Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας και διαβάστε το καθημερινό newsletter από το dictyo.gr
  
  
  
Προβολή άρθρων κατά ημερομηνία: Μάιος 2014 - ΔΙΚΤΥΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ dictyo.gr
Μόνο με σωστή και ποιοτική μελέτη θα έχουν νόημα οι ώρες που περνάμε πάνω από τα βιβλία. Η διάρκεια δεν παίζει ρόλο. Ζητούμενο όμως όλων και κυρίως των μαθητών είναι να διαβάζουν όσο το δυνατόν συντομότερα και να…είναι αποδοτικοί. Αυτός ο «ιδανικός» συνδυασμός είναι που θα επιτρέψει στους μαθητές να έχουν και τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο. Σας παρουσιάζουμε μερικούς τρόπους για να κάνετε το διάβασμά σας πιο αποδοτικό μετά το σχολείο.
Όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο
Αφού επιστρέψετε από το σχολείο και φάτε μεσημεριανό, μην αφήσετε ανεκμετάλλευτο το χρόνο σας. Δεν αξίζει να πετάξετε παραγωγικές ώρες όσο το μυαλό σας θα είναι σε εγρήγορση. Για το λόγο αυτό, φροντίστε να ξεκουραστείτε για μικρό χρονικό διάστημα από το φόρτο της ημέρας και να ξεκινήσετε απευθείας το διάβασμα.
Εκμεταλλευτείτε τα μικρά διαστήματα
Κατά τη διάρκεια της αναμονής σε διάφορες δραστηριότητές σας, μπορείτε να καλύψετε μέρος των εργασιών. Το να έχετε μαζί σας βιβλίο την ώρα που περιμένετε για παράδειγμα το λεωφορείο μπορεί
να φανεί πολύ χρήσιμο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που σύμφωνα με έρευνες, ο εγκέφαλος λειτουργεί πιο γρήγορα σε μικρά χρονικά διαστήματα μελέτης.
Αφήστε τους αντιπερισπασμούς στην άκρη
Εάν πάρετε απόφαση να διαβάσετε σοβαρά καλό θα ήταν να κλείσετε κινητά τηλέφωνα, τηλεοράσεις και λοιπές ηλεκτρικές συσκευές. Όλα αυτά σίγουρα θα σας τραβήξουν την προσοχή και θα καταναλώσουν μέρος από τον πολύτιμό σας χρόνο.
Βάλτε χρονικά περιθώρια
Το να θέσετε χρονικά όρια για την ολοκλήρωση της μελέτης σας, μπορεί να τονώσει το πείσμα και τον εγωισμό σας. Είναι βέβαιο, πως θα αποτελέσει κίνητρο για να διαβάσετε με περισσότερη διάθεση. Είναι σημαντικό όμως να διαβάσετε προσηλωμένοι,  χωρίς τα λεγόμενα «πασαλείμματα» απλά για να είστε γρήγοροι.
Φροντίστε το χώρο σας
Ένα καθαρό γραφείο αποτελεί σίγουρα πιο ευχάριστο περιβάλλον για να διαβάσετε. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι πιθανό να συναντήσετε πολλά πράγματα που θα σας αποδιοργανώσουν και θα σας καθυστερήσουν.
Κάντε σωστή οργάνωση
Για να διαβάσετε όσο το δυνατόν συντομότερα φροντίστε να μην αφήνετε στη μέση ημιτελή μαθήματα. Συγκεκριμένα αναλάβετε να τελειώνετε ένα μάθημα τη φορά και στη συνέχεια να προχωράτε στο επόμενο.
Κάντε μικρά διαλείμματα
Πρόκειται ίσως για τη σημαντικότερη συμβουλή. Το μυαλό κουράζεται μετά από αρκετό χρονικό διάστημα πάνω από τα βιβλία. Όπως προαναφέραμε είναι αποδοτικότερα τα μικρά χρονικά διαστήματα μελέτης. Επικεντρωθείτε σε 25-35 λεπτά ποιοτικού διαβάσματος καθώς με τον τρόπο αυτό η μνήμη και η συγκέντρωσή σας θα λειτουργήσουν καλύτερα.
flowmagazine.gr
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα
Έγγραφο 51/13-5-2014 του Σχολικού Συμβούλου Αγγλικών της ΔΔΕ Φλώρινας
Άρθρο 10/Π.Δ. 465/1981
Επιλογή θεμάτων των γραπτών εξετάσεων
Παρ. 2. Στο μάθημα της ξένης γλώσσας ζητείται από τους μαθητές :
α) Η απάντηση σε 4 ερωτήσεις με τις οποίες ελέγχεται η κατανόηση του περιεχομένου διδαγμένου κειμένου, που δίνεται πολυγραφημένο ή γραμμένο στον πίνακα και αποτελείται από 70 – 100 λέξεις στην Α’ τάξη και από 100 – 130 λέξεις στις Β’ και Γ’ τάξεις.
β) Η απάντηση σε 4 παρατηρήσεις, μέσα ή έξω από το κείμενο, σχετικές με τη γραμματική και τη σύνταξη της Ξένης Γλώσσας. Κάθε παρατήρηση αναφέρεται σε διαφορετικό γραμματικό ή συντακτικό
φαινόμενο, μπορεί να αναλύεται σε 2 – 3 ερωτήσεις και είναι του τύπου : συμπλήρωση ή τροποποίηση φράσεων ή προτάσεων ή μικρών παραγράφων αντικατάσταση λέξεων ή φράσεων σε προτάσεις.
Οι ερωτήσεις – παρατηρήσεις είναι του επιπέδου των γνώσεων των μαθητών και διανέμονται σ’ αυτούς πολυγραφημένες ή αναγράφονται στον πίνακα.
γ) Από τους μαθητές της Β’ και Γ’ τάξεως στη γραπτή αυτή ανεξέταση ζητείται επιπλέον η γραφή καθ’ υπαγόρευση διδαγμένου κειμένου 50 – 70 λέξεων για τον έλεγχο της ορθογραφίας. Από τα παραπάνω αντικείμενα της ανεξετάσεως η κάθε ερώτηση – παρατήρηση στην Α’ τάξη βαθμολογείται με μονάδες 0 – 2 1/2.
Στις Β’ και Γ’ τάξεις κάθε ερώτηση – παρατήρηση βαθμολογείται με μονάδες 0 – 2 και η ορθογραφία με μονάδες 1 – 4.
Κανένα γραπτό δε βαθμολογείται με βαθμό κάτω από το 1.
Δείτε εδώ το έγγραφο
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ανακοινώνει τη χορήγηση, κατόπιν επιλογής, δύο (2) υποτροφιών από τα έσοδα του κληροδοτήματος «Κων/νου Κατσέα» για μαθητές  Γυμνασίου που διακρίνονται για το ήθος και την επίδοσή τους στις σπουδές τους και να πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:
1)    είναι ελληνικής ιθαγένειας ή καταγωγής
2)    φοιτούν σε οποιαδήποτε τάξη Γυμνασίου με την προοπτική να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε Τεχνικά Επαγγελματικά Λύκεια και Τεχνικές Σχολές Μέσης Εκπαίδευσης των Νομών Θεσσαλονίκης ή Κιλκίς
3)    είναι οικονομικά αδύναμοι
4)    κατάγονται  (από πατρικής ή μητρικής πλευράς) από τις παραμεθόριες περιοχές του Ν. Κιλκίς και κατά προτίμηση από τη Γευγελή (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας)
Το ποσό της υποτροφίας ανέρχεται στο ύψος των  διακοσίων πενήντα   (250,00) ευρώ  το μήνα για κάθε έναν υπότροφο και προκαταβάλλεται κάθε μήνα, στην αρχή του μήνα, μέσω της Εθνικής
Τραπέζης της Ελλάδος σε βάρος του προϋπολογισμού του κληροδοτήματος Κων/νου Κατσέα.
Η  υποτροφία θα χορηγείται για δώδεκα (12 ) μήνες  το χρόνο (δηλ. και για τους μήνες των διακοπών) εφόσον ο υπότροφος θα υποβάλλει πιστοποιητικό προαγωγής του από την προηγούμενη στην επόμενη τάξη του Γυμνασίου όπως και υπεύθυνη δήλωση  ότι θα εξακολουθήσει τις σπουδές τους και κατά το επόμενο σχολικό έτος. Η καταβολή της υποτροφίας αναστέλλεται κατά τους μήνες των διακοπών μόνο εάν ο υπότροφος παραπεμφθεί για επανεξέταση κατά το μήνα Σεπτέμβριο οπότε θα καταβληθεί εφόσον προσκομίσει πιστοποιητικό προαγωγής του.
Η υποτροφία  θα αρχίσει από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 2013-2014 (δηλ. από 1/9/2013) και θα διαρκέσει μέχρι τέλους των κανονικών σπουδών του υποτρόφου στο Σχολείο φοίτησης,  εφόσον  αυτός  δεν θα παραβεί τους όρους του συμβολαίου της υποτροφίας του.
Η υποτροφία θα συνεχίζεται για το επόμενο σχολικό έτος, εφόσον ο υπότροφος προσκομίσει πιστοποιητικό από το οποίο θα αποδεικνύεται η καλή διαγωγή του και η προαγωγή του στην επόμενη τάξη συνοδευόμενο από δύο  τουλάχιστον συστατικές επιστολές  διδασκόντων του Σχολείου φοίτησής του  για το ήθος του.
Η υποτροφία θα συνεχίζεται περαιτέρω  (μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο) εφόσον ο υπότροφος θα φοιτήσει σε Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο ή Τεχνική Σχολή Μέσης Εκπαίδευσης του Νομού Θεσσαλονίκης ή του Νομού Κιλκίς. Διαφορετικά η υποτροφία θα διακόπτεται με την αποφοίτηση του υποτρόφου από το Γυμνάσιο.
Η επιλογή των υποτρόφων θα γίνει αρχικά από τον Πρύτανη του Α.Π.Θ. με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις χορήγησης της υποτροφίας.
Η ανακήρυξη των υποτρόφων θα γίνει από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης.
Η απόφαση επιλογής των υποτρόφων από τον Πρύτανη θα αναρτηθεί στις πινακίδες ανακοινώσεων του Τμήματος Κληροδοτημάτων και ηλεκτρονικά στη διεύθυνση  www.klirodotimata.web.auth.gr.
Από την ημερομηνία της παραπάνω ανάρτησης και μέσα σε διάστημα δέκα (10) ημερών γίνονται δεκτές τυχόν ενστάσεις κατά του αποτελέσματος της επιλογής.
Σε περίπτωση πολλών υποψηφίων οι οποίοι συγκεντρώνουν τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις για τη χορήγηση της υποτροφίας, για την εκλογή των υποτρόφων θα διενεργηθεί δημόσια κλήρωση.
Η απόφαση διορισμού του υποτρόφου θα κοινοποιηθεί σε αυτόν ή στον κηδεμόνα του  (εφόσον ο υποψήφιος είναι ανήλικος)  με σκοπό την προσέλευση  στο Α.Π.Θ.  για  την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου της υποτροφίας.
Όσοι ενδιαφέρονται για τη χορήγηση των παραπάνω υποτροφιών θα πρέπει να καταθέσουν  οι ίδιοι ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τους (εφόσον οι υποψήφιοι είναι ανήλικοι) αίτηση – υπεύθυνη δήλωση  (το έντυπο χορηγείται) στο Τμήμα Κληροδοτημάτων του Α.Π.Θ. - 2ος όροφος κτιρίου «Κ. Καραθεοδωρής» ( Διοίκησης ) γραφείο 211, τηλέφωνα 2310/ 99-5214/7250 ΦΑΞ: 99-5213 - του Αριστοτελείου  Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μέχρι 20-06-2014 συνοδευόμενη από τα παρακάτω δικαιολογητικά :
1)    Πιστοποιητικό ελληνικής ιθαγένειας ή καταγωγής και ηλικίας κάτω των 36 ετών
2)    Πιστοποιητικό εγγραφής και  φοίτησης στο Γυμνάσιο
3)    Εκκαθαριστικό σημείωμα ( το πιο πρόσφατο ) ή αντίγραφο αυτού, φόρου εισοδήματος της οικογενείας του υποψηφίου και του ιδίου του υποψηφίου εφόσον διαθέτει εισόδημα ή έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης. Σε περίπτωση που ο υποψήφιος δεν υποβάλει φορολογική δήλωση, θα πρέπει να προσκομίσει βεβαίωση της εφορίας ότι δεν έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης.
4)    Αντίγραφο Δήλωσης στοιχείων ακινήτων οικογενείας του υποψηφίου και του ιδίου ή αντίγραφο αυτού  που έχουν υποβληθεί   με το έντυπο Ε9 συνοδευόμενη από Υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986 ότι τα στοιχεία είναι αληθινά
5)    Εκκαθαριστικό σημείωμα ή αντίγραφο αυτού, Ενιαίου Τέλους Ακινήτων φυσικών προσώπων ( ΕΤΑΚ) και έκτακτης εισφοράς
6)    Πιστοποιητικό καταγωγής  από παραμεθόρια  περιοχή του Ν. Κιλκίς  και κατά προτίμηση από τη  Γευγελή (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας)
7)    Δύο τουλάχιστον συστατικές επιστολές αρμοδίων προσώπων για το ήθος του υποψηφίου και την επίδοσή του στις σπουδές του (από το Συμβούλιο διδασκάλων του Δημοτικού Σχολείου αποφοίτησης και από το Σύλλογο Καθηγητών του Γυμνασίου φοίτησης)
Η αίτηση που θα καταθέσει ο υποψήφιος ή ο νόμιμος εκπρόσωπός του (εφόσον ο υποψήφιος είναι ανήλικος) που επέχει και τη θέση υπεύθυνης δήλωσης ότι δεν έλαβε ούτε λαμβάνει άλλη υποτροφία για τις ίδιες σπουδές από άλλη κληρονομία, κληροδοσία ή δωρεά και ότι δεν έχασε από δική του υπαιτιότητα υποτροφία που του χορηγήθηκε προηγούμενα.
Για τους ανήλικους υποψηφίους οι σχετικές δηλώσεις, αιτήσεις κ.λ.π. θα υπογράφονται από τον κηδεμόνα τους.
Σημείωση:  Με την επιφύλαξη  του άρθρ. 80 του Ν. 4182/10-09-2013  περί ειδικών –μεταβατικών  και τελικών διατάξεων.   
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα
Μέχρι και τις 24/5 θα πρέπει όσοι ενδιαφέρονται για εργασία στις παιδικές κατασκηνώσεις του Δήμου Τρίπολης να καταθέσουν τις αιτήσεις τους.
Συγκεκριμένα ο Δήμος Τρίπολης προχώρησε στην ανακοίνωση πρόσκλησης για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 17-6-2013 έως και 11-8 2013, συνολικά τριάντα (30) ατόμων για τις ανάγκες λειτουργίας των παιδικών κατασκηνώσεων του Δήμου στο Παράλιο Άστρος Συγκεκριμένα:
Ενός (1) εκπαιδευτικού ως αρχηγού. Θα επιλεγεί κατά προτεραιότητα απόφοιτος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, σχολής Φυσικής Αγωγής με κτήση πτυχίου τουλάχιστον από πενταετίας, ελλείψει δε αυτού πτυχιούχος παιδαγωγικών σχολών, επίσης με κτήση πτυχίου τουλάχιστον από πενταετίας.

Πέντε (5) καθηγητών Φυσικής Αγωγής, ελλείψει δε αυτών φοιτητών Φυσικής Αγωγής.Για τη μία από τις παραπάνω θέσεις θα προτιμηθούν καθηγητές που έχουν πιστοποίηση ναυαγοσώστη, ελλείψει δε αυτών φοιτητές Φυσικής Αγωγής με την αντίστοιχη πιστοποίηση.
Δώδεκα (12) ομαδαρχών.
Θα προτιμηθούν πτυχιούχοι παιδαγωγικών, φιλοσοφικών, θεολογικών, ιστορικών και θετικών επιστημών, ελλείψει δε αυτών φοιτητές των ανωτέρω σχολών
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν την αίτησή τους με τα σχετικά δικαιολογητικά στο Δήμο Τρίπολης έως και 24 Μαΐου 2013
Πληροφορίες: Καλογεράς Δημήτριος Τηλ: 2713-600431
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα
 
Η μετάφραση που ακολουθεί έχει αντληθεί από το βιβλίο "Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ" του εκδοτικού οίκου ΛΙΒΑΝΗ, σε μετάφραση ΒΑΝΕΣΣΑ Α. ΛΑΠΠΑ
 
Τα τελευταία οχυρωματικά έργα
Ο Φλαντανελάς
Η διέλευση των πλοίων από το Γαλατά
Τα λαγούμια και η γέφυρα
Η τελευταία επίθεση και η άλωση
Τα μετά την άλωση
 
Καθώς η τύχη θέλησε να βρεθώ σ’ ετούτη τη δύσμοιρη πόλη, πήρα την απόφαση να κρατήσω γραπτή αναφορά όλων των γεγονότων που ακολούθησαν, στη μάχη που
έδωσε ο Τούρκος μπέης Μωάμεθ γιος του Μουράτ στην προσπάθειά του να
εκπορθήσει την Κωνσταντινούπολη. Θέλοντας δε να εξηγήσω με κάθε λεπτομέρεια με ποιο τρόπο την κυρίεψε, θα σας διηγηθώ πρώτα από πού ξεκίνησε ο πόλεμος των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων και, στη συνέχεια, με τη σειρά, θα παρακολουθήσετε
όλες τις μάχες που διεξήχθησαν μέρα τη μέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος της
βάναυσης και μαρτυρικής κατάλυσης της Πόλης.
Το Μάρτιο του 1452, ο Τούρκος μπέης Μωάμεθ έδωσε διαταγή να κατασκευαστεί ένα
πολύ όμορφο φρούριο έξι μίλια μακριά από την Κωνσταντινούπολη, απέναντι από το στόμιο της Μαύρης Θάλασσας, το οποίο διέθετε δεκατέσσερις πύργους, από τους οποίους οι πέντε κύριοι καλύπτονταν με μολύβι και ήταν πανύψηλοι και ογκώδεις. Για να κατασκευάσει αυτό το κάστρο, ο Τούρκος ξεκίνησε από την Καλλίπολη με έξι πολεμικές γαλέρες, 18 φούστες και 16 παρανταρίες και κατέπλευσε στα ύδατα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο τόπος που διάλεξε ήταν έξι μίλια μακριά από την Πόλη, από τη μεριά της Ελλάδας, απέναντι από το παλιό Κάστρο. Η ανέγερση αυτού του φρουρίου ολοκληρώθηκε στα τέλη του Αυγούστου του 1452, και ο μόνος λόγος που κατασκευάστηκε ήταν για να κυριευτεί η Κωνσταντινούπολη.
Ο αυτοκράτορας, ο οποίος φοβόταν τον Τούρκο εχθρό του, κάθε μέρα έστελνε δώρα στον Τούρκο
που κατασκεύαζε το κάστρο και κάθε μέρα έστελνε πρεσβείες, κι όλα αυτά τα έκανε από φόβο. Όταν οι εργασίες αποπερατώθηκαν, μέσα στον Αύγουστο του 1452, εκείνος παρακρατεί μέσα στο κάστρο τους δύο πρέσβεις του αυτοκράτορα και διατάζει να τους αποκεφαλίσουν. Αυτό το φέρσιμό του έγινε αιτία να ξεσπάσει ο πόλεμος του Τούρκου κατά των Ελλήνων. Μετά απ’ αυτό, ο Τούρκος με 50.000 άντρες περίπου έρχεται και στρατοπεδεύει έξω από την Κωνσταντινούπολη και μένει στο στρατόπεδο μόνο τρεις μέρες, ο δε στόλος του επιστρέφει για να παροπλιστεί στην Καλλίπολη και φτάνει εκεί στις 6 Σεπτεμβρίου. Το ίδιο έκαναν και εκείνοι που είχαν πάει διά ξηράς. Αυτό το κάστρο που ανέφερα ήταν πολύ καλά οχυρωμένο από την πλευρά της θάλασσας και με κανένα τρόπο δεν κινδύνευε να κυριευτεί, γιατί διέθετε πάρα πολλές βομβάρδες στην ακτή και πάνω στα τείχη. Κι από τη στεριά όμως ήταν ισχυρό, αλλά όχι τόσο όσο από τη θάλασσα. Το πρώτο βλήμα που ξαπόστειλε η μεγάλη βομβάρδα του κάστρου βύθισε το πλοίο του Αντωνίου Ρίζου που ερχόταν από τη Μαύρη Θάλασσα και ο καπετάνιος του δεν ήθελε να καλάρει και ήταν φορτωμένο με κριθάρι το οποίο προοριζόταν για επικουρία της Κωνσταντινούπολης. Αυτό συνέβη στις 26 Νοεμβρίου του 1452. 0 κύριος του πλοίου πιάστηκε στη θάλασσα και τον έστειλαν στην Αδριανούπολη αυθέντη Τούρκο— κι εκείνος τον φυλάκισε και μετά πάροδο 14 ημερών διέταξε να τον θανατώσουν δι’ ανασκολοπισμού. Έναν άλλον, που ήταν γιος του κυρ Δομήνικου ντι Μαΐστρι και ήταν βοηθός του γραμματικού του πλοίου, τον έκλεισε στο σεράι του. Μερικούς ναύτες τούς άφησε ελεύθερους γιατί έπρεπε να έρθουν στην Κωνσταντινούπολη. Άλλους διέταξε να τους διχοτομήσουν. Πριν ακόμα θανατωθεί ο Αντώνιος Ρίζος, ο Βάιλος της Κωνσταντινούπολης έστειλε τον κυρ Φαμπτρούτσι Κόρνερ, πρέσβη στον Τούρκο, για να τον παραλάβει. Δεν μπόρεσε όμως να πετύχει τίποτα, γιατί ο αυθέντης Χαν είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει δι’ ανασκολοπισμού.
Ο κυρ Φαμπρούτσι Κόρνερ, ο οποίος διετέλεσε πρέσβης της Αδριανούπολης, γύρισε πίσω στην Πόλη με τη γαλέρα του άρχοντα Γαβριήλ Τριβιζάνου. Το γεγονός αυτό έγινε αιτία εκείνος που είχε ανοίξει πόλεμο κατά των Ελλήνων, να ανοίξει τώρα πόλεμο και εναντίον ημών, των Βενετζιάνων. Μέσα στον Ιανουάριο του 1453, ο Τούρκος αρχίζει τις προετοιμασίες για να έρθει να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη και συγκεντρώνει μεγάλο στρατό για να πολιορκήσει αυτή τη βασανισμένη και καταταλαιπωρημένη πόλη, τόσο από τη στεριά όσο και από τη θάλασσα. Το Φεβρουάριο του 1453, άρχισε να στέλνει τις βομβάρδες του έξω από την Κωνσταντινούπολη με τη συνοδεία 10.000 Τούρκων. Τον ίδιο μήνα, οι Έλληνες έκαναν περιπολίες με 3 φούστες, με φορεσιές και σημαία τουρκική, και προξενούσαν μεγάλες ζημιές στη χώρα του Τούρκου. Ανάμεσα στ’ άλλα, αιχμαλώτιζαν αρκετούς Τούρκους και τους οδηγούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι, εξοργισμένοι με τους Έλληνες, βλαστημούσαν κι ορκίζονταν να τους αφανίσουν. Αυτές τις μέρες, φτάνει εδώ ο άρχοντας Γαβριήλ Τριβιζάνος, υποπλοίαρχος δύο γρήγορων γαλερών, καπετάνιος στη μία από τις οποίες ήταν ο κυρ Ζαχαρίας Γκριόνι, ο ιππότης. Αυτές τις δύο γαλέρες είχε στείλει η Σύγκλητος της Βενετίας, για να συνοδεύσουν από τη Βενετία τις τρεις εμπορικές γα λέρες που έρχονταν από την Τάνα, φέρνοντας εφόδια στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από πάροδο λίγων ημερών, προστίθεται σ’ αυτές ένα εμπορικό πλοίο που ερχόταν από τη Γένουα, με Γενουάτες, το οποίο μετέφερε τριάντα έξι χιλιάδες λαμπάδες και τον καρδινάλιο της Ρωσίας που έστελνε ο πάπας με σκοπό να γίνει η Ένωση. Ο πάπας του είχε δώσει συνοδεία 200 άντρες, τοξότες και πετροβολιστές, για να υποστηρίξουν την Κωνσταντινούπολη. Τον ίδιο μήνα έρχονται από την Κάντια οχτώ πλοία φορτωμένα με μολόχα για να βοηθήσουν την πόλη. Τέλος, τη 10η Νοεμβρίου έρχονται δύο μεγάλες γαλέρες από την Κάφα και όταν φθάνουν μπροστά στο Κάστρο του Τούρκου, πλησίστιες, σι Τούρκοι αρχίζουν να φωνάζουν: Κάλα, καπετάνιο, για το καλό σου. Και όσο σι γαλέρες συνέχιζαν πλησίστιες τόσο οι Τούρκοι φώναζαν: Κάλα τα πανιά, καπετάνιο! Αυτή τη φορά, ο καπετάνιος αρχίζει να καλάρει, αλλά σταματάει. Κι όλοι οι Τούρκοι του φώναζαν: Κάλα, καπετάνιο, μέχρι κάτω! Όταν είδαν ότι εκείνος δεν υπάκουε, άρχισαν να βάλλουν εναντίον του με τις βομβάρδες τους και πολλούς σκοπευτές και αμέτρητα τόξα, έτσι ώστε νόμιζε κανείς ότι διέθεταν αρκετούς άντρες. Κι όταν ο καπετάνιος είδε πως είχαν τόσους άντρες, άρχισε να υποστέλλει τα ιστία ως κάτω, κι έτσι σώθηκε. Βλέποντάς τον, οι Τούρκοι σταμάτησαν να βομβαρδίζουν και οι δυο γαλέρες συνέχισαν προς την Κωνσταντινούπολη.
Όταν οι γαλέρες Πέρασαν από το κάστρο και οι Τούρκοι δεν τις έφταναν πια με τις βομβάρδες τους, ο καπετάνιος σήκωσε αμέσως τα πανιά κι έτσι σώθηκαν. Καπετάνιος ήταν ο κυρ Ιερώνυμος Μορεζίνης του κυρ Βερνάρδου. Ο καπετάνιος έφτασε σώος στην Κωνσταντινούπολη και όλοι δοκιμάσαμε μεγάλη ανακούφιση αντικρίζοντας αυτές τις δύο γαλέρες. Αυτό συνέβη στις 10 Νοεμβρίου.
 
Στις 2 Δεκεμβρίου, η γαλέρα από την Τραπεζούντα κατέπλευσε στο στόμιο της Μαύρης Θάλασσας και, μόλις πρόβαλε στο στενό, αγκυροβόλησε μπροστά στο κάστρο που ανήκε στους Τούρκους. Καθώς ήταν αγκυροβολημένη, λοιπόν, έρχονται 12 τούρκικες φούστες, οι οποίες είχαν αναχωρήσει από το κάστρο εκείνο το καινούριο που είχε χτιστεί, και συγκεντρώνονται γύρω της σαν φίλοι. Εκείνοι που βρίσκονταν πάνω στη γαλέρα τις υποδέχονται σαν φίλους, και ακόμα προσφέρουν στον καπετάνιο τους ένα όμορφο δώρο. Μόλις όμως εκείνος το πήρε στα χέρια του, αμέσως το πέταξε στη θάλασσα με μανία, γιατί νόμιζε πως του άξιζε καλύτερο δώρο. Μετά απ’ αυτό, μαζί με τις φούστες του τραβά στο καινούριο κάστρο και ζητά από το φρούραρχο να συλλάβει τη γα λέρα. Βλέποντας πόσο εξοργισμένος ήταν ο Τούρκος καπετάνιος, οι άντρες της γαλέρας, που ήταν μυαλωμένοι, αποφάσισαν να ακολουθήσουν αργά τις τούρκικες φούστες. Κι όταν εκείνες έφτασαν στο Κάστρο, ο καπετάνιος τους κατέβηκε στη στεριά για να πάει στο φρούραρχο να ζητήσει, όπως σας είπα πριν, να συλλάβει τη γαλέρα. Τότε, όμως, οι άντρες της γαλέρας δε σταμάτησαν, αλλά, κωπηλατώντας γρήγορα, συνέχισαν προς την Κωνσταντινούπολη. Κι όταν φτάσαμε μπροστά στο κάστρο, αρχίσαμε να τους χαιρετούμε σαν φίλοι, σηκώνοντας ψηλά τα κουπιά, ηχώντας τις σάλπιγγες και πανηγυρίζοντας. Στον τρίτο χαιρετισμό, είχαμε ήδη προσπεράσει το κάστρο και, ήδη, το ίδιο το ρεύμα μας οδηγούσε μέσα στο λιμάνι της Πόλης. Από τη χαρά και την αγαλλίαση που πλημμύριζε τις καρδιές όλων μας, έχοντας περάσει το στενό εκείνου του κάστρου που ήταν άκρως επικίνδυνο, σι ναύτες μας συνέχιζαν να κωπηλατούν με όλη τους τη δύναμη. Πάντως, ολόκληρη η γα λέρα ήταν καλά εξοπλισμένη και πανέτοιμη να δώσει και μάχη, αν χρειαζόταν. Αυτό συνέβη στις 4 Δεκεμβρίου, όταν εκείνη έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Πλοίαρχος της γαλέρας ήταν ο κυρ Ιάκωβος Κόκος, ο μεγάλος.
 
Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η Ένωση στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, με πολύ μεγάλη επισημότητα του κλήρου, όπου παρίστατο ο αιδεσιμότατος καρδινάλιος της Ρωσίας, ο οποίος ήταν ο λεγάτος του πάπα. Επιπλέον, παρίστατο ο γαληνότατος αυτοκράτορας με όλη την ακολουθία των αυλικών του και όλος ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Εκείνη την ημέρα χύθηκαν πολλά δάκρυα σ’ αυτήν την πόλη. Η Ένωση όριζε ότι (όλοι οι χριστιανοί) θα είμαστε ενωμένοι —όπως εμείς σι Φράγκοι— και δε θα υπήρχε πλέον σχίσμα στην Εκκλησία. Κοινός θα ήταν ο κανόνας και κοινή η πίστη και θα λειτουργούμαστε εμείς στις εκκλησίες εκείνων κι εκείνοι, δηλαδή οι Γραικοί, στις δικές μας, τις λατινικές.
Στις 13 Δεκεμβρίου αποφασίστηκε να παραμείνουν οι μεγάλες γαλέρες του λεγάτου για να υποστηρίξουν την Κωνσταντινούπολη. Αυτή η απόφαση πάρθηκε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, όπου παρευρίσκονταν ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος της Ρωσίας, ο επίσκοπος Λέσβου όλοι ο αυλικοί του αυτοκράτορα, όλοι οι ευγενείς από τα άλλα έθνη και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αυτής της πόλης. Όλοι δε έλεγαν με μία φωνή: «Αν αυτές οι γαλέρες των Ενετών αποπλεύσουν από τη χώρα μας, καθώς κι αυτά τα πλοία που τυχαίνει να βρίσκονται μέσα στο λιμένα, την επόμενη ώρα θα μας κυριεύσουν οι Τούρκοι». Και μετά από αυτό το επιχείρημα, ο αυτοκράτορας πήγε να συσκεφθεί με τους συγκλητικούς του και το ίδιο έκαναν όλοι οι άλλοι. Αυτή την ημέρα δεν ελήφθη άλλη απόφαση, παρά μόνο έγιναν συζητήσεις. […]
 
 
 
 
[13 Μαρτίου 1453] Τα τελευταία οχυρωματικά έργα
 
Βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι ο Τούρκος θα ερχόταν να πολιορκήσει αυτή την κακότυχη πόλη και ότι έπρεπε όλα τα χερσαία τείχη να είναι απροσπέλαστα και φαρδιά, δέκα με δώδεκα πόδια από τη βάση τους, κι ακόμα βλέποντας ότι το ανάκτορό του ήταν εξαιρετικά επιρρεπές χωρίς μεσοτείχιο και χωρίς τάφρο, αποφασίζει να λάβει μέτρα και να ενισχύσει την οχύρωση του ανακτόρου, ώστε σε περίπτωση που θα ερχόταν ο Τούρκος να μην μπορέσει να προκαλέσει καμιά ζημιά. Γι’ αυτόν το σκοπό, ο αυτοκράτορας ζήτησε από τον πλοίαρχο των γαλερών της Τάνας να του κάνει τη χάρη να πάει με τα πληρώματά του στο παλάτι και να ανοίξει μια τάφρο, για να το οχυρώσει. Να τη σκάψει δε τόσο βαθιά, ώστε να είναι οχτώ πόδια και περισσότερο πάνω από τα εκατό. Και ο πλοίαρχος απαντά στον αυτοκράτορα: «Θα το πράξω με μεγάλη ευχαρίστηση, πρώτα για την τιμή του Κυρίου και την τιμή όλης της χριστιανοσύνης, αλλά και σαν ένδειξη υπακοής στην αυτοκρατορία σας, την οποία οι Τούρκοι θέλουν να κυριεύσουν. Γι’ αυτό το λόγο, πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος, θα ξεκινήσω με τις γαλέρες μου και θα πάω στο Κυνήγιον. Όταν δε φθάσουμε εκεί, θα κατεβούμε όλοι στη στεριά και θα σκάψουμε, όσο πιο καλά μπορεί ο καθένας το κομμάτι του». […]
 Την 5η του μήνα Απριλίου, την πρώτη ώρα της ημέρας, ο μπέης Μωάμεθ έρχεται με εκατόν εξήντα περίπου χιλιάδες Τούρκους και στρατοπεδεύει δυόμισι περίπου μίλια μακριά από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Στις 6 του ίδιου μήνα, ο Τούρκος σουλτάνος φθάνει με τους μισούς άντρες του σε απόσταση ενός μιλίου από τα χερσαία τείχη.
Στις 7 του ίδιου μήνα, ο Τούρκος αυθέντης φθάνει με μεγάλο μέρος του στρατού του, ένα τέταρτο του μιλίου μακριά από τα προαναφερθέντα τείχη και στρατοπεδεύει σ’ όλο το μήκος των χερσαίων τειχών, που είναι έξι μίλια, από τη Χρυσή Πύλη μέχρι την Πύλη του Κυνηγού. […]
 Στις 11 Απριλίου, ο Τούρκος αυθέντης στήνει τις βομβάρδες του αντίκρυ στα χερσαία τείχη, στα πιο ασθενή σημεία της στεριάς, για να επιτύχει καλύτερα το σκοπό του. Οι βομβάρδες αυτές τοποθετήθηκαν σε τέσσερα σημεία. Πρώτα έστησε τρεις βομβάρδες απέναντι από το παλάτι του γαληνότατου αυτοκράτορα, έπειτα τρεις άλλες τις τοποθέτησε μπροστά στην Πύλη της Πηγής, άλλες δυο τις έβαλε απέναντι από τη Χαρισία Πύλη και άλλες τέσσερις στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, την πιο ασθενή απ’ όλες. Ο λίθος που εκσφενδόνιζε μια από εκείνες τις βομβάρδες, που ήταν στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, ζύγιζε τουλάχιστον χίλιες διακόσες λίβρες και ήθελε λίθο δεκατριών τετάρτων. Αναλογιστείτε λοιπόν τι τρομερό πλήγμα θα προκαλούσε όπου έπεφτε. Στη δεύτερη βομβάρδα η πέτρα ζύγιζε οχτακόσιες λίβρες κι έπαιρνε πέτρα εννέα τετάρτων. Αυτές οι δυο βομβάρδες είναι οι πιο μεγάλες που διέθετε ο σκύλος Τούρκος. Οι άλλες ήταν πιο λογικές, από πεντακόσιες μέχρι διακόσιες λίβρες και λιγότερο ακόμα. […]
 Στις 18 Απριλίου, μεγάλο πλήθος Τούρκων πλησίασε στα τείχη, κι αυτό συνέβη στις δύο η ώρα τη νύχτα. Η συμπλοκή κράτησε μέχρι τις έξι τη νύχτα και κατά τη διάρκειά της σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι. Όταν οι Τούρκοι πλησίασαν στα τείχη, ήταν σκοτάδι και γι’ αυτό ήρθαν για να επιτεθούν στους δικούς μας εξ απροόπτου. Μη με ρωτήσετε όμως με πόσες φωνές ήρθαν στα τείχη και με πόσους τυμπανισμούς, για να φαίνεται ότι ήταν περισσότεροι απ’ όσους πραγματικά είχαν έρθει. Μέχρι την Ανατολία ακούγονταν σι αλαλαγμοί τους, που απέχει δώδεκα μίλια από το στρατόπεδό τους. Μέσα σ’ εκείνη την κοσμοχαλασιά, ο άμοιρος και αξιολύπητος αυτοκράτορας άρχισε να θρηνεί, φοβούμενος ότι αυτήν τη νύχτα θα έκαναν γενική επίθεση και εμείς οι χριστιανοί δεν ήμασταν ακόμα έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τέτοιο ενδεχόμενο, γι’ αυτό και ήταν μεγάλη η θλίψη του αυτοκράτορα. Αλλά ο αιώνιος Κύριος ημών δεν ήθελε να υπομείνουμε τη μεγάλη καταστροφή ακόμα. Στις έξι η ώρα, όλες οι αψιμαχίες σταμάτησαν προς μεγάλη αισχύνη των Τούρκων, οι οποίοι είχαν πάθει μεγάλη ζημιά. Οι νεκροί τους ήταν περισσότεροι από διακόσιοι και, με του Θεού τη χάρη, από εμάς δεν είχε πέσει νεκρός κανένας και κανείς δεν είχε πληγωθεί.
 
 
 
Ο Φλαντανελάς
 
Στις 20 Απριλίου την τρίτη ώρα, είδαμε τρεις ολκάδες,που έρχονταν μέσα από τα Δαρδανέλια από τη Δύση, οι οποίες πιστέψαμε ότι έρχονταν από τη Γένουα στην Κωνσταντινούπολη προς επικουρία της πόλης. Και τότε εκδίδει διάταγμα ο γαληνότατος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινούπολης στους Γενουάτες, ότι κάθε πλοίο από τη Γένουα που έρχεται προς βοήθεια της Κωνσταντινούπολης, οποιοδήποτε εμπόρευμα και αν μετέφερε, θα ήταν απαλλαγμένο από κάθε δασμό που όφειλε στον αυτοκράτορα. Καθώς έρχονταν πλησίστια με δροσερή όστρια και πλησίαζαν προς την αλγούσα πόλη, ο Θεός θέλησε, όταν εκείνα τα τέσσερα πλοία έφθασαν μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, να κόψει ο άνεμος και να πέσουν σε μεγάλη μπονάτσα. Όταν λοιπόν έμειναν ακίνητα, η αρμάδα του Τούρκου μπέη Μωάμεθ, εχθρού της χριστιανικής πίστης, που ήταν αγκυροβολημένη στις Κολόνες, ξεκινά με μεγάλο ενθουσιασμό, χτυπώντας δυνατά τα τύμπανα και τις σάλπιγγες και με δυνατές ιαχές και τα πλησιάζει. Κωπηλατούσαν δε με τόσο ζήλο σι Τούρκοι, σαν άνθρωποι αποφασισμένοι να αφανίσουν τον εχθρό τους. Δεν έφτασαν όμως οι προσευχές τους στον Μωάμεθ τους για να τους δώσει νίκη. Οι προσευχές όμως των χριστιανών εισακούσθηκαν από τον αιώνιο Κύριό μας και σ’ αυτήν τη μάχη νικήσαμε εμείς, όπως θα δείτε στη συνέχεια. Καθώς έρχονταν λοιπόν πλησίστια τα τέσσερα πλοία κι έπεσαν σε μπονάτσα, η αρμάδα του Τούρκου ήρθε και τα πλεύρισε. Ο ναύαρχος της αρμάδας του Τούρκου ήταν ο πρώτος που επετέθη με μεγάλη μάλιστα ορμή στην πρύμνη του πλοίου του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και όλη η άλλη αρμάδα επετέθη σαν ... στα τέσσερα πλοία, αλλά όσο διαρκούσε η ναυμαχία, η τουρκική ναυαρχίδα είχε το έμβολό της βυθισμένο στην πρύμνη του πλοίου του γαληνότατου, συνεχίζοντας να δίνει άγρια μάχη. Και όλος όμως ο τουρκικός στόλος αγωνιζόταν κρατερότατα. Το ένα από τα χριστιανικά πλοία είχε πέντε γαλέρες γύρω του, το άλλο τριάντα φούστες, και το άλλο περιστοιχιζόταν από σαράντα παρανταρίες Τόσα πολλά ήταν τα πλεούμενα ώστε τα Δαρδανέλια είχαν σκεπαστεί από τα αρματωμένα σκαριά και μόλις που διέκρινε κανείς το νερό από το στόλο των λυσσασμένων σκύλων. Η μάχη διήρκεσε μόνο δύο με τρεις ώρες και κανένα τα από τα δύο μέρη δε νίκησε. Για τα τέσσερα όμως  πλοία των χριστιανών η δόξα ήταν μεγάλη, γιατί, παρ’ όλο που είχαν πέσει πάνω τους εκατό σαράντα πέντε τουρκικά σκαριά, κατόρθωσαν να τους  ξεφύγουν. Μετά από αυτή την επίθεση, εξαιτίας  της μπονάτσας, ήταν αναγκασμένα να αγκυροβολήσουν και μάλιστα μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, γιατί φοβούνταν ότι η τουρκική αρμάδα θα ερχόταν τη νύχτα να τους επιτεθεί. Όταν όμως έπεσε η νύχτα, εμείς αποφασίσαμε να τους βοηθήσουμε. Στείλαμε λοιπόν τον κυρ Γαβριήλ Τριβιζάνο, υποπλοίαρχο δύο γαλερών και με τη γαλέρα του κυρ Ζαχαρία Γκριόνι, του ιππότη, διάβηκαν την άλυσο του λιμανιού, ξεσηκώνοντας μεγάλο θόρυβο με τις σάλπιγγες και με τις δυνατές φωνές των πληρωμάτων, για να δείξουν στον εχθρό μας  ότι τα πλοία ήταν περισσότερα απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Κάθε γαλέρα είχε δύο ή τρεις τρομπέτες και έδινε την εντύπωση ότι ήταν τουλάχιστον είκοσι γαλέρες. Όταν άκουσαν τόσο θόρυβο οι Τούρκοι, φοβήθηκαν πολύ, κι αυτές οι δύο δικές μας γαλέρες ρυμούλκησαν τα τέσσερα πλοία μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης με ασφάλεια. […]  
 
 
 
 
 
Η διέλευση των πλοίων από το Γαλατά
 
Στις 22 Απριλίου, ο Τούρκος αυθέντης αφού είδε ότι δεν μπορούσε να κάνει κακό από την πλευρά της στεριάς, έχοντας δοκιμάσει με όλες τις δυνάμεις του, ο … λυσσαλέος ειδωλολάτρης κάθεται και σκέφτεται και βρίσκει μέθοδο να περάσει ένα μέρος της αρμάδας του που ήταν αγκυροβολημένη στις Κολόνες, μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, για να μπορέσει έτσι πιο γρήγορα να πετύχει τον καταραμένο σκοπό του. Για να μάθετε δε με ποιο τρόπο το κατόρθωσε αυτό ο σκύλος, θα σας εξηγήσω στη συνέχεια ποια ήταν η μέθοδός του. Αποφασισμένος να κατακυριεύσει την Κωνσταντινούπολη, σκαρφίστηκε να περάσει το στόλο του μέσα στο λιμάνι της πόλης. Έχοντάς τον λοιπόν αγκυροβολημένο στις Κολόνες που ήταν δυο μίλια μακριά, κατεβάζει όλα τα πληρώματα στην ξηρά και δίνει διαταγή να ισοπεδώσουν όλο το βουνό που είναι πάνω από την πόλη του Πέραν, αρχίζοντας από την ακτή, δηλαδή από την άλλη πλευρά, στις Κολόνες όπου ήταν ο στόλος, μέχρι μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, που είναι τρία μίλια. Όταν λοιπόν ισοπέδωσαν το βουνό, οι Τούρκοι έβαλαν πολλά κυρτά φαλάγγια εκεί όπου είχαν ισοπεδώσει, τα οποία είχαν αλείψει πολύ καλά με χοιρινό λίπος. Τότε εκείνος έδωσε εντολή να μεταφέρουν μέρος της αρμάδας του μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Αρχίζουν λοιπόν με μερικές μικρές φούστες και τοποθετούν την πρώτη πάνω στα φαλάγγια κι ένα μεγάλο μέρος Τούρκων αρχίζει να την τραβά και σε λίγο  χρόνο την πέρασαν μέχρι μέσα στο Μανδράκι του Γαλατά. Όταν οι Τούρκοι είδαν ότι αυτή η μέθοδος ήταν αποτελεσματική, συνέχισαν να νεωλκούν κι άλλες από τις μικρότερες φούστες, που είχαν κωπηλατικούς πάγκους δεκαπέντε με είκοσι και είκοσι δύο. Ήταν λοιπόν θέαμα ανείπωτο, όλο εκείνο το σκυλολόι να τραβά τα γολετόβρικα πάνω από το βουνό και να περνάει μ’ αυτόν τον τρόπο μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, εβδομήντα δύο γολετόβρικα και να τα κατεβάζει μέχρι το ναύσταθμο του Πέραν, κι αυτό γιατί οι Τούρκοι είχαν κλείσει ειρήνη με τους Γενουάτες. Όταν και τα εβδομήντα δύο γολετόβρικα ήταν στο Μανδράκι, εκεί τα εξόπλισε, να είναι καλά αρματωμένα και έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο.
Όταν οι άνδρες του στόλου μας αντίκρισαν εκείνα τα πλεούμενα, να μην αμφιβάλλετε ότι φοβήθηκαν πάρα πολύ, ότι μια νύχτα θα έρχονταν να επιτεθούν στην αρμάδα μας ταυτόχρονα με τον τουρκικό στόλο που ήταν στις Κολόνες. Διότι ο δικός μας στόλος ήταν μέσα από την άλυσο, ενώ ο τουρκικός ήταν και μέσα και έξω από την άλυσο. Από την περιγραφή που έκανα μπορείτε να καταλάβετε πόσο μεγάλο κίνδυνο διέτρεχε ο στόλος μας. Επιπλέον, φοβόμασταν τη φωτιά, ότι δηλαδή θα έρχονταν να πυρπολήσουν τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα κατά μήκος της αλύσου. Αναγκαστικά λοιπόν, ολημερίς και ολονυχτίς, όλοι εμείς οι χριστιανοί μέναμε αρματωμένοι κι έχοντας συνεχώς στις ψυχές μας το φόβο των Τούρκων. […]
 
Στις  7 Μαΐου στις τέσσερις η ώρα της νύχτας, έρχονται κάτω από τα χερσαία τείχη τριάντα περίπου χιλιάδες Τούρκοι σε πλήρη στρατιωτική τάξη με μερικές γαλές, έχοντας σαν στόχο να εισέλθουν εξ εφόδου στην πόλη, επειδή εμείς που ήμασταν μέσα στην πόλη δεν πιστεύαμε ότι θα έκανα ακόμα γενική επίθεση. Ο αιώνιος όμως Θεός έδωσε βοήθεια και δύναμη στους δικούς μας οι οποίοι κρατερώς απέκρουσαν τους Τούρκους προς μεγάλο όνειδος των δευτέρων και μεγάλη τους ζημιά, από τους οποίους αρκετοί εφονεύθησαν, σας λέγω ένας μεγάλος αριθμός. […]
 
 
Τη 12η του μηνός Μαΐου την ώρα του μεσονυχτίου, ήρθαν στα τείχη του παλατιού πενήντα χιλιάδες Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη. Αυτά τα σκυλιά, οι Τούρκοι, κατά το έθιμό τους, περικύκλωσαν το παλάτι με εκκωφαντικούς αλαλαγμούς και τύμπανα και ταμπούρλα. Την ίδια νύχτα έκαναν μεγάλη επίθεση στα τείχη του παλατιού, τόσο μεγάλη μάλιστα που η πλειοψηφία εκείνων που βρίσκονταν στη στεριά πίστεψαν ότι αυτή τη νύχτα η πόλη θα χανόταν. Ο ελεήμων όμως Ιησούς Χριστός δεν ήθελε να χαθεί τόσο άνανδρα αυτή τη νύχτα η Πόλη και ακόμα ο Θεός ήθελε να εκπληρωθούν οι προφητείες. Και την προφητεία την είχε κάνει ο Άγιος Κωνσταντίνος, που ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός είχε προφητεύσει ότι η Κωνσταντινούπολη δε θα χανόταν ποτέ μέχρις ότου η σελήνη να μην ανέτελλε σκοτεινή, όντας δηλαδή στο πιάτο της να φαινόταν μόνο η μισή. Με κανένα τρόπο λοιπόν δεν είχε έρθει η ώρα να χαθεί η Πόλη, αλλά ήταν αλήθεια ότι πλησίαζε η άλωσή της καθώς και η δύση της ένδοξης αυτοκρατορίας. [...]
Στις 14 Μαΐου, την τρίτη ώρα, ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να αποσύρουν τα κανόνια που ήταν πάνω στο λόφο του Γαλατά, ενώ ακόμα βομβάρδιζαν το στόλο μας. Οι λίθοι που έριχναν εκείνα τα κανόνια στο στόλο μας μετρήθηκαν και ήταν διακόσιοι δώδεκα τον αριθμό, όλοι δε βάρους διακοσίων λιβρών ή και περισσότερο ο καθένας. Όταν έβγαλαν τα κανόνια από το βουνό του Πέραν, τα εγκατέστησε σε μια τοποθεσία με σκοπό να βομβαρδίσουν μια πύλη που ονομάζεται Κυνήγιον, μια τοποθεσία κοντά στο παλάτι του γαληνότατου αυτοκράτορα. Στο σημείο εκείνο οι Τούρκοι άρχισαν να ρίχνουν μέγα πλήθος λίθων, χωρίς όμως να κατορθώνουν να προξενήσουν κάποια σοβαρή ζημιά. Έπειτα, τα πήραν από εκεί και τα έστησαν στα χερσαία τείχη κοντά στα άλλα, για να βομβαρδίζουν την Πύλη στον Άγιο Ρωμανό, το πιο ασθενές σημείο της στεριάς. Μέρα και νύχτα δε σταματούσαν εκείνα τα κανόνια να βάλλουν εναντίον των άμοιρων τειχών και επιπλέον είχαν γκρεμίσει αρκετό μέρος τους. Εμείς από τη στεριά μέρα και νύχτα επισκευάζαμε καλά τα ρήγματα με ξύλα, φρύγανα, χώμα και άλλα υλικά απαραίτητα γι' αυτήν τη δουλειά, έτσι ώστε τα τείχη να είναι ισχυρά σαν και πρώτα και να μην κινδυνεύουμε από τους Τούρκους. Όμως, σ' εκείνη την πύλη που ήταν πιο βασανισμένη απ' όλες τις άλλες, είχαμε τοποθετήσει για προστασία τριακόσιους άντρες έτοιμους για μάχη και με καλό στρατιωτικό εξοπλισμό, οι οποίοι ήταν όλοι αλλοδαποί και κανένας Έλληνας, γιατί οι Έλληνες της Πόλης ήταν λιγόψυχοι. Αυτοί οι τριακόσιοι άντρες είχαν μαζί τους καλά κανόνια και καλούς σκοπευτές και αρκετές βαλλίστρες και άλλα πολλά γι' αυτό το σκοπό. [...]
 
 
 
 
 
Λαγούμια και γέφυρα
 
Την ίδια μέρα (16 Μαΐου) σημειώθηκε στην ξηρά το ακόλουθο περιστατικό. Οι Τούρκοι είχαν ανοίξει ένα λαγούμι για να μπουν στην Πόλη κάτω από τα τείχη και σήμερα ανακαλύψαμε αυτό το λαγούμι. Οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να το σκάβουν κοντά μισό μίλι μακριά από τα τείχη και ετοιμάζονταν να μπουν υπογείων κάτω από τα θεμέλια της Πόλης. Οι δικοί μας, όμως, στη στεριά άκουσαν τη νύχτα τον κρότο που έκαναν σκάβοντας το λαγούμι, γιατί είχαν ήδη περάσει τα θεμέλια των τειχών. Μόλις λοιπόν άκουσαν το θόρυβο, αμέσως ο Μέγας Δούκας (ο Λουκάς Νοταράς) ανέφερε το γεγονός στο γαληνότατο αυτοκράτορα και του εξήγησε πώς ήταν εκείνη η υπόγεια στοά. Εξεπλάγη τα μέγιστα ο αυτοκράτορας μ' αυτό το πράγμα. Αλλά, ο γαληνότατος αμέσως έλαβε μέτρα για το λαγούμι. Την ίδια μέρα έστειλε να βρουν σ' όλη τη στεριά όλους τους αρχιτεχνίτες που άνοιγαν υπόγειες σήραγγες. Όταν λοιπόν οι μάστορες βρέθηκαν, εστάλησαν όλοι να παρουσιαστούν στο Μέγα Δούκα κα εκείνος τους έβαλε να σκάψουν ένα λαγούμι μέσα στη γη το οποίο θα συναντούσε εκείνο των Τούρκων, και να συναντιόταν λαγούμι με λαγούμι με τρόπο που το δικό μας να έμπαινε στο δικό τους. Οι μάστορές μας έκαναν γρήγορα κι αμέσως έβαλαν φωτιά στο λαγούμι των Τούρκων. Πήρε λοιπόν φωτιά όλη η ξυλεία και κάηκαν οι ξύλινες αντιστηρίξεις και η γη υποχώρησε. Όλοι οι Τούρκοι που βρίσκονταν μέσα έπαθαν ασφυξία ή κάηκαν. Το λαγούμι αυτό βρέθηκε σε μια τοποθεσία που ονομάζεται Καλιγαρία και εκεί έσκαψαν οι Τούρκοι διότι δεν υπήρχαν σταυρώματα. [...]
Στις 18 Μαΐου τη νύχτα, οι Τούρκοι κατασκεύασαν έναν πανέμορφο προμαχώνα, τον τρόπο δε που τον κατασκεύασαν θα πληροφορηθείτε στη συνέχεια. Αυτοί οι Τούρκοι ολονυχτίς βάλθηκαν να δουλεύουν με μεγάλο αριθμό ανδρών και μέσα στην ίδια νύχτα κατασκεύασαν έναν πύργο στο χείλος της τάφρου. Ο πύργος του αυτός υψωνόταν πάνω από το εξωτερικό προτείχισμα των τειχών και βρισκόταν μπροστά σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Χαρισία. Ήταν δε με τέτοια δεξιοτεχνία κατασκευασμένος, ώστε δεν υπήρχε άνθρωπος σ' όλον τον κόσμο που να μπορεί να φανταστεί με ποιο τρόπο ήταν φτιαγμένος. Ποτέ ειδωλολάτρης δεν είχε κατασκευάσει τέτοια και τόση θαυμαστή επινόηση. [...] Αμέσως ο αυτοκράτορας σηκώνεται με όλη την ακολουθία του και πηγαίνει να δει το πολύ περίεργο εκείνο πράγμα και όταν το είδε, όλοι πάγωσαν κι άρχισαν να τρέμουν από φόβο. [...]
Στις 19 Μαΐου, οι ίδιοι πανούργοι και μανιασμένοι Τούρκοι μηχανεύτηκαν και κατασκεύασαν μια γέφυρα που διέσχιζε το λιμάνι, από το Γαλατά μέχρι την πλευρά της Κωνσταντινούπολης, πάνω από το πασσαλόπηγμα. Αυτή η γέφυρα κατασκευάστηκε από πολύ μεγάλα οινοβάρελα σταθερά συνδεδεμένα μεταξύ τους κι από πάνω τους ήταν μακριές ξύλινες τραβέρσες καλά ενωμένες μεταξύ τους, ώστε να δημιουργούν μια πολύ όμορφη και γερή γέφυρα. Τη γέφυρα αυτή ο Τούρκος την κράτησε έτσι έτοιμη, για να μπορέσει να την απλώσει κατά μήκος του λιμανιού την ημέρα της γενικής επίθεσης. Το έκανε δηλαδή για την περίπτωση που θα ήθελε να διασκορπίσει περισσότερους άντρες στη στεριά, όπου τα τείχη είχαν γκρεμιστεί από τα κανόνια του, και να πετύχει γρήγορα το σκοπό του. Αν την τοποθετούσε κατά μήκος του λιμανιού πριν από την τελική μέρα της μάχης, μία και μόνο κανονιά θα την είχε καταστρέψει και θα την είχε διαλύσει, αλλά, όπως είπα, ο Τούρκος δεν την έκανε για άλλο λόγο, παρά μόνο για να διασκορπίσει στρατιώτες στα τείχη. Τελικά, την έστησε μπροστά στην Πύλη του Κυνηγίου, αλλά ποτέ δεν την άπλωσε, επειδή δε χρειάστηκε να το κάνει. [...]
Στη στεριά, όμως, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, (21 Μαΐου) οι δικοί μας ανακάλυψαν μια υπόγεια στοά στην Καλιγαρία, την οποία είχαν ανοίξει οι Τούρκοι κάτω από τα θεμέλια των χερσαίων τειχών για να μπορέσουν κάποια νύχτα να "αναδυθούν" απρόοπτα μέσα στην Πόλη. Η σήραγγα όμως εκείνη δεν ήταν πολύ επίφοβη. Όταν οι δικοί μας την ανακάλυψαν πήγαν να βάλουν μέσα φωτιά. Οι Τούρκοι που ήταν απέξω άκουσαν ότι οι δικοί μας ήθελαν να βάλουν φωτιά κι έτρεξαν κι έβαλαν κι εκείνοι. Έτσι, μεμιάς η σήραγγα πήρε φωτιά κι από τα δυο άκρα. Ήταν όμως δική μας η νίκη και η δόξα και δεν είχαμε να φοβούμαστε άλλο απ' αυτή τη σήραγγα. [...]
Την 22η μέρα του Μαΐου, την ώρα του αποδείπνου, οι δικοί μας ανακάλυψαν μια υπόγεια σήραγγα στην Καλιγαρία... Την ίδια επίσης μέρα ανακαλύψαμε άλλη μια σήραγγα στο ίδιο σημείο της Καλιγαρίας, όπου δεν υπήρχαν σταυρώματα. Αυτή η σήραγγα ήταν λίγο επίφοβη, αλλά, με του Θεού το θέλημα, το έδαφος υποχώρησε από μόνο του και πλάκωσε όλους του Τούρκους που βρίσκονταν από κάτω, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι... Την ίδια επίσης ημέρα, την πρώτη ώρα της νύχτας, εμφανίζεται ένα παράξενο σημάδι στον ουρανό κι εκείνο ήταν που έδωσε στον Κωνσταντίνο, τον τιμημένο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, να καταλάβει ότι η ένδοξη αυτοκρατορία του πλησίαζε στη δύση της, όπως πραγματικά συνέβη. Για να καταλάβετε, θα περιγράψω στη συνέχεια πως ήταν αυτό το σημάδι: Αυτή τη νύχτα, την πρώτη ώρα ανέτειλε η σελήνη. Απόψε ήταν πανσέληνος και η σελήνη έπρεπε να σηκωθεί στον ουρανό ολοστρόγγυλη, αλλά εκείνη ανέτειλε όπως ήταν πριν από τρεις ημέρες, που φαινόταν λίγο. Ήταν δε η ατμόσφαιρα τόσο γαλήνια και μουντή, σαν θαμπό κρύσταλλο. Τέσσερις ώρες έμεινε έτσι το φεγγάρι κι έπειτα σιγά σιγά άρχισε να γεμίζει. Όταν λοιπόν όλοι εμείς οι χριστιανοί μα και οι ειδωλολάτρες είδαμε αυτό το θαυμαστό σημάδι, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης πολύ φοβήθηκε, το ίδιο και οι αυλικοί του. Γιατί, οι Γραικοί είχαν μια προφητεία που έλεγε ότι η Κωνσταντινούπολη ποτέ δε θα χανόταν μέχρι την ημέρα που η σελήνη δε θα φαινόταν στον ουρανό μέσα στο πιάτο της. Οι Τούρκοι όμως χάρηκαν πολύ μ' εκείνο το σημάδι κι έστησαν μεγάλο γλέντι στο στρατόπεδό τους, επειδή για εκείνους σήμαινε ότι η νίκη ήταν δική τους, όπως τελικά αποδείχτηκε. [...]
Στις 26 Μαΐου, την πρώτη ώρα της νύχτας, οι Τούρκοι δημιούργησαν σ' όλο το στρατόπεδό τους μεγάλη φωτοχυσία από φωτιές, που άναβαν δύο μαζί μπροστά σε κάθε σκηνή που ήταν στημένη μέσα στο στρατόπεδο. Οι φωτιές εκείνες ήταν πολύ μεγάλες κι από τη μεγάλη αναλαμπή τους νόμιζε κανείς πως ήταν μέρα... Σ' όλη την πόλη πλανιόταν μεγάλος φόβος κι όλοι με θρήνους ικέτευαν το Θεό και την Παναγία να μας ελεήσουν να γλιτώσουμε από τη μανία των ειδωλολατρών. [...]
Στις 27 Μαΐου , πάλι αυτοί οι λυσσασμένοι ειδωλολάτρες άναψαν όλη τη νύχτα τόσο μεγάλες φωτιές όσο και την προηγούμενη και τις κράτησαν αναμμένες μέχρι τα μεσάνυχτα. [...]
Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος αμηράς έβγαλε διαταγή με σάλπισμα σ' όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα στις θέσεις του, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ' αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκεφαλισμού.
 
 
 
Η τελευταία επίθεση και η άλωση
 
Η 29η Μαΐου είναι η τελευταία μέρα της πολιορκίας, κατά την οποία ο Κύριος και Θεός ημών έδωσε την καταδικαστική απόφαση εναντίον των Γραικών, και με θέλημά του σήμερα η Πόλη έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ, διάδοχου του Τούρκου Μουράτ, όπως θα πληροφορηθείτε στη συνέχεια. Κι ακόμα, ο αιώνιος Θεός ήθελε να δοθεί αυτή η σκληρή απόφαση για να επαληθευτούν όλες οι παλιές προφητείες και κυρίως η πρώτη, εκείνη που έκανε ο Άγιος Κωνσταντίνος, που στέκει στο άλογό του πάνω σε μια στήλη κοντά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και προφητεύει με το χέρι και λέει: Από εδώ θα έρθει εκείνος που θα με αφανίσει, δείχνοντας την Ανατολία, δηλαδή την Τουρκία. Η άλλη προφητεία λέει πως όταν σ' αυτήν την αυτοκρατορία βρεθεί ένας αυτοκράτορας που θα έχει το όνομα Κωνσταντίνος γιος της Ελένης, η Κωνσταντινούπολη θα χαθεί. Και η άλλη λέει πως όταν η σελήνη δώσει σημείο στον ουρανό, μέσα σε λίγες μέρες οι Τούρκοι θα πάρουν την Κωνσταντινούπολη. Και οι τρεις αυτές λοιπόν προφητείες έχουν εκπληρωθεί, δηλαδή οι Τούρκοι πέρασαν στην Ελλάδα, βρέθηκε ο αυτοκράτορας που ακούει στο όνομα Κωνσταντίνος και είναι γιος της Ελένης και το φεγγάρι έδωσε σημάδι στον ουρανό. Όλες λοιπόν οι προφητείες επαληθεύτηκαν και ο Θεός αποφάσισε να δώσει τη μοιραία απόφαση κατά των χριστιανών και της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, όπως θα δείτε στη συνέχεια.
Σήμερα, την 29η Μαΐου του έτους 1453, την τρίτη ώρα πριν την ημέρα, ο Μωάμεθ, γιος και διάδοχος του Τούρκου Μουράτ, έρχεται αυτοπροσώπως στα τείχη, για να κάνει γενική επίθεση, με την οποία καθαίρεσε την Πόλη. Ο Τούρκος αυθέντης είχε οργανώσει τους άντρες του σε τρία ασκέρια, και κάθε ασκέρι διέθετε πενήντα χιλιάδες άντρες. Το ένα ασκέρι απαρτιζόταν από χριστιανούς, εκείνοι που κρατούνταν με τη βία στο στρατόπεδο. Το δεύτερο ασκέρι αποτελούνταν από ανθρώπους των κατώτερων στρωμάτων, απολίτιστους αγρότες και όλα τα κατακάθια, και το τρίτο ασκέρι ήταν όλοι γενίτσαροι που φορούσαν τα λευκά φέσια. Οι γενίτσαροι ήταν όλοι στρατιώτες του αυθέντη, που τους πλήρωνε μέρα με την ημέρα, όλοι δε άντρες διαλεγμένοι κα ανδρείοι στη μάχη. Πίσω από αυτούς ήταν όλοι οι αξιωματούχοι και πίσω από τους αξιωματούχους ήταν ο Τούρκος αυθέντης. Το πρώτο ασκέρι, οι χριστιανοί, ήταν εκείνοι που μετέφεραν τις σκάλες, κι αυτές τις σκάλες ήθελαν να σηκώσουν και να τις στήσουν πάνω στα τείχη. Οι δικοί μας όμως τις γκρέμιζαν αμέσως μαζί με όλους αυτούς που προσπαθούσαν να αναρριχηθούν στα τείχη κι εκείνοι αμέσως τσακίζονταν. Κι ακόμα, οι δικοί μου που βρίσκονταν ψηλά στις επάλξεις έριχναν κατά πάνω τους μεγάλες πέτρες, και λίγοι κατόρθωναν να σώσουν τη ζωή τους. Όλοι όσοι έφταναν κάτω από τα τείχη, φονεύονταν. Όταν αυτοί που ανέβαιναν πάνω στις σκάλες έβλεπαν στη γη τόσους νεκρούς, ήθελαν να γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο, για να μη σκοτωθούν κι εκείνοι από τις πέτρες. Αλλά καθώς οι άλλοι Τούρκοι που ήταν από πίσω τους έβλεπαν να τρέπονται σε φυγή, αμέσως με τους ακινάκες (γιαταγάνι) τους έκοβαν κομμάτια κι έτσι ήταν αναγκασμένοι να γυρίσουν στα τείχη, αφού έτσι ή αλλιώς θα πέθαιναν. Κι όταν απ' αυτό το πρώτο ασκέρι οι περισσότεροι σκοτώθηκαν και τσακίστηκαν, άρχισε με μεγάλη ορμή να έρχεται το δεύτερο ασκέρι. Αλλά το πρώτο είχε σταλεί για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν επειδή οι Τούρκοι προτιμούσαν να πεθάνουν πρώτοι αυτοί που ήταν χριστιανοί παρά οι ίδιοι, και ο άλλος λόγος που τους είχαν στείλει εκεί ήταν για να καταπονήσουν εμάς που ήμασταν στην Πόλη. Όταν, όπως σας είπα, φονεύτηκαν και τσακίστηκαν οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής, ρίχνονται οι δεύτεροι σαν μανιασμένα λιοντάρια προς τα τείχη, από την πλευρά του Αγίου Ρωμανού. Εμείς, μόλις είδαμε το φοβερό εκείνο θέαμα, αρχίσαμε αμέσως να χτυπούμε δυνατά τις καμπάνες σ' όλη την Πόλη και σ' όλες τις θέσεις των τειχών. Κι όλοι ζητούσαμε να μας δώσει ο αιώνιος Κύριός μας έλεος και βοήθεια εναντίον του Τούρκου σκύλου. Όλοι οι άντρες έτρεξαν στις θέσεις τους και πολεμούσαν με τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι είχαν αρχίσει πάλι να εμφανίζονται έξω από τα σταυρώματα. Σ' αυτήν τη δεύτερη στρατιωτική γραμμή βρίσκονταν όλοι οι εμπειροπόλεμοι άντρες, οι οποίοι, όπως σας είπα, ήρθαν στα τείχη και καταπόνησαν πολύ εκείνους που υπερασπίζονταν την Πόλη, με τη σφοδρότητά τους. Κι αυτό το δεύτερο ασκέρι δοκίμασε με κάθε προσπάθεια να σκαρφαλώσει με τις σκάλες στα τείχη, αλλά εκείνοι που ήταν πάνω στα τείχη κρατερά κατέστρεφαν τις κλίμακες γκρεμίζοντάς τες στη γη και πολλοί Τούρκοι έβρισκαν το θάνατο. Ταυτόχρονα οι βομβάρδες και οι βαλλίστρες μας έβαλαν εναντίον τους και σκότωναν τόσους Τούρκους, που ήταν ένα θέαμα απίστευτο. Μόλις έφτασε το δεύτερο ασκέρι κι έκανε τη δική του προσπάθεια να εισέλθει στην Πόλη, χωρίς επιτυχία, μπαίνει το τρίτο, που ήταν οι γενίτσαροι, οι μισθοφόροι του αυθέντη. Μαζί του ήταν οι αξιωματούχοι και οι άλλοι μεγάλοι αρχηγοί, όλοι άντρες γενναίοι και πίσω απ' όλους αυτούς ο Τούρκος αμηράς. Το τρίτο ασκέρι ξεχύθηκε στα τείχη της δύσμοιρης πόλης όχι σαν Τούρκοι αλλά σαν λέοντες, με τόσο αλλόφρονες αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες, που νόμιζε κανείς ότι βρισκόταν στον άλλο κόσμο. Οι φωνές τους ακούγονταν μέχρι την Ανατολία, που είναι δώδεκα μίλια μακριά από το στρατόπεδο. Οι πιο γενναίοι λοιπόν άντρες του Τούρκου βρίσκουν τους δικούς μας πάνω στα τείχη πολύ καταπονημένους, από τη μάχη με τον πρώτο και το δεύτερο ασκέρι. Αλλά, αυτοί οι ειδωλολάτρες ήταν θαρραλέοι και ξεκούραστοι στη μάχη, και οι δυνατές ιαχές των Τούρκων σ' όλο το στρατόπεδο τρομοκρατούσαν το λαό της Πόλης, ενώ οι τυμπανοκρουσίες τους μας έπαιρναν την ψυχή. Οι άμοιροι κάτοικοι της Πόλης, βλέποντας πως ήταν πλέον χαμένοι, άρχισαν να χτυπούν δυνατά τις καμπάνες και τα σήμαντρα σ' όλη την Πόλη και σ' όλες τις θέσεις των τειχών κι όλοι φώναζαν δυνατά: "Έλεος, έλεος, Κύριε από τους ουρανούς, στείλε βοήθεια σ' αυτήν την αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου, για να μην την κυβερνήσουν οι ειδωλολάτρες". Σ' όλη την Πόλη οι γυναίκες αλλά και οι άντρες γονατιστοί θρηνούσαν πικρά και ικέτευαν ευλαβικά τον Παντοδύναμο Θεό και τη μητέρα Του Παναγία Μαρία, και όλους του αγίους κα τις αγίες της Ουράνιας Αυλής να νικήσουμε τους ειδωλολάτρες Τούρκους, λυσσασμένους εχθρούς της χριστιανικής πίστης. Κι ενώ εκείνοι παρακαλούσαν το Θεό, οι Τούρκοι συνέχιζαν να πολεμούν άγρια από την πλευρά της ξηράς, γύρω από τον Άγιο Ρωμανό, όπου βρισκόταν και η σκηνή του γαληνότατου αυτοκράτορα με όλους τους ευγενείς και τους καλύτερους ιππότες του κι όλους τους αξιωματούχους του που του συμπαραστέκονταν πολεμώντας γενναία. Αποφασισμένοι να μπουν στην Πόλη οι Τούρκοι, όπως είπα, πολεμούσαν έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού, από την πλευρά της ξηράς δηλαδή, κι έριχναν οι ειδωλολάτρες πολλούς λίθους με τα κανόνια τους, αμέτρητες τουφεκιές και μυριάδες σαΐτες. Οι ιαχές τους ήταν τόσο τρομακτικές που νόμιζε κανείς ότι θα σκίζονταν οι ουρανοί. Μ' εκείνη τη μεγάλη βομβάρδα, που η πέτρα της ζύγιζε χίλιες διακόσιες λίβρες, και με τόξα σε όλο το μήκος των τειχών που ήταν έξι μίλια, χτυπούσαν μέσα από τα σταυρώματα, και θα μπορούσαν να φορτωθούν τουλάχιστον ογδόντα καμήλες με τις σαΐτες που έριχναν μέσα, ενώ από εκείνες που έπεφταν μέσα στην τάφρο τουλάχιστον άλλες είκοσι. Αυτή η τόσο σκληρή μάχη κράτησε μέχρι την αυγή της μέρας.
Οι δικοί μας έκαναν θαύματα για την άμυνα, και όταν λέμε δικοί μας εννοούμε εμάς του Ενετούς. Στο σημείο που ήταν ο τούρκικος πύργος, εκεί οι Τούρκοι πολεμούσαν άγρια. Η άμυνά μας όμως δεν είχε κανένα νόημα, γιατί ο αιώνιος Θεός είχε ήδη πάρει την απόφασή του ότι αυτή η πόλη θα έπεφτε στα χέρια των Τούρκων κι επειδή ήταν θέλημά Του, τίποτα πια δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Όλοι εμείς οι χριστιανοί που εκείνες τις στιγμές βρισκόμασταν σ' αυτήν την περιθρηνούμενη πόλη, παρακαλούσαμε τον ελεήμονα Ιησού Χριστό μας και τη μητέρα Του Παρθένο Μαρία να ευσπλαχνιστούν τις ψυχές μας, γιατί σήμερα, σ' αυτήν τη σκληρή μάχη θα πεθαίναμε. Και για να μάθετε, μία ώρα πριν ξημερώσει ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να πυροδοτήσουν τη μεγάλη βομβάρδα του, κι αυτός ο λίθος πέφτει μέσα στα οχυρώματα που είχαμε κατασκευάσει, τα οποία ρήμαξε. Από το μεγάλο καπνό που σήκωσε αυτή η βομβάρδα άρχισαν να διαβαίνουν διαμέσου του καπνού και ήταν σχεδόν τριακόσιοι εκείνοι που πέρασαν μέσα από τα τείχη. Γραικοί κι Ενετοί τους πετάξαμε έξω από το σταύρωμα και μεγάλο μέρος αυτών βρήκαν το θάνατο. Όλοι σχεδόν σκοτώθηκαν πριν μπορέσουν να περάσουν το σταύρωμα. Εκείνη τη στιγμή, οι Γραικοί, έχοντας πετύχει αυτό το κατόρθωμα, πίστεψαν πραγματικά ότι νικούσαν τους ειδωλολάτρες κι όλοι εμείς οι χριστιανοί πήραμε μεγάλη ανακούφιση. Όταν τους διώξαμε από το σταύρωμα, αμέσως οι Τούρκοι πυροδότησαν για άλλη μια φορά τη μεγάλη βομβάρδα και πάλι αυτοί οι ειδωλολάτρες αρχίζουν σαν σκυλιά να έρχονται μέσα από τον καπνό της βομβάρδας γρήγορα, σπρώχνοντας και πατώντας ο ένας τον άλλο σαν άγρια θηρία. Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας είχαν περάσει πάνω από τριάντα χιλιάδες Τούρκοι μέσα από το σταύρωμα με τόσους αλαλαγμούς, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην ίδια την Κόλαση, οι δε αλαλαγμοί του αντιλαλούσαν μέχρι την Ανατολία. Μόλις ήρθαν μέσα, αμέσως κατέλαβαν την πρώτη μπάρα του σταυρώματος. Πριν όμως την καταλάβουν, αρκετοί απ' αυτούς φονεύτηκαν από εκείνους που υπερασπίζονταν τα τείχη με τις πέτρες. Και ήταν τόσοι πολλοί οι Τούρκοι, που ο καθένας φόνευε όσους ήθελε. Έχοντας καταλάβει τώρα την πρώτη μπάρα, οι Τούρκοι μαζί με τους γενίτσαρους οχυρώθηκαν πίσω απ' αυτή. Μετά απ' αυτό πέρασαν μέσα από το σταύρωμα σχεδόν εβδομήντα χιλιάδες, μέσα σε τέτοια αλλοφροσύνη, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην Κόλαση. Αμέσως τα σταυρώματα γέμισαν με Τούρκους από τη μια μέχρι την άλλη άκρη, που ήταν έξι μίλια. Αλλά, όπως σας είπα, εκείνοι που βρίσκονταν πάνω στα τείχη σκότωναν πολλούς απ' αυτούς με πέτρες, αφήνοντάς του να έρθουν από κάτω και πετώντας τις ασταμάτητα πάνω τους. Τόσοι ήταν οι νεκροί που τουλάχιστον σαράντα άμαξες δε θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα πτώματα των Τούρκων αυτών, που σκοτώθηκαν πριν μπουν στην Πόλη. Τώρα, οι δικοί μας, οι χριστιανοί, φοβούνταν τα μέγιστα και ο γαληνότατος αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να χτυπήσουν τις καμπάνες σ' όλη την Πόλη και το ίδιο να κάνουν από όλες τις θέσεις των τειχών. Έτσι όλοι άρχισαν να φωνάζουν: "Κύριε ελέησον". Έτσι φώναζαν άντρες και γυναίκες και περισσότερο οι μοναχές και οι κοπέλες. Τόσος ήταν ο θρήνος, που θα αισθανόταν οίκτο κάθε σκληρός Ιουδαίος. Βλέποντας αυτό, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, Γενουάτης από τη Γένουα, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη θέση του κα τρέχει στο πλοίο του που ήταν αραγμένο κοντά στην άλυσο. Αυτόν τον Ιουστινιάνη ο αυτοκράτορας τον είχε ορίσει γενικό διοικητή ξηράς. Και τρεπόμενος σε φυγή ο στρατηγός, περνώντας μέσα από την Πόλη, φώναζε: "Οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη". Και ψευδόταν ασύστολα, γιατί ακόμα δεν είχαν μπει. Ακούγοντας ο λαός τα λόγια αυτά από εκείνον ειδικά το στρατηγό, ότι δηλαδή οι Τούρκοι είχαν μπει στην Πόλη, όλοι άρχισαν να τρέπονται σε φυγή κι αμέσως όλοι εγκαταλείψαν τις θέσεις τους και όρμησαν τρέχοντας προς την ακτή για να μπορέσουν να διαφύγουν με τα πλοία και τις γαλέρες. Μέσα στο χρόνο που ήθελε ο ήλιος ν' ανατείλει, ο παντοδύναμος Θεός είχε δώσει την καταδικαστική του απόφαση κι ήταν θέλημά Του να επαληθευτούν οι προφητείες. Με το πρώτο φως της αυγής, οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου είχαν γκρεμιστεί τα τείχη από τις βομβάρδες τους. Πριν όμως μπουν μέσα στην Πόλη, τσακίστηκαν πολλοί Τούρκοι κα χριστιανοί που έτρεξαν να τους εμποδίσουν. Τόσοι πολλοί σκοτώθηκαν, που θα φορτώνονταν το λιγότερο είκοσι άμαξες με τα πτώματά τους. Τότε, το δεύτερο ασκέρι άρχισε να έρχεται ξοπίσω από τους πρώτους, που σκορπίζονταν μέσα στην Πόλη. Όσους έβρισκαν στους δρόμους τους περνούσαν από τη λεπίδα της χαντζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτως. Αυτή η σφαγή κράτησε από την ανατολή του ήλιου μέχρι την ώρα της μεσημβρίας, κι όσοι βρέθηκαν μπροστά τους πήγαν από χατζάρα. Όσοι από τους δικούς μας εμπόρους διέφυγαν, κρύφτηκαν μέσα στις υπόγειες σπηλιές. Όταν πέρασε η μανία τους, οι Τούρκοι τους βρήκαν, κι όλοι πιάστηκαν και πουλήθηκαν σκλάβοι. Όταν έφτασαν οι λυσσασμένοι Τούρκοι στην πλατεία που είναι πέντε μίλια μακριά από το σημείο που έκαναν την έφοδο, δηλαδή τον Άγιο Ρωμανό, ανέβηκαν σ' έναν πύργο, όπου ήταν υψωμένη η σημαία του Αγίου Μάρκου και του γαληνότατου αυτοκράτορα. Τότε οι ειδωλολάτρες έσκισαν αμέσως τη σημαία του Αγίου Μάρκου και έπειτα έσκισαν τη σημαία του γαληνότατου αυτοκράτορα και πάνω σ' εκείνο τον ίδιο πύργο ύψωσαν τη σημαία του Τούρκου αυθέντη. Όταν αφαιρέθηκαν εκείνες οι δυο σημαίες, δηλαδή του Αγίου Μάρκου και του αυτοκράτορα και υψώθηκε η σημαία του Τούρκου σκύλου, εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς οι χριστιανοί που βρισκόμασταν στην Πόλη χύσαμε πικρά δάκρυα. Βλέποντας τη σημαία του να ανεμίζει πάνω στον πύργο καταλάβαμε ότι η Πόλη είχε πέσει στα χέρια του Τούρκου και δεν υπήρχε ελπίδα να την επανακτήσουμε. [...]
 
 
 
Τα μετά την άλωση
 
... Όλοι άρχισαν να τρέχουν σαν λυσσασμένα σκυλιά στη στεριά ψάχνοντας για χρυσάφι, κοσμήματα κι άλλα πλούτη, κι ακόμα να αιχμαλωτίσουν τους εμπόρους. Περισσότερο έψαχναν μέσα στα μοναστήρια κι όλες οι μοναχές στάλθηκαν στο στόλο τους κι ατιμάστηκαν και ταπεινώθηκαν από τους Τούρκους. Έπειτα πουλήθηκαν όλες σκλάβες στα παζάρια της Τουρκίας. Αλλά και όλες οι κοπέλες ατιμάστηκαν κι έπειτα πουλήθηκαν και μάλιστα ακριβά, αν και μερικές από εκείνες προτίμησαν να ριχτούν στα πηγάδια και να πνιγούν παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Το ίδιο έκαναν και πολλές παντρεμένες. Οι Τούρκοι φόρτωσαν τα καράβια τους με αιχμαλώτους και αμύθητα πλούτη. [...] Το αίμα έτρεχε στη γη όπως όταν βρέχει και το νερό πλημμύριζε τα ρείθρα των δρόμων, τόσο πολύ αίμα χύθηκε. Τα κορμιά των σκοτωμένων, τόσο των χριστιανών όσο και των Τούρκων, πετάχτηκαν στα Δαρδανέλια και παρασύρονταν από το ρέμα όπως τα πεπόνια στα κανάλια. Για τον αυτοκράτορα κανένας δεν μπόρεσε να μάθει ποτέ είδηση για τις πράξεις του. Ούτε ζωντανός βρέθηκε κι ούτε νεκρός, αλλά μερικοί λένε ότι τον είδαν ανάμεσα στα πτώματα των σκοτωμένων, που σημαίνει ότι έπαθε ασφυξία κατά την έφοδο που έκαναν οι Τούρκοι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι αιχμάλωτοι ήταν 60.000 και οι Τούρκοι βρήκαν πλούτη αμέτρητα. Η ζημιά των χριστιανών υπολογίζεται σε 200.000 δουκάτα και των άλλων υπηκόων σε 100.000 δουκάτα.
18 Ιουλίου 1453. Ο αυτοκράτορας, που ήταν πάμπτωχος, ζήτησε να δανειστεί από τους αυλικούς του χρήματα, εκείνοι του είπαν ότι λυπόντουσαν αλλά δεν είχαν. Έπειτα οι Τούρκοι βρήκαν αρκετά χρήματα. Σε κάποιον μάλιστα από εκείνους βρήκαν 30.000 δουκάτα. Είχαν δε συμβουλέψει τον αυτοκράτορα να τιμωρήσει τους αυλικούς του, αλλά να αφαιρέσει τα ασημικά από τις εκκλησίες, και αυτό έκανε.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ο Τούρκος βάζει τελάληδες να διαλαλήσουν σ' όλη την Πόλη πως όσοι είχαν σπίτια έπρεπε να παρουσιαστούν ενώπιόν του, να τα δηλώσουν κι εκείνος θα τους άφηνε ελεύθερους. Πολλοί Γραικοί και Λατίνοι πήγαιναν και του έλεγαν πού βρίσκονταν τα σπίτια τους [...] κι ήθελε να σκοτώσει όσους είχαν έρθει ενώπιόν του, αλλά θυμήθηκε πως θα είχε μεγαλύτερο όφελος να τους αφήσει ζωντανούς για να του καταβάλουν λύτρα.
Λέγεται ακόμα πως ένας μεγάλος Έλληνας ευγενής, για να κερδίσει την ευμένειά του, έστειλε τις δυο θυγατέρες του κρατώντας η καθεμιά από ένα δίσκο γεμάτο χρήματα, και τότε ο Τούρκος έκανε μεγάλες τιμές σ' αυτόν τον ευγενή και του έδειχνε μεγάλη εκτίμηση. Βλέποντας την τύχη του, οι άλλοι Έλληνες ευγενείς παίρνουν όσα χρήματα μπορούσε ο καθένας τους και πηγαίνουν να του τα προσφέρουν για να κερδίσουν την εύνοιά του. Ο Τούρκος αυθέντης δέχεται τα δώρα και περιβάλλει τους κομιστές τους με μεγάλες τιμές και αξιώματα. Αλλά, όταν έπαψαν να του πηγαίνουν δώρα, διατάζει να αποκεφαλίσουν όσους του είχαν φέρει, λέγοντας πως ήταν μεγάλοι σκύλοι που δεν είχαν θελήσει να τα δανείσουν στον αυθέντη τους κι είχαν αφήσει την πόλη να χαθεί.
 
 
 
http://users.sch.gr
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα
Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014 02:14

Η Γενοκτονία των Ποντίων

 



Το σιωπηλό ολοκαύτωμα του ποντιακού ελληνισμού

Τον Φεβρουάριο του 1994, το ελληνικό κοινοβούλιο ανακήρυξε τη 19η Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο», ημέρα μάλιστα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα το 1919.

Το χρονικό της μεθοδευμένης εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού αναγνωρίζεται επισήμως ως γενοκτονία τόσο από την Ελλάδα όσο και την Αυστραλία, αλλά και από πλήθος έγκριτων οργανισμών, όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS - 2007).

Η επίσημη τουρκική θέση είναι πως δεν υπήρξε γενοκτονία, εγγράφοντας τις απώλειες του ελληνικού πληθυσμού στις συνήθεις φρικαλεότητες του πολέμου, από εχθροπραξίες και αρρώστιες μέχρι
στερήσεις, κακουχίες και λιμούς, παρά το γεγονός ότι ελληνικά στρατεύματα δεν εμφανίστηκαν ποτέ στην περιοχή του Πόντου!

Κι όμως, σύμφωνα με τον διεθνή ορισμό για το πότε συνιστά μια ειδεχθής πράξη γενοκτονία, το προμελετημένο έγκλημα που εκτέλεσαν με συστηματικότητα οι Νεότουρκοι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γενοκτονίας: από στρατόπεδα θανάτου στην έρημο, τάγματα εργασίας και βασανισμούς μέχρι εκτεταμένους ξεριζωμούς, λεηλασίες, πυρπολήσεις και επιβολή συνθηκών που η ζωή δεν είναι πλέον δυνατή.



Και βέβαια η γενοκτονία των Ποντίων πραγματοποιήθηκε στην ίδια ιστορική περίοδο με τις γενοκτονίες σε βάρος και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως των Αρμενίων και των Ασσυρίων, ως επακόλουθο της ρητής απόφασης των Νεότουρκων για επίλυση του εθνικού προβλήματος «καθαρότητας» των οθωμανικών εδαφών, μέσω του φυσικού αφανισμού των ντόπιων εθνοτήτων, την υποχρεωτική εκδίωξη όσων επιβιώσουν και τον βίαιο εξισλαμισμό όσων παραμείνουν.

Η μελανή στιγμή της ιστορίας του ελληνισμού είχε μόλις αρχίσει να γράφεται: οι Έλληνες του Πόντου μετρούσαν στη μεγαλύτερή τους ακμή -τις παραμονές του Α' Παγκοσμίου- 700.000 ψυχές· μέχρι το τέλος του 1923, είχαν αφανιστεί περισσότεροι από 350.000 άνθρωποι, σε μια ανθρωποσφαγή τρομακτικής βιαιότητας...

Ιστορικό πλαίσιο - το χρονικό της φρίκης




Οι Έλληνες του Πόντου, αποκομμένοι από την κύρια ελληνική επικράτεια και τα μικρασιατικά παράλια, ήταν ανέκαθεν αναπόσπαστο τμήμα της περιοχής, αφήνοντας το δικό τους στίγμα στην οικονομική και πολιτιστική ζωή του τόπου. Γιατί όσο κι αν ο ποντιακός ελληνισμός βρέθηκε ξαφνικά στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας -μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και την πτώση της Τραπεζούντας (1461)-, διατήρησε ωστόσο αναλλοίωτο το εθνικό του φρόνημα, τη γλώσσα και τη θρησκεία, αποτελώντας διαχρονικό «αγκάθι» για τον οθωμανό σουλτάνο.

Περιτριγυρισμένοι από άλλες εθνοτικές ομάδες και αποτελώντας μειονότητα στην περιοχή (υπολογίζονται στο 40% του ντόπιου πληθυσμού), οι Έλληνες του Ευξείνου άκμαζαν και προόδευαν, γεγονός που αντικατοπτριζόταν τόσο στα δημογραφικά στατιστικά όσο και στην πνευματική ζωή. Το 1886, ο ποντιακός ελληνισμός έφτανε στους 265.000 ανθρώπους, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα μετρούσε 700-750 χιλιάδες, σύμφωνα με τα μητρώα των τουρκικών Αρχών αλλά και τις εκτιμήσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ταυτοχρόνως, από τα 100 ελληνικά σχολεία του Ευξείνου το 1860, ο αριθμός εκτοξεύεται στα 1.400 το 1919, περιλαμβανομένου και του περίφημου Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας. Συνολικός αριθμός μαθητών, 86.000 παιδιά.



Τα μεγάλα αστικά κέντρα του Πόντου γνωρίζουν ιδιαίτερη άνθηση στις τέχνες και τα γράμματα, εφάμιλλη των πνευματικών κέντρων της Ευρώπης, την ίδια στιγμή που η δημογραφική άνοδος του πληθυσμού και η οικονομική ευρωστία θα επιτρέψουν στους Έλληνες του Πόντου να επεκταθούν και στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας.

Η προετοιμασία της θηριωδίας



Από το 1908 αρχίζει να αναδύεται με ιδιαίτερη δυναμική το κίνημα των Νεότουρκων, μιας μερίδας εθνικιστών που επιζητούσαν -ανάμεσα σε άλλα- τη φυλετική καθαρότητα των οθωμανικών εδαφών. Συνειδητοποιώντας ότι οι τόσοι αιώνες εκτουρκισμού του ντόπιου πληθυσμού δεν είχαν αποφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αποφασίζουν να εξοντώσουν το ελληνικό και χριστιανικό στοιχείο (σε συνέδριο μάλιστα του νεοτουρκικού φορέα στη Θεσσαλονίκη). Η Ιστορία λέει λοιπόν ότι η τελική λύση πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου και ολοκληρώθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ (1919-1923).

Ήδη βέβαια από το 1908 παρατηρούνται οι πρώτες εκτοπίσεις του ελληνικού πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας, καθώς και μαζικές εκτελέσεις των Ελλήνων του Πόντου. Το 1911 ωστόσο μπαίνει μπροστά το μεθοδευμένο και διεξοδικό πλάνο εξόντωσης, που θα εκτελεστεί στα χρόνια που ακολουθούσαν: υποχρεωτική επιστράτευση όλων των αντρών από 15-45 ετών και καταναγκαστική δουλεία σε Τάγματα Εργασίας (τα διαβόητα «Αμελέ Ταμπουρού»), κάτω από εξοντωτικές συνθήκες που αφάνιζαν μαζικά τον πληθυσμό από τις στερήσεις, την πείνα και τις ασθένειες.



Ταυτόχρονα, άτακτες ορδές Τούρκων αρχίζουν να επιτίθενται στα διάσπαρτα ελληνικά χωριά σκοτώνοντας, λεηλατώντας, κακοποιώντας τις γυναίκες και τελικά παραδίδοντάς τα στις φλόγες. Και βέβαια όσοι απέμειναν ζωντανοί μετά τις επιδρομές εκτοπίζονταν, με τις εξοντωτικές πορείες να στερούν τη ζωή στον άμαχο και ταλαιπωρημένο πληθυσμό.

Το χρονικό της γενοκτονίας



Το 1915 είναι το ορόσημο για τους Έλληνες του Πόντου: εφαρμόζεται εκτεταμένα το πλάνο εξόντωσης των Ποντίων, με τα ευρωπαϊκά κράτη απασχολημένα στις εχθροπραξίες του Α' Παγκοσμίου. Ταυτόχρονα σχεδόν, αρχίζει να συντελείται και η Γενοκτονία των Αρμενίων, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για το ειδεχθές νεοτουρκικό πλάνο.

Την ώρα που συνεχίζονται οι εθνοκαθάρσεις, το 1916 χτυπιέται η Σαμψούντα, με τον ελληνικό πληθυσμό να υποφέρει φρικιαστικά δεινά. Μόνο η Τραπεζούντα γλιτώνει την καταστροφή γιατί είναι πλέον κάτω από ρωσικό ζυγό. Όταν μάλιστα ο ρωσικός στρατός εγκατέλειψε την πόλη το 1918, ο μισός τουλάχιστον ελληνικός πληθυσμός ακολούθησε τα στρατεύματα στην οπισθοχώρησή τους, εξαιτίας της τουρκικής απειλής που καραδοκούσε.

Με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, ο ποντιακός ελληνισμός θεώρησε πως τα δεινά του είχαν πάρει τέλος, αφού θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην ελληνική επικράτεια. Η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε ωστόσο, καθώς δεν ήταν σε θέση να προστατεύσει τις απομακρυσμένες ποντιακές περιοχές από την τουρκική εισβολή, και οι Πόντιοι προχωρούν στο περίφημο Ποντοαρμενικό Κράτος, με την ήττα ωστόσο του αρμενικού στρατού στο Ερζερούμ από τον Μουσταφά Κεμάλ να αφήνει τον ποντιακό ελληνισμό στο έλεος των Νεότουρκων.



Το 1919 αρχίζει η δεύτερη φάση της γενοκτονίας, με νέους -ακόμα πιο σφοδρούς- διωγμούς από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο βίαιους και απάνθρωπους από τους προηγούμενους. Στις 19 Μαΐου 1919 έρχεται η καθοριστική στιγμή για την τύχη του ποντιακού ελληνισμού, με την απόβαση του Κεμάλ στη Σαμψούντα και κατόπιν την εισβολή στην Τραπεζούντα: οι μαζικές εκτελέσεις, ο ξεριζωμός και το κλίμα τρομοκρατίας αναγκάζουν τον πληθυσμό να εγκαταλείψει τις εστίες του. Όσοι επιβιώνουν, καταφεύγουν στα βουνά, με τις κακουχίες και τις στερήσεις σε βασικά αγαθά να μετατρέπουν την έξοδο σε πορεία θανάτου. Όσοι γλιτώνουν και από αυτή τη δοκιμασία, διαπιστώνουν ότι έχουν οδηγηθεί σε ενέδρα, με τις αγχόνες να είναι ήδη στημένες και να τους περιμένουν.



Παρόλα αυτά, η ποντιακή περηφάνια δεν έσκυψε το κεφάλι: οργανώνεται σε αντάρτικο στα βουνά, με τα μέλη της ποντιακής αντίστασης να φτάνουν στις 12.000 περίπου το 1921, σύμφωνα με τον έγκριτο ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Οι άτακτοι αυτοί μαχητές, σφυρηλατημένοι στις κακουχίες και την ανέχεια, θα επιφέρουν μια σειρά από δυνατά χτυπήματα στον οργανωμένο κεμαλικό στρατό και θα καταφέρουν να περισώσουν αμάχους από τα λυσσασμένα δόντια του διώκτη.



Παρά την αντίσταση των πατριωτών Ποντίων, μέχρι το καλοκαίρι του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία (Μικρασιατική Καταστροφή), προχωρά σχεδόν ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του ποντιακού ελληνισμού. Πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά λεηλατήθηκαν και κάηκαν, οι κάτοικοι σφαγιάστηκαν, ατιμάστηκαν και εξορίστηκαν, με όσους γλίτωσαν από το τουρκικό μένος να καταφεύγουν στα απομακρυσμένα βουνά για να σωθούν.



Το τέλος του ποντιακού ελληνισμού είχε έρθει. Το ζοφερό πλάνο των τούρκων εθνικιστών πέτυχε τον αποτρόπαιο σκοπό του: με τη γενοκτονία του πληθυσμού, τους εκτοπισμούς, τις λεηλασίες και τις πυρπολήσεις, κατάφεραν την πολυπόθητη αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών. Η βίαιη εξαφάνιση των Ελλήνων από τα προγονικά εδάφη πληρώθηκε με 353.000 ψυχές την περίοδο 1916-1923.

Ο Κεμάλ Ατατούρκ, στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση της 13ης Αυγούστου 1923, πληροφορεί περιχαρής την ομήγυρη: «Επιτέλους, ξεριζώσαμε τους Έλληνες από τον Πόντο» (αναφέρεται από τον συνταγματάρχη Μουζέν, που παρακολούθησε τις εργασίες της εθνοσυνέλευσης, σε επιστολή του προς το γαλλικό Γενικό Επιτελείο Στρατού)...

Ξεριζωμός



Η τελευταία πράξη του ποντιακού δράματος διαδραματίζεται τον Οκτώβριο του 1922: ο Ατατούρκ συμφωνεί να μεταφερθούν οι Έλληνες του Πόντου με τουρκικά καράβια στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί με ελληνικά πλοία στην ελληνική επικράτεια.

Οι Πόντιοι θα αναγκαστούν λοιπόν να αναζητήσουν νέες πατρίδες, με το κύριο σώμα του ελληνισμού του Ευξείνου να καταφεύγει στη μητέρα Ελλάδα, αλλά και μια μερίδα να εγκαθίσταται στις νότιες περιοχές της Ρωσίας.



Το προσφυγικό ποντιακό ρεύμα προς την Ελλάδα θα ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 1922 και θα συνεχιστεί σε όλη τη διάρκεια του 1923, ενώ το 1924 ο χριστιανικός πληθυσμός του Πόντου θα περιληφθεί στην ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των Ποντίων που αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα δεν είναι ακριβείς, καθώς περισσότεροι από 1.200.000 μικρασιάτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην ελληνική επικράτεια κατά τη δεκαετία του '20.

Οι ποντιακές κοινότητες υπολογίζουν τον αριθμό των ξεριζωμένων σε 400.000 περίπου ψυχές, με το προσφυγικό ποντιακό κύμα να βρίσκει νέο σπίτι στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά και στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας κ.ά., μπολιάζοντας τον τοπικό πληθυσμό με τον πολιτισμό και το πνεύμα που έφεραν στις αποσκευές τους.

Ο ποντιακός θρήνος



Οι Πόντιοι θρήνησαν γοερά την ελληνική στρατιωτική ήττα στη Μικρά Ασία αλλά και το τέλος του ποντιακού ελληνισμού. Ο παρακάτω θρήνος γράφτηκε και τραγουδήθηκε από τους Ποντίους της Πάφρας του Δυτικού Πόντου (αναφέρεται από τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη):



Κοίταξε τις πέτρες της Άγκυρας
βλέπε και τα δακρυσμένα μου μάτια.
Μείναμε σκλάβοι των Τούρκων,
για δες της μοίρας τα γραμμένα.
Οι λόφοι της Άγκυρας είναι μονοκόμματοι
Η Ελλάδα κάηκε, κατακάηκε.
Να τυφλωθείς καταραμένε ’γγλε,
στην Ελλάδα δεν απόμεινε ελπίδα.
Ο στρατός που πήγε για την ’γκυρα,
έμεινε εκεί πεσκέσι στους Τούρκους.
Όσοι μας βοήθαγαν έκαναν πίσω
και τους Έλληνες τους παρέσυρε το κύμα.
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα

Εκπαιδευτικά Νέα