει την πόλη τους από τον απαίσιο εχθρό. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλο να αντισταθούν όλοι μαζί με γενναιότητα απέναντι στον κοινό κίνδυνο και προσδοκούσαν ακόμη και την έσχατη αυτή στιγμή τη σωτηρία.

Την ίδια ημέρα, νωρίτερα πιθανότατα από τη λιτανεία, όπως αναφέρει ο χρονογράφος Barbaro κάποιοι Ενετοί κατασκεύαζαν στα εργαστήρια τους προστατευτικές άμαξες για τους αμυνόμενους στρατιώτες στις επάλξεις. Ο Βάιλος διέταξε Έλληνες να τις μεταφέρουν στα τείχη, εκείνοι όμως αρνήθηκαν, γεγονός που ο χρονογράφος το αποδίδει στη φιλαργυρία τους, καθώς δήθεν ήθελαν να πληρωθούν.

Πιθανότατα, όπως υποστηρίζει ο σύγχρονος ιστορικός S. Runciman «αρνήθηκαν, όχι από απληστία, αλλά γιατί ένοιωθαν αγανάκτηση για αυτές τις αυθαίρετες διαταγές από έναν Ιταλό και επειδή πραγματικά έπρεπε να έχουν χρήματα ή διαθέσιμο χρόνο για να βρουν τρόφιμα για τις πεινασμένες οικογένειές τους» Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι οι Βυζαντινοί εξαιτίας του ύποπτου παιχνιδιού της τήρησης ουδετερότητας με τους Τούρκους από τη μεριά των Γενουατών δεν είχαν πλέον καμία εμπιστοσύνη στους ξένους και δεν δέχονταν υποδείξεις και διαταγές από αυτούς.

Τη λιτανεία, στην οποία παρευρέθησαν Βυζαντινοί και Λατίνοι, ακολούθησε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Αργά το απόγευμα, μετά το τέλος της, ο Αυτοκράτορας συγκέντρωσε τους αξιωματούχους και τους άρχοντες της Πόλης και τους μίλησε. Το θέμα της ομιλίας του, όπως ήταν φυσικό αφορούσε την επικείμενη επίθεση. Ζήτησε από όλους να δείξουν θάρρος και να αντισταθούν με γενναιότητα στον άπιστο εχθρό, που είχε ως στόχο να καταλύσει την ορθή πίστη και να αντικαταστήσει το Χριστό με έναν ψεύτικο προφήτη.

Τόνισε, ότι αξίζει να πεθάνει κανείς όταν αγωνίζεται για μεγάλα ιδανικά όπως η πίστη, η πατρίδα, η οικογένεια και ο Αυτοκράτορας, που ήταν η αρχή της πόλης και ο εκπρόσωπος του Θεού στη γη και ανέφερε, ότι είχε έρθει αυτή η στιγμή για το λαό του, να πολεμήσει και να θυσιαστεί. Έπειτα αναφέρθηκε στη διάρκεια της πολιορκίας και στα κάθε είδους όπλα, τα οποία χρησιμοποίησε ο Σουλτάνος και απέδωσε την μέχρι εκείνη τη στιγμή σωτηρία τους στο Χριστό, που θα αποτελούσε πάντοτε την ελπίδα και το καταφύγιο τους.

Υπολείπονταν οι αμυνόμενοι σε πολεμικό εξοπλισμό και αριθμητική υπεροχή έναντι του εχθρού, είχαν όμως την πίστη στο Θεό, σύμμαχο για τη σωτηρία τους. Επιπλέον ο Αυτοκράτορας πίστευε πολύ στις ικανότητες και το θάρρος των στρατιωτών του παρόλο που ήταν ελάχιστοι αριθμητικά σε σχέση με τον εχθρό και τους ενθάρρυνε να μη φοβηθούν κατά τη διάρκεια της εφόδου των απίστων από τις κραυγές και τους αλαλαγμούς τους. Τέλος έδωσε οδηγίες σχετικά με τον τρόπο μάχης και προστασίας από την επίθεση του εχθρού. Έπειτα στράφηκε προς τους Ιταλούς και τους ευχαρίστησε για όσα είχαν προσφέρει στην πόλη όλο αυτό το διάστημα της πολιορκίας.

Αφού ολοκλήρωσε την ομιλία του ο Αυτοκράτορας και ευχαρίστησε το Θεό με δάκρυα στα μάτια, όλοι οι παριστάμενοι έσπευσαν να τον διαβεβαιώσουν, ότι ήταν πρόθυμοι να θυσιαστούν για την πίστη και την πατρίδα τους. Έπειτα από αυτά ο Αυτοκράτορας και πλήθος λαού μετέβη στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, που για αρκετό διάστημα παρέμεινε σκοτεινή, επειδή θεωρούνταν μολυσμένη μετά από την κοινή λειτουργία ορθοδόξων και καθολικών την 12η Δεκεμβρίου 1452, για να εξομολογηθούν και μεταλάβουν τα άχραντα μυστήρια.

Η μέρα είχε φτάσει στο τέλος της. Μετά τη λειτουργία καθένας γύρισε στη θέση του, ενώ ο Αυτοκράτορας επέστρεψε στο παλάτι των Βλαχερνών και αφού συγκέντρωσε το προσωπικό του, ζήτησε τη συγχώρεση τους. Έπειτα έφιππος μαζί με το Σφραντζή διέτρεξε τα χερσαία τείχη, για να επιθεωρήσει αν όλα ήταν εντάξει. Οι σκοποί βρίσκονταν άγρυπνοι φρουροί στις θέσεις τους και οι πύλες ήταν καλά ασφαλισμένες.

Έπειτα ο Κωνσταντίνος με τον πιστό του γραμματέα έκαναν στάση κοντά στην Καλιγαρία πύλη και ανέβηκαν σε έναν από τους πύργους. Από εκεί μπορούσαν να ακούσουν καθαρά ομιλίες και θόρυβοι προερχόμενοι από τον εχθρό, ο οποίος προετοίμαζε την επίθεση από την πλευρά της θάλασσας και κοντά στα τείχη. Η τελευταία ώρα της δύσμοιρης Πόλης είχε ήδη σημάνει.

''ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ''

Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

Αυτή τη φορά οι Οθωμανοί δεν προσπάθησαν να καλύψουν τις προετοιμασίες τους. Για τρεις ημέρες οι στρατιές του Μωάμεθ αναδιατάσσονταν σε όλο το μήκος των τειχών και συγκεντρώνονταν στα πλέον στρατηγικά σημεία, εκεί όπου είχε γίνει η μεγαλύτερη ζημιά από το βομβαρδισμό των έξι εβδομάδων. O στόλος έδειχνε παρόμοια κινητικότητα και όλοι πλέον ήταν βέβαιοι: η μεγάλη έφοδος ετοιμάζεται. Την 28η Μαΐου, η Κωνσταντινούπολη αντηχούσε από προσευχές, ικεσίες, κλάματα και κραυγές απελπισίας. 
 

Την ίδια ημέρα έλαβε χώρα η τελευταία μετάληψη του αυτοκράτορα στην Αγία Σοφία, μαζί με την τελευταία χριστιανική λειτουργία στη μεγαλύτερη εκκλησία της Ορθοδοξίας. Στη συνέχεια, ο Κωνσταντίνος μετέβη στο παλάτι των Βλαχερνών και ζήτησε συγχώρεση απ' όλα τα μέλη του προσωπικού του. Tόση ήταν η θλίψη που ήταν αποτυπωμένη στα τραχιά χαρακτηριστικά του, τέτοια η βεβαιότητα του επερχόμενου θανάτου και τόση η συγκίνηση που, όπως περιγράφει ο Σφραντζής, ακόμη και αν κάποιος ήταν από πέτρα ή ξύλο, δεν μπορούσε παρά να δακρύσει.

Oι Τούρκοι, καθώς ξημέρωνε η 29η Μαΐου, είχαν ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους και είχαν ετοιμαστεί για την έφοδο. O Κωνσταντίνος διέτρεχε το τείχος σε όλο το μήκος, δίνοντας κουράγιο στους πολεμιστές που επάνδρωναν το μισογκρεμισμένο τείχισμα, το οποίο μόλις πριν από δύο μήνες ήταν ακόμη το μεγαλύτερο και επιβλητικότερο τείχος που είχε δει ο κόσμος και το μοναδικό στήριγμά τους, το μόνο που έστεκε πλέον μεταξύ αυτών και του βέβαιου θανάτου. Μιάμιση ώρα πριν χαράξει, δόθηκε το σύνθημα.

Η προετοιμασία για την τελική επίθεση άρχισε, όπως έχει ήδη αναφερθεί από το απόγευμα της 28ης Μαΐου, οπότε και ο Σουλτάνος συγκέντρωσε χιλιάδες μαχητών του, για να γεμίσουν την τάφρο, ενώ άλλοι μετέφεραν κοντά στα τείχη πυροβόλα και κάθε είδους πολεμικό εξοπλισμό. Ο  Σουλτάνος σύμφωνα με τον ιστορικό Barbaro, είχε χωρίσει το στράτευμα του σε τρία στρατιωτικά σώματα, το καθένα από τα οποία αποτελούνταν από 50.000 άνδρες. 
 
Το πρώτο σώμα αποτελούσαν οι Βασιβουζούκοι ή Μπαζιβουζούκοι, άτακτος στρατός, απειροπόλεμος μαζί με τυχοδιώκτες, στων οποίων τις τάξεις υπήρχαν και πολλοί Χριστιανοί. Αυτούς σκόπευε ο Μωάμεθ να ρίξει πρώτους στη μάχη με σκοπό να κουράσει τους αμυνόμενους. Το δεύτερο στρατιωτικό σώμα, σύμφωνα πάλι με το Barbaro, αποτελούνταν από ανθρώπους των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, αγρότες, που ήταν ο τακτικός στρατός του Σουλτάνου, ενώ το τρίτο σώμα ήταν οι καλά εκπαιδευμένοι και οπλισμένοι γενίτσαροι. 
 
Στην επόμενη φάση του αγώνα ο Σουλτάνος θα έριχνε στη μάχη τον τακτικό στρατό του και αν δεν κατάφερνε να πετύχει το στόχο του και αυτό το στρατιωτικό σώμα, θα ακολουθούσαν οι άριστα εκπαιδευμένοι γενίτσαροι. Αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, με τη δύση του ήλιου, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή να ηχήσουν οι σάλπιγγες, οι αυλοί και οι πίπιζες δίνοντας το πολεμικό σάλπισμα, που ήταν και το σύνθημα, ότι όλα είναι έτοιμα και η έφοδος ξεκινάει. Το πρώτο επιθετικό σώμα, οι Βασιβουζούκοι, μπήκε στη μάχη. 
 
Προχώρησαν προς το τείχος και πήραν θέση μάχης. Αρχικά έριχναν βολές από μακριά. Είχαν στην κατοχή τους τόξα, βέλη και σφεντόνες. Έπειτα πλησίασαν περισσότερο και καθώς η μάχη γινόταν σώμα με σώμα χρησιμοποιούσαν κοντάρια και δόρατα. Ακούγονταν κραυγές, αλαλαγμοί κατάρες και βλαστήμιες. Οι επιτιθέμενοι προσπαθούσαν να ανέβουν στα τείχη χρησιμοποιώντας κλίμακες, αλλά οι αμυνόμενοι κατάφεραν να τους απωθήσουν, σκοτώνοντας πάρα πολλούς. Ο Ιουστινιάνης πολεμούσε γενναία στο σημείο, όπου εκδηλώθηκε η κυρίως επίθεση των Τούρκων, μαζί με τον Αυτοκράτορα.

Oι Βαζιβουζούκοι, εκτοξεύοντας βέλη και κραδαίνοντας γιαταγάνια, επιτέθηκαν με πρωτοφανή ορμή, αλλά απωθήθηκαν από τους αποφασισμένους υπερασπιστές μετά από σκληρή μάχη. Tα πτώματά τους στοιβάζονταν στα χαλάσματα και το αίμα τους έβαφε τις θρυμματισμένες πέτρες. Aκόμη και την ώρα που οι άτακτοι επιτίθεντο, τα κανόνια συνέχιζαν το αποτρόπαιο έργο τους, θάβοντας φίλους και εχθρούς κάτω από τις πέτρες. Oι άτακτοι άρχισαν να υποχωρούν.
Επειδή οι Βασιβουζούκοι ήταν άτακτο πολεμικό σώμα, ένα συνονθύλευμα ανθρώπων από διαφορετικές χώρες, χωρίς πολεμική εμπειρία, όσο πρόθυμα ρίχνονταν στη μάχη, τόσο εύκολα αποχωρούσαν, όταν έβρισκαν απέναντι τους ισχυρή αντίσταση. Για αυτό το λόγο, όταν κάποιοι από αυτούς οπισθοχωρούσαν, σκοτώνονταν από τους δικούς τους. Η πρώτη αυτή φάση της Τουρκικής επίθεσης διήρκεσε δύο με τρεις ώρες και αποκρούστηκε με επιτυχία από τους αμυνόμενους. Ο Σουλτάνος όμως, είχε πετύχει το σκοπό του. 
 
Οι πολιορκημένοι είχαν εξαντληθεί. Μερικοί από τους αμυνόμενους είχαν πιστέψει, ότι αυτή η επίθεση ήταν μεμονωμένη και θα έβρισκαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν. Έσφαλαν δυστυχώς. Ο Σουλτάνος, αφού απέσυρε τους Βασιβουζούκους, έριξε στη μάχη τον τακτικό στρατό. Οι καμπάνες των εκκλησιών μέσα στην πόλη αντηχούσαν δυνατά. Όλοι οι πολιορκημένοι έτρεξαν στις θέσεις τους. Ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Σε αντίθεση με τους Βασιβουζούκους, το δεύτερο στρατιωτικό σώμα αποτελούνταν από εμπειροπόλεμους άνδρες και ταυτόχρονα καλά οπλισμένους. 
 
Πλησίασαν προς το μισογκρεμισμένο τείχος με κραυγές και αλαλαγμούς και προσπάθησαν να ανέβουν, είτε με τις φορητές κλίμακες, είτε ανεβαίνοντας ο ένας στους ώμους του άλλου. Η μάχη που ακολούθησε ήταν σφοδρότατη. Έλληνες και Λατίνοι αγωνίζονταν με απαράμιλλο θάρρος και γενναιότητα αποκρούοντας και αυτή την επίθεση. Παράλληλα με τη μάχη σώμα με σώμα, τα πυροβόλα του Σουλτάνου δεν έπαυαν, να πλήττουν τα τείχη προκαλώντας ζημιές και το θάνατο πολλών ανδρών.

Οι αμυνόμενοι κατάφεραν και πάλι να σκοτώσουν πολλούς από τους επιτιθέμενους ρίχνοντάς τους από τις κλίμακες. Σύμφωνα με τον ιστορικό Κριτόβουλο, η μάχη των πολιορκημένων με τον τακτικό στρατό διήρκεσε αρκετές ώρες μέσα στη νύχτα και τελικά υπερίσχυσαν οι Βυζαντινοί. Εκτός όμως από την αποτυχία των Τούρκων στο κεντρικό σημείο των τειχών, κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωνανού, ούτε στα άλλα μέρη του τείχους κατόρθωσαν οι επιτιθέμενοι να πετύχουν κάτι αξιόλογο. Όλοι οι αρχηγοί του Τουρκικού στρατού και στόλου έκαναν έφοδο σε όλα τα σημεία των τειχών προσπαθώντας με κάθε τρόπο να εισβάλλουν στην Πόλη.

Oι Χριστιανοί, με αυταπάρνηση, ρίχνονταν στη μάχη ενάντια στους πάνοπλους Οθωμανούς, κατορθώνοντας να αντέξουν και αυτό το δεύτερο κύμα της επίθεσης σε όλο το μήκος των τειχών. Oι τακτικοί στρατιώτες του Μωάμεθ δεν ήταν Βαζιβουζούκοι, αλλά ικανοί επαγγελματίες πολεμιστές, αρματωμένοι με τις καλύτερες πανοπλίες που παρήγαγε η Τουρκική μεταλλουργική και οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα. Aποχωρούσαν με τάξη από το τείχος, αφήνοντας τα κανόνια να εξαπολύσουν ακόμη ένα τρομακτικό κύμα βλημάτων και πριν ακόμη κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, ξεχύνονταν ξανά μπροστά.
 
Όλες οι προσπάθειές τους όμως απέβησαν άκαρπες. Οι Τούρκοι μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχαν νικηθεί κατά κράτος από τους αμυνόμενους, που μάχονταν σαν λιοντάρια. Παρόλο που οι Τούρκοι μαχητές ήταν κατά πολύ περισσότεροι από τους αμυνόμενους και επετίθεντο κατά κύματα, μέχρι το ξημέρωμα της 29ης Μαΐου, δεν μπόρεσαν να κυριεύσουν την πόλη με τους λιγοστούς μαχητές και τα μισογκρεμισμένα τείχη. Ο Σουλτάνος, αν και ήταν φανερά οργισμένος με το αποτέλεσμα, διέθετε όμως ένα τελευταίο χαρτί, που δεν ήταν άλλο από τους περίπου 12.000 εξαιρετικά εκπαιδευμένους και πειθαρχημένους γενίτσαρους.

Αυτό το επίλεκτο σώμα έριξε στη μάχη τις πρώτες πρωϊνές ώρες, με σκοπό να πετύχει ό,τι δεν κατόρθωσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή τα άλλα δύο στρατιωτικά του σώματα. Εκτός από την αριθμητική διαφορά τους σε σχέση με τους αμυνόμενους, οι γενίτσαροι διέθεταν ένα ακόμη πλεονέκτημα. Ήταν ξεκούραστοι σε αντίθεση με τους καταπονημένους και άυπνους αμυνόμενους, οι οποίοι μάχονταν ήδη αρκετές ώρες χωρίς να έχουν ούτε μία στιγμή ξεκούρασης. Mε απόλυτη τάξη και δίχως τη συνοδεία μουσικής, οι Γενίτσαροι ξεκίνησαν για τις θέσεις που είχαν επιλεγεί.

Οι γενίτσαροι προχωρούσαν γρήγορα, αλλά σε στρατιωτική παράταξη αλαλάζοντας και κραυγάζοντας σαν άγρια θηρία και υπό τους ήχους τυμπάνων και σαλπίγγων, ώστε όλος αυτός ο θόρυβος ακουγόταν μέχρι την απέναντι ακτή του Βοσπόρου, σε απόσταση δώδεκα μιλίων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο χρονογράφος Barbaro, προκαλώντας τρόμο στους κατοίκους της Βασιλεύουσας. Oι αποκαμωμένοι λόγω της έλλειψης τροφίμων Χριστιανοί, είχαν ξενυχτήσει περιμένοντας την επίθεση και είχαν αποκρούσει δύο σφοδρότατα κύματα εχθρών.

Τώρα είχαν να αντιμετωπίσουν τη φρέσκια εφεδρεία των Οθωμανών, η οποία μάλιστα αποτελούνταν από τους τρομερότερους πολεμιστές της Ανατολικής Μεσογείου. Οι καμπάνες μέσα στα τείχη ήχησαν για ακόμη μία φορά. Οι πολιορκημένοι αντιλαμβάνονταν, ότι η κρίσιμη ώρα πριν το τέλος είχε φτάσει και παντού ακούγονταν απελπισμένες εκκλήσεις στο Θεό για βοήθεια. Οι κατάκοποι υπερασπιστές όμως ήταν ήδη στις θέσεις τους, καθώς δεν είχαν άλλη επιλογή. Δεν υπήρχαν εφεδρείες, ούτε ξεκούραστοι στρατιώτες. Οι ίδιοι ήταν αποφασισμένοι να αντισταθούν και να πολεμήσουν μέχρι θανάτου.

Η επίθεση των γενιτσάρων, όπως και οι δύο προηγούμενες, επικεντρώθηκε κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Αμέτρητοι λίθοι, τουφεκιές, σαΐτες και κανονιοβολισμοί σφυροκοπούσαν τα τείχη. Ο ίδιος ο Σουλτάνος ηγείτο των πολεμιστών του και ενθάρρυνε αυτούς. Κάποιοι από τους γενίτσαρους διατάχθηκαν από το Σουλτάνο να προχωρήσουν στο ανάχωμα και να προσπαθήσουν να μπουν μέσα στην πόλη. Τα κατάφεραν και η μάχη γινόταν τώρα σώμα με σώμα. H αντίσταση που προέβαλλαν οι υπερασπιστές της Πόλης ήταν μνημειώδης, αλλά όχι αρκετή.

Βυζαντινοί και Λατίνοι αντιστέκονταν με σθένος και γενναιότητα παρ' όλη την κόπωση και την εξάντληση από την αδιάκοπη και πολύωρη μάχη με τα προηγούμενα Οθωμανικά στρατεύματα. Ο Ιουστινιάνης με τους δικούς του βρίσκονταν επικεφαλής και κατόρθωνε να αποκρούει τις επιθέσεις των γενιτσάρων. Βλαστήμιες, κραυγές, κατάρες, εκκωφαντικοί θόρυβοι και απίστευτη βία, με χτυπήματα τρομερά, πάλη μέχρι θανάτου και από τις δύο μεριές συμπλήρωναν το φρικιαστικό σκηνικό, το οποίο αδυνατεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.

Αξίζει κανείς να αναφέρει στο σημείο αυτό, αυτό που περιγράφει ο ιστορικός Κριτόβουλος σχετικά με τη μάχη. «Και οι δύο μάχονταν για πολύ σπουδαία έπαθλα, αλλά τόσο διαφορετικά. Οι Οθωμανοί ήθελαν να εισβάλουν στην πόλη για να αποκτήσουν σκλάβους, γυναίκες και παιδιά και να συλλήσουν τα όσια και τα ιερά, ενώ οι πολιορκημένοι αγωνίζονταν, για να διαφυλάξουν τις οικογένειες τους και να προφυλάξουν ό, τι πολύτιμο είχαν.»

Και ενώ προς στιγμήν φάνηκε ότι η ζυγαριά της νίκης έγερνε προς το μέρος των αμυνομένων, δύο τυχαία γεγονότα έκριναν την έκβαση της μάχης. Το πρώτο έχει σχέση με τον Ιουστινιάνη, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά και ζήτησε από τους στρατιώτες του να τον απομακρύνουν από το σημείο, όπου διεξαγόταν η μάχη και να τον μεταφέρουν σε άλλο σημείο ασφαλές. Ο Αυτοκράτορας, μόλις έμαθε τι είχε συμβεί, τον παρακάλεσε να μείνει, αλλά δεν κατόρθωσε να τον πείσει. Μετά τη φυγή του Ιουστινιάνη και των συμπατριωτών του προκλήθηκε πανικός, καθώς ο Γενοβέζος πολέμαρχος μαζί με τον Αυτοκράτορα αποτελούσαν την ψυχή της άμυνας.


Ο Κωνσταντίνος συνέχισε να υπερασπίζεται τα τείχη στην πύλη του Αγίου Ρωμανού με τους ελάχιστους στρατιώτες που είχαν απομείνει μετά τη φυγή του Ιουστινιάνη, ενώ σε κάποιο άλλο σημείο των τειχών, κοντά στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου, από μία σατανική σύμπτωση, συνέβη το δεύτερο περιστατικό, το οποίο έκρινε την έκβαση του αγώνα. Σε εκείνο το σημείο το τείχος ήταν μονό και υπήρχε μία μικρή πύλη, την οποία ονόμαζαν Κερκόπορτα ή πύλη του Ξυλοκέρκου.

Η πύλη αυτή, η οποία ήταν φραγμένη για πολλά χρόνια, στην τελευταία αυτή πολιορκία ανοίχθηκε ξανά, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Δούκας, για να μπορούν οι πολιορκημένοι να πηγαινοέρχονται από την πόλη στην ύπαιθρο και αντίστροφα, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τον εχθρό. Κάποιοι Τούρκοι που μάχονταν σε εκείνο το σημείο αντελήφθησαν, ότι η μικρή αυτή πύλη ήταν ανοιχτή.

Διστακτικά προχώρησαν στο εσωτερικό των τειχών, περίπου πενήντα άνδρες, φοβούμενοι αρχικά, ότι επρόκειτο για ενέδρα, ενώ κάποιοι από τους αμυνόμενους, που αντελήφθησαν την παρουσία τους, έσπευσαν να τους απωθήσουν. Οι αμυνόμενοι στο σημείο εκείνο ήταν λιγοστοί και δεν μπόρεσαν έγκαιρα να εκδιώξουν τους εισβολείς, παρόλο που θεωρητικά και αν δεν είχε προηγηθεί η απομάκρυνση του Ιουστινιάνη και τον στρατιωτών του, κάτι τέτοιο θα ήταν εύκολο, αν αναλογιστεί κανείς τον μικρό αριθμό των Τούρκων εισβολέων. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιστορικός Π. Ι. Σπυρόπουλος,

«Ο μικρός χρόνος, που μεσολάβησε μεταξύ των δύο αυτών ατυχών συμβάντων, δεν επέτρεψε την πλήρη αποκατάσταση του ελέγχου στην Κερκόπορτα πριν χρειασθεί να αντιμετωπισθεί πάση δυνάμει το κενό, που δημιουργήθηκε στην πύλη Ρωμανού από τον τραυματισμό του στρατηγού Ιουστινιάνη και την αποχώρηση αυτού και των πανικόβλητων Ιταλών ανδρών του.

Εάν το επεισόδιον της Κερκόπορτας συνέβαινε τουλάχιστον μισή ώρα νωρίτερα ή ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη μισή ώρα αργότερα, η έκβαση του όλου αγώνος στα τείχη της Πόλης πιθανώς θα ήταν διαφορετική. Τα δύο γεγονότα δεν θα είχαν αλληλοεπηρεασθή και η αυτοθυσία των Ελλήνων αμυνομένων και του ηρωϊκού ηγέτη τους θα είχαν πιθανώτατα εξουδετερώσει κάθε ένα χωριστά από τα δύο κτυπήματα. Διαφορετικά όμως θέλησε η μοίρα.»

Η Κερκόπορτα, έδωσε την ευκαιρία σε μια ομάδα Γενίτσαρων να περάσει μέσα στο τείχος και να υψώσει την πρώτη Τουρκική σημαία. Αυτή η επιτυχία και το λάβαρο των Γενίτσαρων να κυματίζει στο τείχος, έδωσε θάρρος σε όλους τους υπόλοιπους Οθωμανούς, που με ανανεωμένο ηθικό όρμησαν στους υπερασπιστές. Oι Γενίτσαροι της Κερκόπορτας απωθήθηκαν και εξοντώθηκαν, αλλά η αντίσταση είχε αρχίσει να κάμπτεται στα περισσότερα σημεία. Χιλιάδες Τούρκοι συνέρρεαν από κάθε άνοιγμα των τειχών, πέφτοντας με τρομακτική αγριότητα στους υπερασπιστές.

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 

Μετά την αποχώρηση του πολύτιμου εκείνου συμμάχου και πολεμιστή, του Ιουστινιάνη, ο Αυτοκράτορας προσπάθησε να ανασυντάξει τους ελάχιστους στρατιώτες του και να αντιμετωπίσει τη λυσσαλέα επίθεση των γενιτσάρων. Τότε πληροφορήθηκε πιθανότατα την είσοδο των Τούρκων από την Κερκόπορτα και έσπευσε να διαπιστώσει τι συνέβαινε, αλλά ήταν ήδη αργά. Οι υπερασπιστές της Κερκόπορτας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν λιγοστοί και δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τους Τούρκους.

Αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν προς την πύλη της Αδριανουπόλεως και πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας σύμφωνα με το Σφραντζή «κατά την πρώτη συμπλοκή του με τους Τούρκους, άρπαξε πολλούς από αυτούς και τους γκρέμισε κάτω από τα τείχη. Κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαζε πολλούς εχθρούς, ενώ το αίμα έτρεχε ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.» Οι Τούρκοι όμως, κατάφεραν να ανέβουν στα τείχη και τους πύργους και να βρεθούν στα νώτα των υπερασπιστών. Προφανώς δημιουργήθηκε σύγχυση στις τάξεις των αμυνομένων, καθώς πίστεψαν, ότι ο εχθρός κατέλαβε την πόλη.

Ο Σουλτάνος από την άλλη μεριά αντιλήφθηκε αυτή τη σύγχυση και διέταξε να εντείνουν την προσπάθεια τους οι στρατιώτες του. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σφραντζή, στις τάξεις των γενιτσάρων υπήρχε ένας γιγαντόσωμος μαχητής, ονόματι Χασάν. Αυτός ο Χασάν προχώρησε μέχρι το τείχος μαζί με τριάντα περίπου συμπολεμιστές του και κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή. Οι αμυνόμενοι αντιστάθηκαν με γενναιότητα και κατάφεραν να θανατώσουν το Χασάν. 

Δεν μπόρεσαν όμως να απωθήσουν τους υπόλοιπους εχθρούς, οι οποίοι θεώρησαν σπουδαίο το κατόρθωμα του αρχηγού τους, έσπευσαν να τον μιμηθούν και ανέβαιναν πλέον κατά κύματα επάνω στα τείχη. Οι αμυνόμενοι αναγκαστικά οπισθοχώρησαν και τράπηκαν σε φυγή μέσα στην πόλη. Οι γενίτσαροι φτάνοντας στα τείχη και τους πύργους, αντικατέστησαν τα Χριστιανικά λάβαρα με Τουρκικές σημαίες. Οι σημαίες έγιναν ορατές από τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και η κραυγή «εάλω η πόλις» αντήχησε και από στόμα σε στόμα ακουγόταν πλέον σε όλους τα σημεία της πρωτεύουσας.


Ο πανικός που προκλήθηκε από τις φωνές των αμυνομένων ενθάρρυνε τους Τούρκους ακόμη περισσότερο και ανενόχλητοι πλέον έμπαιναν στην πόλη χωρίς να συναντούν καμία αντίσταση. Ο Αυτοκράτορας μαζί με τον Φραγκίσκο του Τολέδο, τον Θεόφιλο Παλαιολόγο και τον Ιωάννη Δαλμάτη αντιστάθηκαν γενναία μέχρι τέλους στην πύλη του Αγίου Ρωμανού και προκάλεσαν το θάνατο πολλών από τους εχθρούς. Ο ιστορικός Κριτόβουλος αναφέρει, ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ με τις ορδές των γενιτσάρων του όρμησε στα μισογκρεμισμένα τείχη και πήρε μέρος στη συμπλοκή που ακολούθησε.

O ίδιος ο Κωνσταντίνος, με τη γυαλιστερή πανοπλία του γεμάτη αίματα και το σπαθί στο χέρι, πολεμούσε ασταμάτητα, έχοντας ξεφορτωθεί την πορφύρα και τα Αυτοκρατορικά διακριτικά, ανάμεσα στους άνδρες του, μέχρι που κυκλώθηκε από τα Οθωμανικά στίφη. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, κάτω από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα των Γενίτσαρων, ακούστηκε να κραυγάζει πάνω από τη βοή της μάχης: "Mα δεν υπάρχει χέρι χριστιανού να μου πάρει τη ζωή;". 
 
Έτσι άφησε την τελευταία του πνοή ο ύστατος Έλληνας Αυτοκράτορας, με το σπαθί στο χέρι, πιστός στις παραδόσεις ηρωισμού και αυταπάρνησης, έσχατος υπερασπιστής της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας. Η μάχη ήταν σκληρή και οι λιγοστοί αμυνόμενοι σφαγιάστηκαν ανηλεώς. Ο Αυτοκράτορας έπεσε στη μάχη, αν και οι συνθήκες θανάτου του παραμένουν αδιευκρίνιστες. Ακόμη και ο πιστός του φίλος Σφραντζής δεν βρισκόταν μαζί του τις τελευταίες εκείνες στιγμές, καθώς έπειτα από εντολή του τελευταίου Αυτοκράτορα, είχε πάει να επιθεωρήσει την κατάσταση σε άλλο μέρος της δυστυχούς πόλης. 
 
Ο ιστορικός Δούκας μας πληροφορεί επίσης, ότι οι Τούρκοι δεν γνώριζαν, ότι αυτός που είχαν θανατώσει ήταν ο Κωνσταντίνος. Η μάχη συνεχίστηκε για λίγο ακόμη διάστημα και αφού θανατώθηκαν και οι τελευταίοι υπερασπιστές, οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Και την κυρίευσαν όληεκτός από τρεις πύργους, του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου. Εκεί μάχονταν γενναία και με πείσμα οι ναυτικοί από την Κρήτη, που είχαν έρθει οικειοθελώς να συνδράμουν στην άμυνα της Κωνσταντινούπολης και δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να παραδώσουν τα όπλα. 
 
Επρόκειτο για τους Κρήτες τοξότες, που είχαν στρατολογηθεί από τον Αυτοκράτορα στη Μεγαλόνησο, μετά από ειδική άδεια που παραχώρησαν οι Ενετοί. Oι Κρήτες, τέκνα της προαιώνιας πολεμικής παράδοσης του νησιού, δεινοί τοξότες όπως οι πρόγονοί τους για πάνω από 2.000 χρόνια, τρομεροί πολεμιστές, με αδάμαστο σθένος, είχαν οχυρωθεί στους τρεις πύργους που βρίσκονταν στην είσοδο του Κερατίου. Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές τους, οι Οθωμανοί δεν κατόρθωσαν να εκπορθήσουν τους πύργους ή να κάμψουν την αποφασισμένη αντίσταση των Kρητών. 
 
Oι ανώτεροι αξιωματικοί του Σουλτάνου, εντυπωσιασμένοι από την παλικαριά των τελευταίων ζωντανών υπερασπιστών της Πόλης, τους πρότειναν παράδοση υπό τους δικούς τους όρους. Oι ηγέτες των Οθωμανών, που όπως όλοι οι Μουσουλμάνοι εκτιμούσαν τη γενναιότητα και που, βεβαίως, δεν ήθελαν να υποστούν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες για να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της πόλης που ήταν ήδη δική τους, ενώ πιθανόν έκριναν ότι αν χρονοτριβούσαν ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, δεν θα είχαν το ανάλογο μερίδιο από τη λεηλασία. 
 
Δέχτηκαν και έτσι οι Κρήτες, συντεταγμένοι και με την υπερηφάνεια εκείνου που δεν ηττήθηκε από υπέρτερους εχθρούς, μπήκαν στα δύο πλοία τους που ήταν αγκυροβολημένα κοντά στα κάστρα και αναχώρησαν για τη Μεγαλόνησο. Μετά την παράδοση των Kρητών, δεν είχαν μείνει πλέον υπερασπιστές ζωντανοί και ελεύθεροι στην Πόλη. Tο αιώνιο φως είχε σβήσει και μια νέα εποχή ξεκινούσε για την Kωνσταντινούπολη. 
 
Τέλος όσον αφορά τον Τουρκικό στόλο, αρχικά προσπάθησε παρατασσόμενος μπροστά στην αλυσίδα και περικυκλώνοντας τα τείχη να εισβάλλει στην πόλη, αλλά δεν τα κατάφερε και αποχώρησε. Έπειτα όμως ο Τούρκος ναύαρχος έδωσε διαταγή να αποβιβαστούν τα πληρώματα στη στεριά και να πολεμήσουν εκεί. Τα 70 πλοία που βρίσκονταν στον Κεράτιο κόλπο προσπάθησαν να εισβάλλουν ανεπιτυχώς στην περιοχή του Φαναρίου, αλλά η αντίσταση που δέχτηκαν από τους Χριστιανούς που μάχονταν εκεί, τους ανάγκασε να γυρίσουν πίσω. 
 
Όταν όμως οι γενίτσαροι κατάφεραν να εισβάλλουν στην Πόλη, τα πληρώματα και των δύο στόλων εγκατέλειψαν τα πλοία και όρμησαν στο εσωτερικό της με μοναδικό σκοπό να συμμετάσχουν στη λαφυραγώγηση, επιτρέποντας σε 8 Γενουατικά και 7 Βενετικά πλοία να αποχωρήσουν ανενόχλητα από το λιμάνι. Ωστόσο 15 Γενουατικά πλοία, 5 Αυτοκρατορικά, αλλά και το πλοίο του Ορχάν δεν είχαν την ίδια τύχη και αιχμαλωτίστηκαν. 
 
Oι Τούρκοι πλέον είχαν πάρει το πάνω χέρι σε όλες τις επιμέρους εστίες αντίστασης και οι υπερασπιστές που είχαν επιβιώσει, κυκλώνονταν και παραδίνονταν ή σφάζονταν. Ακολουθώντας τους Γενίτσαρους, οι υπόλοιποι Τούρκοι είχαν μπει στην πόλη και άρχισαν τις λεηλασίες. Καθώς προωθούνταν στην πόλη, τα τακτικά σώματα του Οθωμανικού στρατού, που είχαν ακόμη κάποιου είδους πειθαρχία και δεν είχαν υποκύψει στις σειρήνες του πλιάτσικου, εκκαθάρισαν τις τελευταίες εστίες αντίστασης και εξασφάλισαν όλες τις σημαντικές θέσεις στρατηγικής σημασίας.
 
 
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΟ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟ 

Στις 27 Μαΐου, πάλι αυτοί οι λυσσασμένοι ειδω­λολάτρες άναψαν όλη τη νύχτα τόσο μεγάλες φωτιές όσο και την προηγούμενη και τις κράτησαν αναμμένες μέχρι τα μεσάνυχτα. Οι τρομερές φωνές και οι άγριες ιαχές τους ακούγονταν μέχρι την πλευρά της Ανατολίας, που βρίσκεται δώδεκα μί­λια μακριά από το στρατόπεδο. Και όλος αυτός ο χαλασμός, για να τρομοκρατήσουν εμάς τους Χρι­στιανούς. Αυτή η αλλοφροσύνη κράτησε μέχρι το πρωί. Αλλά όλη τη μέρα δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να σφυροκοπούν με τα κανόνια τους τα άμοιρα τείχη, ενώ σήμερα γκρέμισαν αρκετά κομμάτια και μας έβαλαν σε πολλή δουλειά.

Στη θάλασσα δεν είχαμε κανένα επεισόδιο. Τίποτε άλλο δε συνέβη αυτή τη μέρα, ούτε και τη νύχτα. Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος Αμηράς έβγαλε διαταγή με σάλπισμα σ’ όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι Πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα στις θέσεις τους, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ’ αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκεφαλισμού.

Μόλις δόθηκε η διαταγή σ’ όλο το στρατόπεδο, έτρεξαν όλοι και με μεγάλη μάλιστα σπουδή να καταλάβουν τις θέσεις τους. Αλλά, όλη τη μέρα, από την ώρα που ξημέρωσε μέχρι που έπεσε η νύχτα, οι Τούρκοι άλλο δεν έκαναν παρά να φέρνουν πανύψηλες κλίμακες κοντά στα τείχη για να αναρριχηθούν σ’ αυτές την επομένη, που θα ήταν η κρίσιμη μέρα της μάχης. Αυτές οι σκάλες ήταν περίπου δύο χιλιάδες. Έπειτα έφεραν μεγάλες ποσότητες πλεγμάτων από φρύγανα και λυγαριές για να καλύψουν αυτούς που θα σκαρφάλωναν με τις σκάλες απάνω στα τείχη.

Όταν το έκαναν κι αυτό οι Τούρκοι, άρχισαν να ηχούν σάλπιγγες σ’ όλο το στρατόπεδο και ταμπούρλα και τύμπανα για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες τους, κραυγάζοντας:

«Γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει η καρδιά σας από χαρά γιατί αύριο θα έχουμε στα χέρια μας τόσους Χριστιανούς, τους οποίους θα τους πουλήσουμε για δούλους ένα δουκάτο τους δύο και θα αποκτήσουμε τόσα πλούτη που όλοι θα γεμίσουμε χρυσάφι. Από τα γένια των Γραικών θα κάνουμε λουριά για να δένουμε τα σκυλιά μας, και οι γυναίκες τους και οι θυγατέρες τους θα γίνουν σκλάβες μας. Ναι, γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει από χαρά η καρδιά σας κι ετοιμαστείτε με χαρά να πεθάνετε για την αγάπη του Μωάμεθ μας».

Μ’ αυτόν τον τρόπο οι ειδωλολάτρες εμψύχωναν τα στρατεύματά τους. Όταν έγινε κι αυτό, έβαλαν φωνή σ’ όλο το στρατόπεδο ότι κάθε Τούρκος επί ποινή αποκεφαλισμού έπρεπε να σταθεί στη θέση του και να υπάγει πράξει ό,τι θα τον διέτασσαν οι αρχηγοί του. Το βράδυ, όλοι οι Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη κατέβηκαν στις θέσεις τους με όλα τους τα όπλα και πολύ μεγάλα φορτία από σαΐτες.

Όταν νύχτωσε, όλοι έστεκαν στις θέσεις τους χαρούμενοι με την απόφαση να δώσουν τη μάχη και όλοι παρακαλούσαν τον Μωά­μεθ τους να τους δώσει νίκη και βοήθεια. Αυτή όμως την ημέρα οι Τούρκοι τόσο πολύ βομβάρδι­σαν τα αξιολύπητα τείχη, που ήταν κάτι από άλλο κόσμο, κι αυτό το έκαναν επειδή ήταν η μέρα που έβαζαν τέλος στους κανονιοβολισμούς. Σήμερα, εμείς οι χριστιανοί φτιάξαμε εφτά σκεπαστά άρματα με πορτόνια, για να τα στήσουμε πίσω από τις επάλξεις από την πλευρά της στεριάς.

Όταν κατασκευάσαμε αυτά τα άρματα, τα κατεβάσαμε στην πλατεία και ο άρχοντας Βάιλος έδωσε διαταγή στους Γραικούς να τα μεταφέρουν γρήγορα στα τείχη. Οι Έλληνες όμως δεν ήθελαν να τα μεταφέρουν, αν δεν πληρώνονταν πρώτα, κι έτσι στήθηκε μια διαμάχη που κράτησε σχεδόν όλο το βράδυ, επειδή εμείς οι Ενετοί έπρεπε να πληρώσουμε αγώΐ σε όποιους τα μετέφεραν, αλλά οι Έλληνες δεν ήθελαν να πληρώσουν τίποτα.

Όταν πια τ’ άρματα έφτασαν στα τείχη, είχε ήδη νυχτώσει και δε βλέπαμε να τα τοποθετήσουμε καλά στις επάλξεις. Κι όλα αυτά, εξαιτίας της φιλαργυρίας των Ελλήνων. Επίσης, σήμερα, την ώρα της μεσημβρίας, ο άρχοντας Βάιλος έδωσε διαταγή σε όλους τους Βενε­τσιάνους να πάνε να σταθούν στα χερσαία τείχη, πρώτα για την αγάπη του Κυρίου κι έπειτα για το καλό της Πόλης και για την τιμή όλης της Χριστια­νοσύνης, κι όλοι ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους και να μείνουν στις θέσεις τους.

Υπα­κούοντας λοιπόν όλοι φιλότιμα στον άρχοντα Βάιλο, αρματωθήκαμε όσο πιο καλά μπορούσαμε και ταυτόχρονα εξοπλίσαμε το στόλο και κυρίως τις ολκάδες και τις γαλέρες που βρίσκονταν στην άλυσο του λιμανιού. Σήμερα, ο Τούρκος αυθέντης έφτασε έφιππος με δέκα χιλιάδες άλογα στο στόλο του, που είναι στις Κολόνες, για να δει αν ο στόλος του ήταν έτοιμος για μάχη και να δώσει διαταγές για την αυριανή επίθεση. Πολλή ώρα ο Τούρκος Αμηράς έδινε διαταγές στο ναύαρχό του, λέγοντάς του με ποιο τρόπο δηλαδή έπρεπε να επιτεθεί στο στόλο μας.

Όταν τέλειωσε, ο αυ­θέντης έστησε γλέντι με το ναύαρχό του και άλλους αξιωματούχους κι όλοι μαζί μέθυσαν, σύμφωνα με το έθιμο τους. Έπειτα ο αυθέντης γύρισε στο στρατόπεδο και συνέχισε εκεί το γλέντι. Όλη αυτήν την ημέρα στην Πόλη χτυπούσαν οι καμπάνες, για να κατέβουν όλοι στις θέσεις τους. Γυναίκες και παιδιά μετέφεραν λίθους στα τείχη για να εξοπλίσουν τις επάλξεις κι εκείνοι που ήταν επάνω να τις πετούν στους Τούρκους. Όλοι στην Πόλη θρηνούσαν από το μεγάλο φόβο τους.


Όταν έφτασε η πρώτη ώρα της νύχτας, οι Τούρκοι άναψαν πάλι σ’ όλο το στρατόπεδο τους τρομερές φωτιές, πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που είχαν ανάψει τις δυο προηγούμενες νύχτες. Κι ήταν τόσο δυνατά τα ουρλιαχτά τους, που εμείς οι Χρι­στιανοί δεν μπορούσαμε να τα υποφέρουμε, ενώ συγχρόνως εξαπέλυαν πολλούς λίθους με τις βομ­βάρδες τους και μολύβδινες σφαίρες με τα τούφεκα. Σχεδόν νομίζαμε ότι βρισκόμασταν στην ίδια την Κόλαση. Αυτή η αλλοφροσύνη κράτησε μέχρι τα μεσάνυχτα κι έπειτα οι φωτιές σβήστηκαν.

Αλλά αυτοί οι ειδωλολάτρες ολημερίς κι ολονυχτίς δεν έκαναν άλλο παρά να παρακαλούν τον Μωάμεθ να τους δώσει νίκη να κυριεύσουν την Κων­σταντινούπολη. Εμείς οι χριστιανοί μέρα και νύχτα ικετεύαμε το Θεό μαζί με τη μητέρα Του Πα­ναγία Μαρία και όλους τους αγίους και τις αγίες που βρίσκονται στον ουρανό. Με μεγάλους θρή­νους τους παρακαλούσαμε ευλαβικά να μας δώ­σουν τη νίκη για να γλιτώσουμε από τη μανία αυτού του λυσσαλέου ειδωλολάτρη. Έχοντας πα­ρακαλέσει η μια πλευρά και η άλλη το Θεό της να δώσει νίκη -εκείνοι το δικό τους κι εμείς τον εδικό μας- ο Κύριος και Θεός ημών όρισε στον ουρανό μαζί με τη μητέρα

Του ποιοι θα έβγαιναν νικητές από αυτήν τη σκληρή μάχη, της οποίας αύριο θα δούμε την κατάληξη. Η 29η Μαΐου είναι η τελευταία μέρα της πο­λιορκίας, κατά την οποία ο Κύριος και Θεός η­μών έδωσε την καταδικαστική απόφαση εναντίον των Γραικών, και με θέλημά του σήμερα η Πόλη έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ, διάδοχου του Τούρ­κου Μουράτ, όπως θα πληροφορηθείτε στη συνέ­χεια. Κι ακόμα, ο αιώνιος Θεός ήθελε να δοθεί αυτή η σκληρή απόφαση για να επαληθευθούν όλες οι παλιές προφητείες και κυρίως η πρώτη, εκείνη που έκανε ο Αγιος Κωνσταντίνος, που στέ­κει στο άλογό του πάνω σε μια στήλη κοντά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και προφητεύει με το χέρι και λέει:

Από εδώ θα έρθει εκείνος που θα με αφανίσει, δείχνοντας την Ανατολία, δηλαδή την Τουρκία. Η άλλη προφητεία λέει πως όταν σ’ αυ­τήν την αυτοκρατορία βρεθεί ένας αυτοκράτορας που θα έχει το όνομα Κωνσταντίνος γιος της Ελέ­νης, η Κωνσταντινούπολη θα χαθεί. Και η άλλη λέει πως όταν η σελήνη δώσει σημείο στον ουρανό, μέσα σε λίγες μέρες οι Τούρκοι θα πάρουν την Κωνσταντινούπολη.

Και οι τρεις αυτές λοιπόν προφητείες έχουν εκπληρωθεί, δηλαδή οι Τούρκοι πέρασαν στην Ελλάδα, βρέθηκε ο αυτοκράτορας που ακούει στο όνομα Κωνσταντίνος και είναι γιος της Ελένης και το φεγγάρι έδωσε σημάδι στον ου­ρανό. Όλες λοιπόν οι προφητείες επαληθεύτηκαν και ο Θεός αποφάσισε να δώσει τη μοιραία απόφα­ση κατά των χριστιανών και της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, όπως θα δείτε στη συνέχεια.

Σήμε­ρα, την 29η Μαΐου του έτους 1453, την τρίτη ώρα πριν την ημέρα, ο Μωάμεθ, γιος και διάδοχος του Τούρκου Μουράτ, έρχεται αυτοπροσώπως στα τεί­χη για να κάνει τη γενική επίθεση, με την οποία καθαίρεσε την Πόλη. Ο Τούρκος αυθέντης είχε ορ­γανώσει τους άντρες του σε τρία ασκέρια , και κάθε ασκέρι διέθετε πενήντα χιλιάδες άντρες. Το ένα ασκέρι απαρτιζόταν από χριστιανούς, εκείνοι που εκρατούντο με τη βία στο στρατόπεδο. Το δεύ­τερο ασκέρι αποτελείτο από ανθρώπους των κατώτερων στρωμάτων, απολίτιστους αγρότες και όλα τα κατακάθια , και το τρίτο ασκέρι ήταν όλοι γενί­τσαροι που φορούσαν τα λευκό φέσια.

Οι γενίτσα­ροι ήταν όλοι στρατιώτες του αυθέντη, που τους πλήρωνε μέρα με την ημέρα, όλοι δε άντρες διαλεγ­μένοι και ανδρείοι στη μάχη. Πίσω από αυτούς ή­ταν όλοι οι αξιωματούχοι και πίσω από τους αξιω­ματούχους ήταν ο Τούρκος αυθέντης. Το πρώτο ασκέρι, οι χριστιανοί, ήταν εκείνοι που μετέφεραν τις σκάλες, κι αυτές τις σκάλες ήθελαν να σηκώσουν και να τις στήσουν πάνω στα τείχη. Οι δικοί μας όμως τις γκρέμιζαν αμέσως μαζί με όλους αυτούς που προσπαθούσαν να αναρριχηθούν στα τείχη κι εκείνοι αμέσως τσακίζονταν.

Kι ακόμα, οι δικοί μας που βρίσκονταν ψηλά στις επάλξεις έριχναν κατά πάνω τους μεγάλες πέτρες, και λίγοι κατόρθωναν να σώσουν τη ζωή τους. Όλοι όσοι έφταναν κάτω από τα τείχη, εφονεύοντο. Όταν αυτοί που ανέβαι­ναν πάνω στις σκάλες έβλεπαν στη γη τόσους νε­κρούς, ήθελαν να γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο για να μη σκοτωθούν κι εκείνοι από τις πέτρες. Αλ­λά καθώς οι άλλοι Τούρκοι που ήταν από πίσω τους έβλεπαν να τρέπονται σε φυγή, αμέσως με τους ακίνάκες τους έκοβαν κομμάτια κι έτσι ήταν αναγκασμένοι να γυρίσουν στα τείχη, αφού έτσι ή αλλιώς θα πέθαιναν.

Kι όταν απ’ αυτό το πρώτο ασκέρι οι περισσότεροι σκοτώθηκαν και τσακίστη­καν, άρχισε με μεγάλη ορμή να έρχεται το δεύτερο ασκέρι. Αλλά το πρώτο είχε σταλεί για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν επειδή οι Τούρκοι προτιμούσαν να πεθάνουν πρώτοι αυτοί που ήταν χριστιανοί παρά οι ίδιοι, και ο άλλος λόγος που τους είχαν στείλει εκεί ήταν για να καταπονήσουν εμάς που ήμασταν στην Πόλη. Όταν, όπως σας είπα, εφονεύθηκαν και τσακίστηκαν οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής, ρίχνονται οι δεύτεροι σαν μανιασμένα λιοντάρια προς τα τείχη, από την πλευρά του Αγίου Ρωμα­νού.

Εμείς, μόλις είδαμε το φοβερό εκείνο θέαμα, αρχίσαμε αμέσως να χτυπούμε δυνατά τις καμπά­νες σ’ όλη την Πόλη και σ’ όλες τις θέσεις των τει­χών. Κι όλοι ζητούσαμε να μας δώσει ο αιώνιος Κύριος μας έλεος και βοήθεια εναντίον του Τούρ­κου σκύλου. Όλοι οι άντρες έτρεξαν στις θέσεις τους και πολεμούσαν τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι είχαν αρχίσει πάλι να εμφανίζονται έξω από τα σταυρώματα.


Σ’ αυτήν τη δεύτερη στρατιωτική γραμμή βρίσκονταν όλοι οι εμπειροπόλεμοι άντρες, οι οποίοι, όπως σας είπα, ήρθαν στα τείχη και καταπόνησαν πολύ εκείνους που υπερασπίζο­νταν την Πόλη, με τη σφοδρότητα τους. Κι αυτό το δεύτερο ασκέρι δοκίμασε με κάθε προσπάθεια να σκαρφαλώσει με τις σκάλες στα τείχη, αλλά εκείνοι που ήταν πάνω στα τείχη κρατερά κατέστρεφαν τις κλίμακες γκρεμίζοντάς τες στη γη και πολλοί Τούρ­κοι έβρισκαν το θάνατο.

Ταυτόχρονα οι βομβάρδες και οι βαλλίστρες μας έβαλλαν εναντίον τους και σκότωναν τόσους Τούρκους, που ήταν ένα θέαμα απίστευτο. Μόλις έφτασε το δεύτερο ασκέρι κι έκα­νε τη δική του προσπάθεια να εισέλθει στην Πόλη, χωρίς επιτυχία, μπαίνει το τρίτο, που ήταν οι γενί­τσαροι, οι μισθοφόροι του αυθέντη. Μαζί τους ήταν οι αξιωματούχοι και οι άλλοι μεγάλοι αρχηγοί, ό­λοι άντρες γενναίοι, και πίσω απ’ όλους αυτούς ο Τούρκος Αμηράς.

Το τρίτο ασκέρι ξεχύθηκε στα τείχη της δύσμοιρης πόλης όχι σαν Τούρκοι, αλλά σαν λέοντες, με τόσο αλλόφρονες αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες, που νόμιζε κανείς ότι βρισκόταν στον άλλο κόσμο. Οι φωνές τους ακούγονταν μέχρι την Ανατολία, που είναι δώδεκα μίλια μακριά από το στρατόπεδο. Οι πιο γενναίοι λοιπόν άντρες του Τούρκου βρίσκουν τους δικούς μας πάνω στα τείχη πολύ καταπονημένους, από τη μάχη με το πρώτο και το δεύτερο ασκέρι. Αλλά, αυτοί οι ειδωλολά­τρες ήταν θαρραλέοι και ξεκούραστοι στη μάχη, και οι δυνατές ιαχές των Τούρκων σ’ όλο το στρα­τόπεδο τρομοκρατούσαν το λαό της Πόλης, ενώ οι τυμπανοκρουσίες τους μας έπαιρναν την ψυχή.

Οι άμοιροι κάτοικοι της Πόλης, βλέποντας πως ήταν πλέον χαμένοι, άρχισαν να χτυπούν δυνατά τις κα­μπάνες και τα σήμαντρα σ’ όλη την Πόλη και σ’ όλες τις θέσεις των τειχών κι όλοι φώναζαν δυνατά: «Έλεος, έλεος. Κύριε από τους Ουρανούς, στείλε βοήθεια σ’ αυτήν την αυτοκρατορία του Κωνστα­ντίνου, για να μην την κυβερνήσουν οι ειδωλολάτρες». Σ’ όλη την Πόλη οι γυναίκες αλλά και οι άντρες γονατιστοί θρηνούσαν πικρά και ικέτευαν ευλαβικά τον Παντοδύναμο Θεό και τη μητέρα Του Παναγία Μαρία, και όλους τους αγίους και τις αγίες της Ουράνιας Αυλής να νικήσουμε τους ειδωλολάτρες Τούρκους, λυσσασμένους εχθρούς της χριστιανικής πίστης.

Κι ενώ εκείνοι παρακα­λούσαν το Θεό, οι Τούρκοι συνέχιζαν να πολεμούν άγρια από την πλευρά της ξηράς, γύρω από τον Άγιο Ρωμανό, όπου βρισκόταν και η σκηνή του Γα­ληνότατου Αυτοκράτορα με όλους τους ευγενείς και τους καλύτερους ιππότες του κι όλους τους αξιωμα­τούχους του που του συμπαραστέκονταν πολεμώ­ντας γενναία. Αποφασισμένοι να μπουν στην Πόλη οι Τούρκοι, όπως είπα, πολεμούσαν έξω από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, από την πλευρά της ξη­ράς δηλαδή, κι έριχναν οι ειδωλολάτρες πολλούς λίθους με τα κανόνια τους, αμέτρητες τουφεκιές και μυριάδες σαΐτες.

Οι ιαχές τους ήταν τόσο τρο­μαχτικές που νόμιζε κανείς ότι θα σκίζονταν οι ου­ρανοί. Μ’ εκείνη τη μεγάλη βομβάρδα, που η πέτρα της ζύγιζε χίλιες διακόσιες λίβρες, και με τόξα σε όλο το μήκος των τειχών που ήταν έξι μίλια, χτυ­πούσαν μέσα από τα σταυρώματα, και θα μπορού­σαν να φορτωθούν τουλάχιστον ογδόντα καμήλες με τις σαΐτες που έριχναν μέσα, ενώ από εκείνες που έπεφταν μέσα στην τάφρο τουλάχιστον άλλες είκο­σι. Αυτή η τόσο σκληρή μάχη κράτησε μέχρι την αυγή της μέρας. Οι δικοί μας έκαναν θαύματα για την άμυνα, και όταν λέμε δικοί μας εννοούμε εμάς τους Ενε­τούς. Στο σημείο που ήταν ο τούρκικος πύργος, εκεί οι Τούρκοι πολεμούσαν άγρια.

Η άμυνά μας όμως δεν είχε κανένα νόημα, γιατί ο αιώνιος Θεός είχε ήδη πάρει την απόφαση του ότι αυτή η πόλη θα έπεφτε στα χέρια των Τούρκων κι επειδή ήταν θέλημά Του, τίποτα πια δεν μπορούσαμε να κά­νουμε. Όλοι εμείς οι χριστιανοί που εκείνες τις στιγμές βρισκόμασταν σ’ αυτήν την περιθρηνούμενη πόλη, παρακαλούσαμε τον ελεήμονα Ιησού Χριστό μας και τη μητέρα Του Παρθένο Μαρία να ευσπλαγχνιστούν τις ψυχές μας, γιατί σήμερα, σ’ αυτήν τη σκληρή μάχη, θα πεθαίναμε.

Και για να μάθετε, μία ώρα πριν ξημερώσει ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να πυροδοτήσουν τη με­γάλη βομβάρδα του, κι αυτός ο λίθος πέφτει μέσα από τα οχυρώματα που είχαμε κατασκευάσει τα οποία ρήμαξε. Από το μεγάλο καπνό που σήκωσε αυτή η βομβάρδα, δε βλέπαμε σχεδόν τίποτα, αλ­λά οι Τούρκοι άρχισαν να διαβαίνουν διαμέσου του καπνού και ήταν σχεδόν τριακόσιοι εκείνοι που πέρασαν μέσα από τα τείχη. Γραικοί κι Ενε­τοί τους πετάξαμε έξω από το σταύρωμα και με­γάλο μέρος αυτών βρήκαν το θάνατο.

Όλοι σχεδόν σκοτώθηκαν πριν μπορέσουν να περάσουν το σταύρωμα. Εκείνη τη στιγμή, οι Γραικοί, έχοντας πετύχει αυτό το κατόρθωμα, πίστεψαν πραγματι­κά ότι νικούσαν τους ειδωλολάτρες κι όλοι εμείς οι χριστιανοί πήραμε μεγάλη ανακούφιση. Όταν τους διώξαμε από το σταύρωμα, αμέσως οι Τούρ­κοι πυροδότησαν για άλλη μια φορά τη μεγάλη τους βομβάρδα και πάλι αυτοί οι ειδωλολάτρες αρχίζουν σαν σκυλιά να έρχονται μέσα από τον καπνό της βομβάρδας γρήγορα, σπρώχνοντας και πατώντας ο ένας τον άλλο σαν άγρια θηρία.

Μέσα σ’ ένα τέταρτο της ώρας είχαν περάσει πά­νω από τριάντα χιλιάδες Τούρκοι μέσα από το σταύρωμα με τόσους αλαλαγμούς, που νόμιζε κα­νείς πως βρισκόταν στην ίδια την Κόλαση, οι δε αλαλαγμοί τους αντιλαλούσαν μέχρι την Ανατο­λία. Μόλις ήρθαν μέσα, αμέσως κατέλαβαν την πρώτη μπάρα του σταυρώματος. Πριν όμως την καταλάβουν, αρκετοί απ’ αυτούς εφονεύθηκαν από εκείνους που υπερασπίζονταν τα τείχη με τις πέτρες. Και ήταν τόσοι πολλοί οι Τούρκοι, που ο καθένας εφόνευε όσους ήθελε.


Έχοντας κα­ταλάβει τώρα την πρώτη μπάρα, οι Τούρκοι μαζί με τους γενίτσαρους οχυρώθηκαν πίσω απ’ αυτή. Μετά απ’ αυτό πέρασαν μέσα από το σταύρωμα σχεδόν εβδομήντα χιλιάδες, μέσα σε τέτοια αλλοφροσύνη, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην Κόλαση. Αμέσως τα σταυρώματα γέμισαν με Τούρκους από τη μια μέχρι την άλλη του άκρη, που ήταν έξι μίλια. Αλλά, όπως σας είπα, εκείνοι που βρίσκονταν επάνω στα τείχη σκότωναν πολ­λούς απ’ αυτούς με πέτρες, αφήνοντας τους να έρθουν από κάτω και πετώντας τις ασταμάτητα πάνω τους.

Τόσοι ήταν οι νεκροί που τουλάχι­στον σαράντα άμαξες δε θα μπορούσαν να μετα­φέρουν τα πτώματα των Τούρκων αυτών, που σκο­τώθηκαν πριν μπουν στην Πόλη. Τώρα, οι δικοί μας, οι χριστιανοί, εφοβούντο τα μέγιστα και ο Γαληνότατος Αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να χτυπήσουν τις καμπάνες σ’ όλη την Πόλη και το ίδιο να κάνουν από όλες τις θέσεις των τειχών. Έτσι όλοι άρχισαν να φωνάζουν. «Κύριε ελέησον». Έτσι φώναζαν άντρες και γυναίκες και πε­ρισσότερο οι μοναχές και οι κοπέλες. Τόσος ήταν ο θρήνος, που θα αισθανόταν οίκτο κάθε σκληρός Ιουδαίος.

Βλέποντας αυτό, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, Γενουάτης από τη Γένουα, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη θέση του και τρέχει στο πλοίο του που ήταν αραγμένο κοντά στην άλυσο. Αυτόν τον Ιωάννη Ιουστινιάνη ο Αυτοκράτορας τον είχε ορίσει γενικό διοικητή ξηράς. Και τρεπόμενος σε φυγή ο στρατηγός, περνώντας μέσα από την Πόλη, φώναζε: «Οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη». Και εψεύδετο ασύστολα, γιατί ακόμα δεν είχαν μπει. Ακούγοντας ο λαός τα λόγια αυτά από εκείνον ειδικά το στρατηγό, ότι δηλαδή οι Τούρκοι είχαν μπει στην Πόλη.

Όλοι άρχισαν να τρέπονται σε φυγή κι αμέσως όλοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και όρμησαν τρέχοντας προς την ακτή για να μπο­ρέσουν να διαφύγουν με τα πλοία και τις γαλέρες. Μέσα στο χρόνο που ήθελε ο ήλιος ν’ ανατείλει, ο παντοδύναμος Θεός είχε δώσει την καταδικαστική του απόφαση κι ήταν θέλημά Του να επαληθευ­θούν όλες οι προφητείες. Με το πρώτο φως της αυγής, οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην Κωνσταντι­νούπολη από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου είχαν γκρεμιστεί τα τείχη από τις βομβάρδες τους.

Πριν όμως μπουν μέσα στην Πόλη, τσακί­στηκαν πολλοί Τούρκοι και Χριστιανοί που έτρε­ξαν να τους εμποδίσουν. Τόσοι πολλοί σκοτώθη­καν, που θα φορτώνονταν το λιγότερο είκοσι άμαξες με τα πτώματα τους. Τότε, το δεύτερο ασκέρι άρχισε να έρχεται ξοπίσω από τους πρώτους, που σκορπίζονταν μέσα στην Πόλη. Όσους έβρισκαν στους δρόμους τους περνούσαν από τη λεπίδα της χαντζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτως. Αυτή η σφαγή κράτησε από την ανατολή του ηλίου μέχρι την ώρα της μεσημβρίας, κι όσοι βρέθηκαν μπροστά τους πήγαν από χαντζά­ρα.

Όσοι από τους δικούς μας εμπόρους διέφυγαν, κρύφτηκαν μέσα στις υπόγειες σπηλιές. Όταν πέρα­σε η μανία τους, οι Τούρκοι τους ευρήκαν, κι όλοι πιάστηκαν και πουλήθηκαν σκλάβοι. Όταν έφτα­σαν οι λυσσασμένοι Τούρκοι στην πλατεία που είναι πέντε μίλια μακριά από το σημείο που έκαναν την έφοδο, δηλαδή τον Άγιο Ρωμανό, ανέβηκαν σ’ έναν πύργο, όπου ήταν υψωμένη η σημαία του Α­γίου Μάρκου και η σημαία του Γαληνότατου Αυτοκράτορα.

Τότε, οι ειδωλολάτρες έσχισαν αμέσως τη σημαία του Αγίου Μάρκου και έπειτα έσχισαν τη σημαία του Γαληνότατου Αυτοκράτορα και πάνω σ’ εκείνο τον ίδιο πύργο ύψωσαν τη σημαία του Τούρκου αυθέντη. Όταν αφαιρέθηκαν εκείνες οι δυο σημαίες, δηλαδή του Αγίου Μάρκου και του Αυτοκράτορα και υψώθηκε η σημαία του Τούρκου σκύλου, εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς οι Χριστιανοί που βρισκόμασταν στην Πόλη χύσαμε πικρά δά­κρυα. Βλέποντας τη σημαία του να ανεμίζει πάνω στον πύργο, καταλάβαμε ότι η Πόλη είχε πέσει στα χέρια του Τούρκου και δεν υπήρχε ελπίδα να την επανακτήσουμε.

Η ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ

Από ορισμένους μελετητές εγείρεται το ερώτημα για πιθανή συνθηκολόγηση των δύο πλευρών πριν από την είσοδο των Τούρκων στην Πόλη. Ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, η άποψη περί συνθηκολόγησης και μερικής παράδοσης διατυπώθηκε από κάποιους ιστορικούς. Ωστόσο, στον 20ό αιώνα η επιρροή της νέας Βυζαντινολογίας ήταν τόσο ισχυρή που περιόρισε την εν λόγω άποψη Σήμερα, πολιτικά και ιστορικά ορθή θεωρείται η αφήγηση που περιορίζει τις επιπτώσεις στην άμυνα από τη σύγκρουση ενωτικών και ανθενωτικών και περιγράφει την αδιαπραγμάτευτη στάση των αμυνομένων απέναντι στον πολιορκητή.

Για την πληρότητα της συνοπτικής επετειακής αναφοράς μας, θεωρούμε χρήσιμο να αντιπαραθέσουμε και τα επιχειρήματα της «άλλης πλευράς», που προτάσσει τη διαπραγμάτευση και τη συνθηκολόγηση ως κύρια συστατικά της ιστορικής αλήθειας. Η άποψη αυτή κωδικοποιήθηκε και από τον Γιάννη Κορδάτο, από έργα του οποίου αντλήσαμε στοιχεία. Η αιρετική, λοιπόν, άποψη για την πτώση της Κωνσταντινούπολης αντλεί, κατά κύριο λόγο, στοιχεία από Τουρκικές και Πατριαρχικές πηγές, καθώς όλοι οι Βυζαντινοί και οι Λατίνοι χρονικογράφοι συμφωνούν πως οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη έπειτα από γενική επίθεση στις 29 Μαΐου.

Ωστόσο, υπάρχουν πηγές που υποστηρίζουν πως η Πόλη παραδόθηκε ύστερα από συμφωνία. Ο Εβλιά Τσελεμπή γράφει πως ύστερα από πολλές επιθέσεις η άμυνα της Πόλης παρέλυσε, καθώς η σύγκρουση μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών διέρρηξε τον αμυντικό ιστό. Έτσι, υποστηρίζει ο Τσελεμπή, πολλοί ύψωσαν σημαίες στα τείχη και ζητούσαν συνθηκολόγηση. Τους χορηγήθηκε προθεσμία μίας ημέρας για να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και στις 29 Μαΐου ο Σουλτάνος μπήκε στην πόλη και κατάσφαξε τους ενωτικούς που αντιστάθηκαν.


Ο Εβλιά δεν θεωρείται αυθεντική πηγή, αλλά αντλεί στοιχεία από Τουρκικά αρχεία και παραδόσεις. Ο Ρώσος ιστορικός Ντιμίτρι Καντεμίρ (1673-1723) έζησε πολλά χρόνια στην Τουρκία και μελέτησε τα Αυτοκρατορικά αρχεία. Αυτός υποστηρίζει πως στις 27 Μαΐου ο Παλαιολόγος αποφάσισε να στείλει διαπραγματευτές στον Σουλτάνο, προκειμένου να παραδώσει την Πόλη. Οι πρέσβεις έγιναν δεκτοί με θέρμη από τον Σουλτάνο και επιτεύχθηκε η συμφωνία.

Ο Καντεμίρ δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της συμφωνίας, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα πρόκειται για τη διαπραγμάτευση που ο Φραντζής περιγράφει πως έγινε μέσα στην Κωνσταντινούπολη από πρέσβεις του Σουλτάνου: ο Παλαιολόγος θα έφευγε, θα τον ακολουθούσαν όσοι ήθελαν και θα επέστρεφε στον Μοριά, τον οποίο του παραχωρούσε ο Μεχμέτ. Ο Καντεμίρ συνεχίζει την αφήγησή του και σημειώνει πως ο σουλτάνος ήθελε να προσθέσει ορισμένους όρους στη συμφωνία και για το λόγο αυτό έστειλε πρεσβευτές στην Κωνσταντινούπολη. Αυτοί δέχτηκαν την επίθεση των φρουρών, οι οποίοι δεν γνώριζαν την ιδιότητα τους.

Τότε ο Μωάμεθ διέταξε γενική επίθεση. Ο Καντεμίρ γράφει πως κατά την έφοδο σκοτώθηκαν αρκετοί, μαζί τους και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Όταν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη μισή πόλη, οι αμυνόμενοι σήκωσαν λευκές σημαίες και επικαλέστηκαν τη συμφωνία μεταξύ του Αυτοκράτορα και του Σουλτάνου. Την επομένη, πάντα κατά τον Καντεμίρ, ο Σουλτάνος μπήκε στην Πόλη και απευθύνθηκε προς τους χριστιανούς: «Στη συνθήκη που συνομολογήσαμε σας υποσχέθηκα ότι οι εκκλησίες και τα μοναστήρια θα μείνουν άθικτα και καμία προσβολή δεν θα γίνει στη θρησκεία σας.

Επειδή εγώ κατέλαβα την Πόλη κατά το ήμισυ με τα όπλα και κατά το ήμισυ δια παραδόσεως, θεωρώ δίκαιο οι θρησκευτικοί χώροι που υπάρχουν στο τμήμα που κατέλαβα να μεταβληθούν σε τζαμιά. Τα υπόλοιπα θα αφεθούν στην κατοχή των Χριστιανών». Ο Κορδάτος υποστηρίζει πως όταν πρότειναν στον Παλαιολόγο να φύγει, οι σύμβουλοί του γνώριζαν το περιεχόμενο της συμφωνίας. Αν έφευγε χωρίς συμφωνία θα τον σκότωναν οι ανθενωτικοί. Άλλωστε, γράφει ο Κορδάτος, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν ούτε υποκριτής ούτε άνανδρος.

Κατά τον Κορδάτο, όταν μαθεύτηκε η συμφωνία στην Πόλη, οι ενωτικοί συγκεντρώθηκαν στην Αγία Σοφία και στην Πύλη του Ρωμανού, προκειμένου να φύγουν. Οι ανθενωτικοί κοιμήθηκαν ήσυχοι και έβαλαν συμφωνημένα σημάδια στις πόρτες τους για να δηλώσουν στους Τούρκους την αποδοχή τους. (Κατά την αντίθετη άποψη, σημάδια έβαλαν οι Τούρκοι στρατιώτες, για να δείξουν στους συναδέλφους τους ότι ήδη είχαν λεηλατήσει το σπίτι.)

Όταν το πρωί της 29ης Μαΐου διαδόθηκε ότι ο Παλαιολόγος δεν αποδέχεται τη συμφωνία, ξέσπασαν οι ταραχές. Οι ανθενωτικοί άνοιξαν την Κερκόπορτα, οι ενωτικοί έσπευσαν να αντισταθούν και ακολούθησε η έφοδος των Τούρκων. Η τοποθέτηση Τουρκικής φρουράς στο σπίτι του Λουκά Νοταρά, του επικεφαλής των ανθενωτικών, θεωρείται επιβεβαίωση της σχετικής συμφωνίας. Σύμφωνα με τον Κορδάτο, η συνθηκολόγηση και η συμφωνία παράδοσης επιβεβαιώνεται από Πατριαρχικές πηγές.

Ο εκκλησιαστικός χρονογράφος Μαλαξός, που έζησε τον 16ο αιώνα, αφηγείται πως ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ επικαλέστηκε τη συμφωνία για να αποτρέψει τον Σουλτάνο από την καταστροφή ναών. Ο Μαλαξός γράφει πως ο Πατριάρχης βρήκε τρεις μάρτυρες, γενίτσαρους που είχαν πολεμήσει στην πολιορκία και επιβεβαίωσαν τη συμφωνία. Το ίδιο περιγράφει και ο ιστορικός της Πατριαρχικής ιστορίας Αθανάσιος Υψηλάντης, αλλά τοποθετεί το περιστατικό στα χρόνια του Πατριάρχη Θεόληπτου (1514-1520).

ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

O Μωάμεθ είχε πλέον κερδίσει τον τίτλο του Πορθητή. H Πόλη ήταν δική του και η αντίσταση είχε παύσει. Κατόρθωσε να εκπληρώσει το πρώτο μέρος του ονείρου του, που ήταν η ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε όλο της το μεγαλείο: η "Νέα Ρώμη" ήταν δική του. H μελλοντική απόπειρά του να καταλάβει την ίδια τη Ρώμη απέτυχε παταγωδώς, αλλά για την ώρα ήταν θριαμβευτής, κατακτητής και μπορούσε πλέον να σφετεριστεί τον τίτλο "Καϊζέρ ι ρουμ", Καίσαρας των Ρωμαίων.

H μοίρα της Πόλης και των κατοίκων της αμέσως μετά την άλωση δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από αυτή που αναμενόταν: κάτω από την Ισλαμική παράδοση του πολέμου - την οποία ο Μωάμεθ συνήθως τηρούσε, όπως και τους υπόλοιπους κανόνες που συνιστούσαν το πλαίσιο γύρω από το οποίο διεξάγονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις τον ύστερο Μεσαίωνα - εάν μια πόλη "απίστων" που πολιορκούνταν, καλούνταν να παραδοθεί και δεχόταν, οι κάτοικοί της διατηρούσαν πλήρη θρησκευτική ελευθερία, ενώ και οι περιουσίες τους παρέμεναν στα χέρια τους.

H πόλη δεν ήταν υποκείμενη λεηλασίας και τα θρησκευτικά κέντρα των κατακτημένων παρέμεναν στη θέση τους και λειτουργούσαν κανονικά - αν και με κάποιους περιορισμούς που έθετε ο κατακτητής. H μόνη "ποινή" των παραδοθέντων ήταν η πληρωμή κάποιας προσόδου στον κατακτητή, πέρα φυσικά από το ότι θα ήταν πλέον υποτακτικοί του τελευταίου. Βεβαίως, η Πόλη δεν παραδόθηκε. Oι υπερασπιστές της πολέμησαν γενναία, αψηφώντας τους πολυάριθμους εχθρούς και οι Οθωμανοί χρειάστηκε να πληρώσουν βαρύτατο φόρο αίματος για να καταβάλουν την αντίσταση των τελευταίων Βυζαντινών.


Υπό αυτό το πρίσμα και κάτω από τους κανόνες εμπλοκής των Μουσουλμάνων, οι στρατιώτες του κατακτητή είχαν πλέον δικαίωμα σε τρεις μέρες λεηλασίας, ενώ όταν αυτή έληγε, όλα τα λατρευτικά κτήρια των υποδούλων μετατρέπονταν σε τζαμιά ή κατεδαφίζονταν. Kατά τα ειωθότα, ο Μωάμεθ, ακόμη κι αν το επιθυμούσε, δεν μπορούσε να απαγορεύσει στους άνδρες του να απολαύσουν τους καρπούς των κόπων τους.

Όταν οι τελευταίοι υπερασπιστές είτε έπεσαν υπό το βάρος των Οθωμανών που εισέρρεαν στην Πόλη από κάθε πιθανό και απίθανο άνοιγμα είτε οχυρώθηκαν στα τελευταία σημεία αντίστασης, οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε ένα απίστευτο όργιο λεηλασιών, φόνων και βιασμών. Oι χιλιάδες τακτικών και ιδιαίτερα οι ημιάγριοι Βαζιβουζούκοι άτακτοι έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους - άνδρα, γυναίκα, παιδί. Ουδείς μπορούσε να ξεφύγει από τη μανία των κατακτητών.

Έκοβαν αδιακρίτως κεφάλια, χέρια, πόδια, σε μια τρομερή μανία που προερχόταν από τις ταλαιπωρίες της πολιορκίας και το βαρύ φόρο αίματος που χρειάστηκε να πληρώσουν, αλλά και από το πολύχρονο αίσθημα κατωτερότητας που διακατείχε τους νεόκοπους κατακτητές σε σχέση με τους Βυζαντινούς, οι οποίοι είχαν πίσω τους 3.000 χρόνια Ελληνικού πολιτισμού.Αυτά τα συναισθήματα μετουσιώθηκαν σε σφαγή. Όπως παραδίδεται στο "Aπόδειξις ιστοριών" του Λαόνικου Xαλκοκονδύλη:

"... Oι Έλληνες, μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πάνω τους βιαστικά και με ακαταστασία, χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Kαι έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Mε θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη, έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση... Ένα μεγάλο πλήθος άνδρες και γυναίκες, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, που ονομάζεται Αγία Σοφία.

Μαζεύτηκαν εδώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Τούρκους, χωρίς αντίσταση. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μέσα στο ναό από τους Τούρκους. Άλλοι πάλι σ' άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για πού. Σε λίγο σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως φάνηκαν γενναίοι, αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους. Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν, αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν."

Μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό κλαγγών όπλων και ουρλιαχτών, μέσα στα ποτάμια αίματος που πλημμύριζαν τα σπίτια, τις πλατείες και τους δρόμους, μέσα σε αυτό το όργιο της καταστροφής και του πλιάτσικου, ο Μωάμεθ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αν άφηνε τους βάρβαρους στρατιώτες του να συνεχίσουν, δεν θα του έμενε τίποτε να κυβερνήσει από την κάποτε υπερήφανη πόλη. Έτσι, σε λιγότερο από 24 ώρες από την πτώση της πόλης, ο Σουλτάνος διέταξε την άμεση παύση του πλιάτσικου και έδωσε εντολή στους Γενίτσαρους να σύρουν έξω από την Πόλη όποιον αρνηθεί να υπακούσει τη διαταγή.

Μέσα σε ελάχιστες ώρες η καταστροφή είχε σταματήσει. Tα τελευταία σώματα άτακτων είχαν συρθεί έξω από τα τείχη και όσοι - ελάχιστοι - Έλληνες είχαν επιβιώσει, έβγαιναν σιγά-σιγά από τις εκκλησίες και τις κρυψώνες τους. H συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων είχε είτε σφαγιασθεί είτε σκλαβωθεί - οι περισσότεροι Τούρκοι, μετά την εκτόνωση της αρχικής μανίας τους, άρχισαν να σκέφτονται περισσότερο το κέρδος και λιγότερο τη σφαγή, οπότε τα θύματά τους αιχμαλωτίζονταν για να πωληθούν στη συνέχεια ως σκλάβοι.

Φυσικά, ο ήδη συρρικνωμένος πληθυσμός της πόλης δεν συνιστούσε πλέον ούτε κωμόπολη. Γι' αυτό μία από τις πρώτες κινήσεις του Μωάμεθ αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως νέας πρωτεύουσας του Οθωμανικού κράτους ήταν να φέρει πολυάριθμους αποίκους - κυρίως Τούρκους ή εξισλαμισμένους Ανατολίτες, Έλληνες, αλλά και Αρμένιους και Εβραίους - να κατοικήσουν στην αχανή πόλη. Αμέσως μετά την παύση της σφαγής και την εδραίωση της τάξης στην κατακτημένη πόλη.

Ο Μωάμεθ εισήλθε επικεφαλής εντυπωσιακής πομπής και προσευχήθηκε στην Αγία Σοφία, τον κύριο Χριστιανικό ναό της πόλης, που είχε χτιστεί από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό το έτος 532. H Αγία Σοφία θα μετατρεπόταν πλέον σε Μουσουλμανικό τέμενος. O κατακτητής δεν φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρος με την παλιά αριστοκρατία και τη διοικητική ελίτ του Βυζαντίου. Μέσα σε λίγες μέρες είχε εκτελέσει το σύνολο των επιφανών Βυζαντινών που κατείχαν κάποιο αξίωμα και δεν είχαν φροντίσει να αποχωρήσουν.

Aκόμη και ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς, ένας από τους ηγέτες της ανθενωτικής παράταξης και εκείνος που είχε εκφράσει την άποψη ότι ήταν προτιμότεροι οι Τούρκοι παρά η Ένωση, αποκεφαλίσθηκε - σύμφωνα με κάποιες πηγές εξαιτίας των αντιρρήσεων που εξέφρασε όταν ο Μωάμεθ του ανακοίνωσε την απόφασή του να πάρει το γιο του ως "προστατευόμενό" του. Μάλιστα ζήτησε από τον Μωάμεθ να σκοτώσει τα παιδιά του και μετά ν' αποκεφαλίσει τον ίδιο, έτσι ώστε να πεθάνει βέβαιος πως τα παιδιά του είναι νεκρά.

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΚΑΣ ΝΟΤΑΡΑΣ 

«Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου»
Στ. Τσβάιχ

Το πόσοι ακριβώς ήταν εκείνοι που έχασαν τη ζωή τους στην Άλωση δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια από τις βασικές μας πηγές για τα γεγονότα. Οι ιστοριογράφοι αναφέρουν αριθμούς μεταξύ δύο και τεσσάρων χιλιάδων, παράλληλα όμως συμφωνούν ότι ήταν δεκάδες χιλιάδες εκείνοι που πουλήθηκαν ως δούλοι. Τα πτώματα των νεκρών υπερασπιστών πετάχτηκαν στη θάλασσα, ο αριθμός τους δεν επέτρεπε κανονικές κηδείες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν (κυρίως δυτικοί) φόρτωσαν σε κάρα και καράβια και πήραν μαζί τους έναν τεράστιο αριθμό βιβλίων, που έφτασαν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.

Έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, θεολογικά έργα, έργα των τραγικών, έφυγαν σε φορτία για τη Δυτική Ευρώπη, ενώ, πολλά τα πούλησαν οι ίδιοι οι κάτοικοι της Πόλης αντί εξευτελιστικού αντιτίμου. Πάντως, ο μεγαλύτερος αριθμός των πολύτιμων βιβλίων (60.000 κατά τον θρήνο Lamento di Constantinopoli και 120.000 κατά τον Αρμένιο Αβραάμ) κάηκαν σε μεγάλη φωτιά που άναψαν οι Τούρκοι για να καταστρέψουν «τα βιβλία των απίστων».

Πολλά από τα βιβλία που σώθηκαν έφτασαν στα χέρια των Βυζαντινών λογίων που ζούσαν και δίδασκαν στην Ιταλία, ήδη από την εποχή της Φλωρεντίας. Κατά το έθιμο των Μουσουλμάνων, οι στρατιώτες του Μωάμεθ Β΄ επί τρεις μέρες και τρεις νύχτες λεηλατούσαν την κατακτημένη πόλη. Κατά το ίδιο έθιμο, όλοι οι κάτοικοι μιας πόλης που δεν έσκυψε το κεφάλι γίνονταν δούλοι, μπορούσαν να πουληθούν στα παζάρια, αν δεν είχαν αρκετά χρήματα για να εξαγοράσουν την ελευθερία τους.

Το παλάτι, σπίτια, εκκλησιές, μοναστήρια λεηλατήθηκαν. Πολλές νεαρές καλόγριες αυτοκτόνησαν για να αποφύγουν τον εξευτελισμό του βιασμού, αν και οι γεροντότεροι συμβούλευαν την αποδοχή της «τιμωρίας από τον Θεό», που είχε πάρει το πρόσωπο του Μεχμέτ Φατίχ, του Μωάμεθ του Κατακτητή. Πολλοί κατέφυγαν στην Αγία Σοφία, ζητώντας την προστασία του Θεού. Ο ναός μετατράπηκε για μια ακόμα φορά, μετά το 1204, σε τόπο σφαγής και φρίκης. Η λαϊκή παράδοση καταγράφει τη μεγάλη σφαγή: «Σε μια κολόνα της Αγια-Σοφιάς, ψηλά, πολύ ψηλά, φαίνεται ως τα τώρα το αίμα.

Είναι σημάδι που έβαλε ο Αμιράς ο Μουχαμέτης με την απαλάμη του βουτηγμένη στο αίμα, όταν μπήκε στην Αγια-Σοφιά και την έκαμε τζαμί. Κι έφτασε τόσο ψηλά γιατί πατούσε απάνου σε σωρούς κορμιά των Χριστιανών που σκότωσαν μες στην εκκλησιά οι Τούρκοι» (Ν. Πολίτης, Παραδόσεις). Με την παρουσία του Σουλτάνου, που έφτασε το απόγευμα της αποφράδας μέρας στην Αγιά-Σοφιά, οι Μουσουλμάνοι κατακτητές προσευχήθηκαν μέσα στην κατακτημένη εκκλησία στον δικό τους θεό, με το πρόσωπο στραμμένο στη Μέκκα, ο ίδιος ο Σουλτάνος είχε καλέσει τον Ιμάμη.

Ο Μωάμεθ κατέλυσε στις Βλαχέρνες από το πρώτο κιόλας βράδυ. Εκεί συνάντησε τον Μέγα Δούκα της Αυτοκρατορίας, τον Λουκά Νοταρά, ανθενωτικό και σοφό άντρα, τον οποίο προόριζε για βοηθό του στη διοίκηση της Πόλης, καθώς γνώριζε την περίφημη φράση του Δούκα, που επιβιώνει ακόμα στη λαϊκή παράδοση, ως «καλύτερα σαρίκι Τούρκικο παρά τιάρα Παπική». Αμέσως μετά, υποχρέωσε το Δούκα και την οικογένειά του να μείνουν σε κατ΄ οίκον περιορισμό, περισσότερο για να τον γλιτώσει από το μένος των στρατιωτών παρά γιατί κινδύνευε από τον Νοταρά.

Στο γλέντι που ακολούθησε την κατάκτηση, στις Βλαχέρνες, οι φίλοι του Μωάμεθ τού περιέγραψαν την ωραιότητα του 14χρονου γιου τού Νοταρά, και ο μεθυσμένος παιδόφιλος Σουλτάνος έστειλε μήνυμα στο Δούκα: «Στείλε μου τον γιο σου». Ο Δούκας αρνήθηκε και ο Σουλτάνος έστειλε στρατό να του φέρει σιδηροδέσμιους το Δούκα, τον γιο του και τον γαμπρό του, τους τρεις τελευταίους άντρες της γενιάς των Νοταράδων, οι άλλοι γιοι του Δούκα είχαν πέσει μαζί με τον Αυτοκράτορα μαχόμενοι στα τείχη.

Ο 14χρονος γιος του Δούκα ήταν ένα πανέμορφο αγόρι, αμούστακο ακόμα, το οποίο γοήτευσε τον Μωάμεθ ερωτικά. Ο Σουλτάνος ζήτησε από τον Δούκα να του παραδώσει τον γιο του για το χαρέμι, γιατί διαφορετικά θα τους σκότωνε και τους τρεις. Ο Δούκας, φοβούμενος ότι ο μικρός του γιος θα υπέκυπτε αν έβλεπε να αποκεφαλίζουν τον πατέρα του μπροστά του, ζήτησε μια χάρη από τον σουλτάνο: να σκοτώσουν πρώτα τον γιο του, κατόπιν τον γαμπρό του και τέλος τον ίδιο.

Έτσι πέθαναν, όπως ζήτησε ο Λουκάς Νοταράς. Από τους Νοταράδες επιβίωσε μόνο η κόρη του Δούκα Νοταρά, η Άννα, που ήταν εγκαταστημένη στη Βενετία και δεχόταν, φιλοξενούσε και φρόντιζε όποιον έφτανε πρόσφυγας στην πόλη των Δόγηδων. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η στάση του Νοταρά απέναντι στο θάνατο αποτελεί την επιβεβαίωση της γνησιότητας των ανθενωτικών συναισθημάτων του και της άποψής του ότι η επιβίωση του γένους ήταν αλληλένδετη με την επιβίωση της ορθοδοξίας.

Κατά τον Σ. Ράνσιμαν, «η Ιστορία επιδικάζει ότι η υπό τέφραν επιβίωση του Ελληνισμού και η αναγέννησή του οφείλονται στην μετά την αποτυχία της Ένωσης επίσπευση της πτώσης της Κωνσταντινουπόλεως. Η θέση και η στάση του Νοταρά δικαιώνονται. Πολιτική οξύνοια ή άκρατος θρησκευτικός φανατισμός που ταυτίστηκε με μια σωστή τοποθέτηση; Ο Νοταράς παίρνοντας θέση κατά της ένωσης των Εκκλησιών υπάκουε στο βαθύ ένστικτο της διαιώνισης της φυλής, που ήταν ανέκκλητα δεμένη με την ορθοδοξία.


Η θυσία του, το τραγικό τέλος του, που αποκαλύπτουν τη γνησιότητα των αισθημάτων του, συνηγορούν ως απάντηση. Πέρα όμως από την ιστορική του δικαίωση, το ψυχικό του σθένος είναι παράδειγμα πολύ ισχυρότερο π.χ. από το «ή ταν ή επί τας» και άλλα παραδείγματα της Ιστορίας. Η θυσία των ηττημένων έχει μεγαλύτερη αξία από κείνη των ελευθέρων».

ΧΑΡΤΕΣ





ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ National Geographic (Part 3)

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ National Geographic (Part 4)

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


















(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)



(ΜΕΡΟΣ Β')


* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Γ'



ΠΗΓΕΣ :

(1) :

(2) :

(3) :

(4) :

(5) :

(6) :

(7) :

(8) :
 

 

 

 

Ανακοινώνονται οι πίνακες υποψηφίων και απορριφθέντων υποψηφίων κλάδου ΠΕ06 Αγγλικής ως εξής:

1.  ΠΕ06 Αγγλικής στο Ε.Σ. Βρυξέλλες Ι.

2.  ΠΕ06 Αγγλικής στο Ε.Σ. MOL.

Οι υποψήφιοι έχουν τη δυνατότητα ένστασης μέσα σε τρεις (03) εργάσιμες μέρες από την επόμενη της ανάρτησης, δηλαδή μέχρι και την Δευτέρα, 25-5-2026 και ώρα 23.59

Η ένσταση υποβάλλεται αποκλειστικά στη διαδικτυακή πύλη https://dipode-aitisi.sch.gr/index.php

Ο πίνακας ΠΕ06 Αγγλικής στο Ε.Σ. Βρυξέλλες Ι. ΕΔΩ

Ο πίνακας ΠΕ06 Αγγλικής στο Ε.Σ. MOL ΕΔΩ

Αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των Εξεταστικών Κέντρων για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις ΕΠΑΛ φέρνει νέα υπουργική απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ και θα ισχύσει από τις εξετάσεις του 2026.

 

Η νέα ρύθμιση τροποποιεί το πλαίσιο συμμετοχής των αποφοίτων ΕΠΑΛ στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αλλά και στις Στρατιωτικές Σχολές, στη Σχολή Αστυφυλάκων, στη Σχολή Πυροσβεστών, στη Σχολή Δοκίμων Λιμενοφυλάκων και στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού (ΑΕΝ).

Τι αλλάζει στις Πανελλαδικές Εξετάσεις ΕΠΑΛ

Σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, οι πανελλαδικές εξετάσεις των ΕΠΑΛ θα διεξάγονται σε Εξεταστικά Κέντρα που θα ορίζονται κυρίως σε Επαγγελματικά Λύκεια, ενώ όπου κρίνεται απαραίτητο θα μπορούν να χρησιμοποιούνται και άλλες εκπαιδευτικές δομές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

Παράλληλα, ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει για τους υποψηφίους που βρίσκονται σε Σωφρονιστικά Καταστήματα, καθώς οι εξετάσεις θα μπορούν να διεξάγονται είτε μέσα στις εκπαιδευτικές δομές των φυλακών είτε σε ειδικά ορισμένα εξεταστικά κέντρα της οικείας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης.

Νέα σύνθεση στις Επιτροπές Εξεταστικών Κέντρων

Η υπουργική απόφαση προβλέπει επίσης αλλαγές στη σύνθεση των Επιτροπών των Εξεταστικών Κέντρων, με στόχο την καλύτερη οργάνωση και τη διευκόλυνση της διαδικασίας των εξετάσεων.

Συγκεκριμένα, καθορίζονται:

 
  • οι αρμοδιότητες των προέδρων και των μελών των επιτροπών,
  • οι χειριστές του συστήματος λήψης θεμάτων,
  • οι γραμματείς και βοηθοί γραμματείας,
  • καθώς και το βοηθητικό προσωπικό ανάλογα με τον αριθμό των υποψηφίων.

Επιπλέον, στις περιπτώσεις εξεταστικών κέντρων σε Σωφρονιστικά Καταστήματα, η επιτροπή θα αποτελείται από τρεις εκπαιδευτικούς Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με πρόεδρο τον αρχαιότερο καθηγητή.

Πότε τίθενται σε ισχύ οι αλλαγές

Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από τις Πανελλαδικές Εξετάσεις ΕΠΑΛ του 2026 και εντάσσονται στη συνολική προσπάθεια εκσυγχρονισμού των διαδικασιών που αφορούν τη συμμετοχή των υποψηφίων στην ανώτατη εκπαίδευση.

 

 

                                                         ΤΟ ΔΣ ΤΗΣ ΕΛΜΕ ΚΑΒΑΛΑΣ

 

Πρόεδρος:        

Αναστάσιος Βογιατζίδης      

Αντιπρόεδρος:

Σωτήριος Τότης

 

Γραμματέας:    

Τσολάκης Παναγιώτης

 

Αναπληρωτής Γραμματέας:

Κωνσταντίνος Γεωργιάδης

Ταμίας:

Σιώτη Αικατερίνη

 

Μέλη:

Ιωάννης Αποστολακάκης

Σταυρούλα Τσολάκη

Φώτιος Σπαθάρης

Παναγιώτα Αμερικάνου

 

                                           ΤΟ ΝΕΟ ΔΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ

 

Πρόεδρος:        

Αναστάσιος Βογιατζίδης  

  

Γραμματέας:    

Ευάγγελος Αδάμος

 

Ταμίας:

Κωνσταντίνος Γεωργιάδης

 

Μέλη:

Παναγιώτης Τσολάκης

Σωτήριος Τότης

 

Εκπαιδευτικά Νέα