Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας και διαβάστε το καθημερινό newsletter από το dictyo.gr
  
  
  
Προβολή άρθρων κατά ημερομηνία: Μάιος 2019 - ΔΙΚΤΥΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ dictyo.gr
 

Δεν θα θριαμβολογήσω για το εκλογικό αποτέλεσμα, γιατί πρώτον δεν το συνηθίζω, και γιατί δεύτερον, η μάχη δεν τελείωσε ακόμα…
Αλλά κάποια άμεσα και χρήσιμα συμπεράσματα είναι απαραίτητο να βγουν. Γιατί αφορούν πράγματα που θα βρούμε μπροστά μας:
Στο δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών που έρχεται σε λίγες μέρες, αλλά και – κυρίως – στις εθνικές εκλογές που έρχονται σε λίγες βδομάδες
* Πρώτον, να θυμίσω τις προβλέψεις που είχα κάνει, από αυτή εδώ τη στήλη. Και τι βγήκε…
  • –Σας είχα προβλέψει ότι το άθροισμα των δύο πρώτων κομμάτων θα ήταν 50-55%. Κι ήταν τελικά 57%
  • –Σας είχα προβλέψει ότι η διαφορά των δύο πρώτων θα ήταν 7-9 μονάδες. Κι η διαφορά φτάνει τις 9,5 μονάδες…
  • –Σας είχα προβλέψει ότι η ΝΔ θα κυμανθεί μεταξύ 29-32%. Και αγγίζει το 33,2%.
  • –Σας είχα προβλέψει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κυμανθεί μεταξύ 22-23%. Και ο ΣΥΡΙΖΑ άγγιξε το 23,75%!
  • –Σας είχα προβλέψει ότι το ΚΙΝΑΛ θα ήταν τρίτο κόμμα με ποσοστό κοντά στο 8%. Και το ΚΙΝΑΛ ήδη αγγίζει ο 7,7%.
  • –Σας είχα προβλέψει ότι θα ψηφίσουν γύρω στα 6 εκατομμύρια ψηφοφόροι (ή λίγο παρακάτω). Και οι ψηφοφόροι θα ξεπεράσουν τα 5,9 εκατομμύρια…
Συνολικά οι προβλέψεις μου ήταν λίγο «μετριοπαθέστερες» για τη ΝΔ και για το ΣΥΡΙΖΑ (που πήραν και οι δύο, λίγο παραπάνω από το «άνω όριο» που τους είχα δώσει), αλλά και για τη μεταξύ τους διαφορά (που ξεπέρασε κατά μισή μονάδα το άνω όριο που της είχα δώσει).
Άρα συνολικά τα πράγματα πήγαν κοντά εκεί που σας τα είχα προβλέψει, αλλά λίγο καλύτερα (για τη ΝΔ).
Και να σκεφτεί κανείς, ότι εκείνες οι προβλέψεις μου είχαν φανεί τότε σε πολλούς φίλους… «πολύ αισιόδοξες»!
Κι όμως τα πράματα εξελίχθηκαν ακόμα καλύτερα (από τις πολύ «αισιόδοξες» προβλέψεις μου).
Αποδείχθηκε πως μάλλον «μετριοπαθής» ήμουν. Αυτό να το θυμάστε για τις επόμενες προβλέψεις σε ένα μήνα: στις βουλευτικές.
* Δεύτερη παρατήρηση: αποδεικνύεται με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι οι δημοσκοπήσεις ήταν τελικά μεροληπτικές ΥΠΕΡ του ΣΥΡΙΖΑ – όχι εναντίον του όπως ισχυριζόταν ο ίδιος.
Όλες οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων, αλλά και τα δύο (κύματα των) exit pοlls το βράδυ της Κυριακής είχαν υπερτιμήσει το εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ:
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις ξεκινούσαν την «πρόθεση ψήφου» για τον ΣΥΡΙΖΑ από το 23,2%, πράγμα που σήμαινε με την πρώτη αναγωγή (έγκυρων και αποχής) από 24% και πάνω. Κι ύστερα ό,τι πρόσθετο έπαιρνε από «αναποφάσιστους». Κι έφτανε να τον προβλέπουν 26-28%.
Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε κάτω κι από το 24% μαζί με όποιους «αναποφάσιστους» πήρε στο τέλος. Πράγμα που σημαίνει ότι η πραγματική «πρόθεση ψήφου» που του έβρισκαν ήταν 21% το πολύ!
Και μας την παρουσίαζαν δύο με δυόμιση μονάδες παραπάνω!
Κι αυτό συνεχίστηκε και χθες, Κυριακή των εκλογών, με τα δύο exit polls. Όπου στην αρχή (πρώτο κύμα) έδωσαν το ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στο 25 (κατώτατο όριο) και το 29 (ανώτατο όριο). Και δύο ώρες αργότερα (στο δεύτερο κύμα) ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πέσει αισθητά χαμηλότερα με ανώτατο όριο 26 και κατώτατο όριο 24.
Ενώ γύρω στα μεσάνυχτα της Κυριακής το αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ είχε υποχωρήσει κάτω και από το δεύτερο (και μειωμένο) «κατώτατο όριο» του, κάτω από το 24%. Και συνέχισε να υποχωρεί. Και η διαφορά άγγιζε πλέον τις 9,5 μονάδες!
Να θυμίσω επίσης ότι: όλη μέρα την Κυριακή οργίαζαν οι φήμες ότι η διαφορά ήταν τάχα «πολύ μικρότερη», κάτω από τη μισή! Ότι τάχα ξένες πρεσβείες είχαν «ασφαλείς πληροφορίες» πως η διαφορά ήταν μόλις 2,5 με 3,5 μονάδες κι «έκλεινε συνεχώς»!
Κι αυτό ευνοούσε βέβαια τη συσπείρωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, να πάνε ως την τελευταία στιγμή στις κάλπες και να κάνουν την «ανατροπή».
Που, όμως, δεν υπήρχε πουθενά στον ορίζοντα…
Φαίνεται λοιπόν, πως τόσο οι δημοσκοπήσεις που κυκλοφορούν πριν τις εκλογές, όσο και οι φήμες που κυκλοφορούν την μέρα των εκλογών συστηματικά συσπείρωναν τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και αποθάρρυναν τους ψηφοφόρους της ΝΔ. Παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο!
Και τον ευνοούσαν και… «διαμαρτυρόταν» από πάνω!
Αυτό να το θυμάστε, όταν πλησιάζουν οι βουλευτικές εκλογές κι έχουμε αντίστοιχα φαινόμενα.
* Τρίτον, σας είχα προειδοποιήσει ότι και η στρέβλωση που έγινε με τις ψήφους των βιαστικά «ελληνοποιημένων» μεταναστών, αλλά και των θορυβωδώς «μεταφερόμενων Ρομά» στις συγκεντρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες μέρες, δεν μπορούσε να είναι πάνω από 2-3 μονάδες! Κι όχι… 12 μονάδες που υποστήριζαν (και φοβούνταν) κάποιοι.
Πράγμα που σημαίνει ότι τα πραγματικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς αυτές τις «στρεβλώσεις» θα ήταν ακόμα χαμηλότερα (ίσως κάτω κι από 20%!) και η διαφορά με τη ΝΔ πάνω από 12 μονάδες.
Αλλά από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έχει πια καμία ελπίδα να κερδίσει τις επόμενες εκλογές – ούτε καν να αποφύγει μια ακόμα μεγαλύτερη ήττα – αυτές οι στρεβλώσεις μάλλον θα ελαχιστοποιηθούν. Γιατί αφορούν στρώματα που δεν έχουν κανένα συμφέρον να πάνε με τον σίγουρο «ηττημένο», κόντρα στο βέβαιο πια «νικητή»…
Μόλις ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τον αέρα αυτού που ελέγχει πλήρως το παιγνίδι και σύρθηκε στις εκλογές, πολλά στρώματα των ψηφοφόρων του θα χάσουν το κίνητρο να πάνε να τον ψηφίσουν. Πράγμα που σημαίνει ότι τα κάτω όριά του είναι πλέον χαμηλότερα από το ποσοστό που πήρε χθες (23,75%) – μπορεί και αρκετά χαμηλότερα.
Αυτό να το θυμάστε όταν θα πλησιάζουμε στις επόμενες κάλπες της 30ης Ιουνίου.
* Τέταρτον, και φτάνουμε τώρα στο «ζουμί» – το πιο άμεσο, πιο επίκαιρο και πιο φλέγον συμπέρασμα:
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πέσει στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές ακόμα χαμηλότερα!
Για να το δούμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά:
Κανονικά τα δύο μεγάλα κόμματα παίρνουν στις βουλευτικές εκλογές παραπάνω απ’ όσο στις ευρωεκλογές (που γίνονται λίγο πριν).
Αλλά ακόμα κι αυτό μπορεί να ανατραπεί πλέον! Για το ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια…
Όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά ανάμεσα στους δύο πρώτους των ευρωεκλογών τόσο λιγότερο κερδίζει ο δεύτερος στις βουλευτικές που γίνονται λίγο αργότερα.
–Για παράδειγμα το Μάϊο του 2014 η ΝΔ ήλθε δεύτερη με 3,8 μονάδες διαφορά από το ΣΥΡΙΖΑ (που ήταν τότε πρώτος). Εφτά μήνες αργότερα και οι δύο ανέβηκαν. Η ΝΔ κέρδισε συν 5 μονάδες και πλέον, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε σχεδόν 10 μονάδες επί πλέον. Η διαφορά τους στις βουλευτικές εκλογές υπερδιπλασιάστηκε, αλλά και τα δύο κόμματα κέρδισαν σημαντικά στις βουλευτικές εκλογές.
–Αντίθετα, στις ευρωεκλογές το Μάϊο του 2009 η ΝΔ είχε έλθει πάλι δεύτερη, αλλά η διαφορά της τότε από το πρώτο ΠΑΣΟΚ ήταν 4,35 μονάδες. Και στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν τέσσερις μήνες αργότερα, η ΝΔ κέρδισε επί πλέον μόλις 1,2 μονάδες (και βγήκε δεύτερη ξανά), ενώ το ΠΑΣΟΚ κέρδισε πάνω από 6 μονάδες και βγήκε πρώτο. Η ΝΔ κέρδισε ελάχιστα. Και η διαφορά επίσης υπερδιπλασιάστηκε.
–Τώρα όμως η φορά η διαφορά πρώτου-δεύτερου στις ευρωεκλογές είναι ιλιγγιώδης: φτάνει τις 9,5 μονάδες! Η μεγαλύτερη που έχει υπάρξει ποτέ.
Κι αυτή τη φορά οι βουλευτικές ακολουθούν όχι τέσσερις ή επτά μήνες αργότερα, αλλά μόλις τέσσερις εβδομάδες αργότερα. Επομένως ο δεύτερος μπορεί να πέσει ακόμα χαμηλότερα απ’ ό,τι στις ευρωεκλογές. Ίσως και αρκετά χαμηλότερα…
Αν λάβουμε υπ’ όψιν, ακόμα, ότι έχασε εντελώς τον έλεγχο των κινήσεων, υποχρεώθηκε να κάνει αυτό που ως τώρα απέκλειε – άμεση προσφυγή στις κάλπες – και μάλιστα χωρίς να μπορεί ούτε να τάζει ούτε να δίνει τίποτε, το ενδεχόμενο να πέσει πιο κάτω κι από τις πρόσφατες ευρωεκλογές είναι πια ιδιαίτερα πιθανό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη μπήκε σε εσωτερική περιδίνηση. Κι όποιος μπαίνει σε τέτοια περιδίνηση χάνει ψήφουςδεν κερδίζει πρόσθετους! Και δίπλα του υπάρχουν κόμματα να τραβήξουν τους απογοητευμένους: κυρίως το ΚΙΝΑΛ, μάλλον και το ΚΚΕ (που είχε χάσει προς το ΣΥΡΙΖΑ μερικές εκατοντάδες χιλιάδες το 2012 κι ακόμα δεν τους έχει πάρει όλους πίσω).
Μιλάμε για 1,5 μονάδα διαρροές του ΣΥΡΙΖΑ προς το ΚΙΝΑΛ, άλλη 1 μονάδα προς το ΚΚΕ συν η σχετική «αποστασιοποίηση» των Ρομά, σύνολο πάνω από 4 μονάδες! Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πέσει στις βουλευτικές εκλογές κάτω κι από το 20%. Και το ΚΙΝΑΛ μπορεί να αγγίξει το 10%.
Θυμηθείτε το…
* Πέμπτο, όπως είδαμε ήδη, η διαφορά ανάμεσα στα δύο πρώτα κόμμα των ευρωεκλογών συνήθως υπερδιπλασιάζεται όταν ακολουθούν λίγο αργότερα οι βουλευτικές.
–Το 2009 η διαφορά από 4,35 μονάδες στις ευρωεκλογές ξεπέρασε λίγο αργότερα τις 10 μονάδες (υπέρ του ΠΑΣΟΚ τότε).
–Το 2014 η διαφορά από 3,8 μονάδες στις ευρωεκλογές έφτασε τις 8,5 μονάδες στις βουλευτικές εφτά μήνες αργότερα.
(Και στις δύο περιπτώσεις η διαφορά «άνοιξε» κατά 2,2φορές!)
Τώρα η διαφορά των 9,5 μονάδων στις ευρωεκλογές πόσο μπορεί να γίνει ένα μήνα αργότερα;
Αν υπερδιπλασιαστεί ξανά, ακριβώς όπως και παλαιότερα, θα μιλάμε για 21 μονάδες! Αν αυτή τη φορά ανοίξει αρκετά, αλλά όχι στο υπερδιπλάσιο – λίγο χαμηλότερα – θα μιλάμε για 18 μονάδες! Τουλάχιστον
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ πέσει κοντά στο (ή κάτω από το 20%), η ΝΔ χρειάζεται απλώς να κερδίσει πρόσθετες 4-5 μονάδες, για να βρεθεί στο 38%! Που είναι ποσοστό αυτοδυναμίας!
Κι είναι βέβαιο ότι με τον «αέρα» της μεγάλης νίκης, η ΝΔ μπορεί να βρει αυτές τις πρόσθετες 4-5 μονάδες, κυρίως από τα μικρότερα δεξιά κόμματα που δεν έχουν καμία ελπίδα να εκπροσωπηθούν στο εθνικό κοινοβούλιο. Αφού, έτσι κι αλλιώς, τα πολύ μικρά κόμματα, στις εθνικές εκλογές χάνουν μεγάλο μέρος της επιρροής τους στις «χαλαρότερες» ευρωεκλογές.
Επομένως ο στόχος είναι διπλός: Από τη μια πλευρά η ΝΔ στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές να κερδίσει πρόσθετες 5 μονάδες (πράγμα σύνηθες, και καθόλου παράξενο).
Και ταυτόχρονα ο ΣΥΡΙΖΑ να υποχωρήσει κάτω και από το ποσοστό που πήρε στις ευρωεκλογές (πράγμα όχι «σύνηθες», αλλά αυτή τη φορά καθόλου «απίθανο»).
Αυτή θα είναι η οριστική στρατηγική ήττα του!
Το πρώτο σκέλος αυτής της ήττας πραγματοποιήθηκε: Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις ευρωεκλογές με διαφορά διπλάσια της αναμενόμενης, και μεγαλύτερη από κάθε αντίστοιχη διαφορά στο παρελθόν.
Υποχρεώθηκε σε άμεσες βουλευτικές εκλογές που δεν ήθελε.
Τώρα μπορεί η διαφορά μπορεί να υπερδιπλασιαστεί! Πράγμα που συμβαίνει κάθε φορά που βουλευτικές εκλογές ακολουθούν τις ευρωεκλογές.
Δηλαδή να υποστεί ήττα από την οποία δεν θα συνέλθει ποτέ.
ΥΓ. 1 Μη βιαστείτε κάποιοι να πείτε πως «τέτοια πράγματα δεν γίνονται»!
Τα ίδια ακούγαμε και για τη διαφορά των 9 μονάδες, που ξεπεράστηκε
ΥΓ. 2 Μη βιαστείτε να βάλετε στη συζήτηση και τη ΧΑ. Αυτή υπέστη – δικαίως – μεγαλύτερη συντριβή από το ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο «συνεργάστηκε» ως τώρα. Τη μισή της δύναμη περίπου την πήρε ο Βελόπουλος! Συν η πανσπερμία των ακόμα μικρότερων δεξιότερων κομματιδίων, που το καθένα έχει ελάχιστο εκτόπισμα, αλλά όλα μαζί αθροίζουν πάνω από 5%
Με εξαίρεση τον πολύ «τοξικό» πυρήνα της ΧΑ, οι ψηφοφόροι των μικρών ακροδεξιών κομμάτων, έχουν πια σαφές κίνητρο στις εθνικές εκλογές να συμβάλλουν στη συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ! Και πολλοί αυτό ακριβώς θα κάνουν…
Γράφει ο Θανάσης Κ.
Κατηγορία Πολιτική
 
Εκλογές στις 7 Ιουλίου - Το καλύτερο δώρο στον Κυριάκο!
  • «Απόφαση του πρωθυπουργού είναι, πράγματι, οι εκλογές να γίνουν στις 7 Ιουλίου, για να μην διαταραχθεί η διαδικασία των (σχολικών) εξετάσεων» είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος - 
  • Με αστεία προχήματα, η κυβέρνηση μεταθέτει τις εκλογές κατά μία εβδομάδα αργότερα, αντί για την εύλογη ημερομηνία της 30ής Ιουνίου, αδιαφορώντας για τις πιθανές επιπτώσεις που θα έχει η παράταση της προεκλογικής περιόδου στην πραγματική οικονομία και την τουριστική κίνηση 
  • Ανήμερα της ονομαστικής εορτής του Κυριάκου Μητσοτάκη οι κάλπες.
Κατηγορία Πολιτική
 
Αθήνα 28/5/2019
Παληγιάννης Βασίλης
Αιρετός ΚΥΣΠΕ
 
Φασφαλής Νίκος
Αιρετός ΚΥΣΠΕ
 
Πεππές Δημήτριος
Αιρετός ΚΥΣΔΕ
 
 
 
Επιλογές Συντονιστών Εκπαίδευσης εξωτερικού
 
            Σας ενημερώνουμε ότι στη σημερινή συνεδρίαση του Συμβουλίου Επιλογής Συντονιστών Εκπαίδευσης εξωτερικού, ως αιρετοί θέσαμε υπόψη όλων των μελών ότι με βάση το Ν.2190/94 αλλά και με βάση το άρθρο 37 του Συντάγματος δεν μπορούμε να συνεχίσουμε τη διαδικασία επιλογής εν μέσω προεκλογικής περιόδου.

            Η μη δέσμευση του Συμβουλίου ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα προχωρήσει σε συνεντεύξεις μετά την επίσημη προκήρυξη των εκλογών, που ήδη έχει ανακοινώσει ο Πρωθυπουργός, οδήγησε στην αποχώρησή μας.
            Επιτέλους κάποιοι πρέπει να κατανοήσουν πως οι επιλογές στελεχών είναι μια πολύ σοβαρή και υπεύθυνη διαδικασία η οποία θα πρέπει να πληροί προϋποθέσεις διαφάνειας, νομιμότητας, αξιοκρατίας και αντικειμενικότητας, εξυπηρετώντας πρώτιστα τα συμφέροντα της εκπαίδευσης και όχι πολιτικές σκοπιμότητες.
            Ως αιρετοί δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουμε καμία διαδικασία επιλογής στελεχών σε προεκλογική περίοδο, με την παρουσία μας.
            Η παραπάνω θέση μας για τις επιλογές στελεχών δεν αφορά τις υπηρεσιακές μεταβολές που στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια (αποσπάσεις, μεταθέσεις, μετατάξεις, κλπ.) και οι οποίες συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία των σχολείων.
Κατηγορία Πρωτοσέλιδα
 
Αθήνα 28/5/2019
Παληγιάννης Βασίλης
Αιρετός ΚΥΣΠΕ
 
Φασφαλής Νίκος
Αιρετός ΚΥΣΠΕ
 
Πεππές Δημήτριος
Αιρετός ΚΥΣΔΕ
 
 
 
Επιλογές Συντονιστών Εκπαίδευσης εξωτερικού
 
            Σας ενημερώνουμε ότι στη σημερινή συνεδρίαση του Συμβουλίου Επιλογής Συντονιστών Εκπαίδευσης εξωτερικού, ως αιρετοί θέσαμε υπόψη όλων των μελών ότι με βάση το Ν.2190/94 αλλά και με βάση το άρθρο 37 του Συντάγματος δεν μπορούμε να συνεχίσουμε τη διαδικασία επιλογής εν μέσω προεκλογικής περιόδου.

            Η μη δέσμευση του Συμβουλίου ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα προχωρήσει σε συνεντεύξεις μετά την επίσημη προκήρυξη των εκλογών, που ήδη έχει ανακοινώσει ο Πρωθυπουργός, οδήγησε στην αποχώρησή μας.
            Επιτέλους κάποιοι πρέπει να κατανοήσουν πως οι επιλογές στελεχών είναι μια πολύ σοβαρή και υπεύθυνη διαδικασία η οποία θα πρέπει να πληροί προϋποθέσεις διαφάνειας, νομιμότητας, αξιοκρατίας και αντικειμενικότητας, εξυπηρετώντας πρώτιστα τα συμφέροντα της εκπαίδευσης και όχι πολιτικές σκοπιμότητες.
            Ως αιρετοί δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουμε καμία διαδικασία επιλογής στελεχών σε προεκλογική περίοδο, με την παρουσία μας.
            Η παραπάνω θέση μας για τις επιλογές στελεχών δεν αφορά τις υπηρεσιακές μεταβολές που στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια (αποσπάσεις, μεταθέσεις, μετατάξεις, κλπ.) και οι οποίες συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία των σχολείων.
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα
 
Προειδοποίηση: είναι ΜΕΓΑΛΟ.
 
 
Η Πόλις εάλω!
 
 
Η δραματικότερη ίσως στιγμή στην ιστορία του Ελληνισμού, η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τις τουρκικές ορδές, την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, αποτελεί ταυτόχρονα ένα ορόσημο για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, αφού ουσιαστικά ολοκληρώνει με τον πιο τραγικό τρόπο την περίοδο που έμεινε γνωστή ως "Μεσαίωνας".
 
*Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
 
Το κρατικό μόρφωμα που οι Δυτικοί ιστορικοί κατά το 17ο-18ο αιώνα ονόμασαν "Βυζάντιο", ήταν στην πραγματικότητα η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο νόμιμος διάδοχος της Ρώμης, της μεγαλύτερης και ισχυρότερης αυτοκρατορίας που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη. Φυσικά, με δεδομένο ότι η πλειονότητα των κατοίκων της "ανατολικής" αυτοκρατορίας ήταν Ελληνες, εθνικά ή πολιτιστικά, στη Δύση η αυτοκρατορία ήταν γνωστή ήδη από τον 6ο αιώνα ως "η αυτοκρατορία των Ελλήνων" και ο ηγέτης της ως "ο Ελληνας αυτοκράτορας".
Δεν έπαυε ωστόσο να είναι η διάδοχος της Ρώμης και ως τέτοια, η πρωτεύουσα της "Βυζαντινής" Αυτοκρατορίας, η "Νέα Ρώμη", η πόλη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος ο Μέγας και για περισσότερα από 1.100 χρόνια ήταν γνωστή ως Κωνσταντινούπολη, αποτέλεσε την πλέον ένδοξη και ισχυρή πόλη της εποχής της, έναν πραγματικό φάρο πολιτισμού και γνώσης, σε μια εποχή που στη χριστιανική Δύση προσπαθούσε να αναδυθεί από τα σκοτάδια της βαρβαρότητας.
 
Τα τείχη της εύμορφης νύφης του Βοσπόρου έστεκαν περήφανα μνημεία του οράματος του "άπαρτου κάστρου" των αυτοκρατόρων που διέταξαν και επέβλεψαν την ανέγερσή τους. Οι κάτοικοι της πόλης, ένα αμάλγαμα φυλών και λαών στους οποίους κυρίαρχη θέση είχαν οι Ελληνες, ήταν περήφανοι για την "Πόλη" τους. Ακόμη και στον 15ο αιώνα, όταν η πάλαι ποτέ ισχυρότερη πόλη του Μεσαίωνα δεν ήταν πια παρά μία σκιά του παλιότερου ένδοξου εαυτού της, η περηφάνια αυτή αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο, όπου θεμελιωνόταν η προσωπικότητα του "Ρωμιού".
Παρόλα αυτά, στα χρόνια της ένδειας που διήγε το Βυζάντιο στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, πολύς λίγος χώρος υπήρχε για υπερηφάνεια. Μία νέα δύναμη είχε εμφανιστεί στην περιοχή της εγγύς Ανατολής, η οποία ουσιαστικά ήλθε να καλύψει το "κενό εξουσίας" που είχε αφήσει το Βυζάντιο, αφού διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη όταν οι σταυροφόροι κατέλυσαν την αυτοκρατορική εξουσία το 1204. Η αυτοκρατορία μπορεί να αναγεννήθηκε από τις στάχτες της, αλλά πλέον δεν ήταν το πανίσχυρο Βυζάντιο που τρόμαζε τους εχθρούς και ενέπνεε σεβασμό στους φίλους με τη δύναμη, το μεγαλείο και την παράδοσή του.
 
Η δόξα που υπήρξε
 
Ηδη από τις αρχές του 15ου αιώνα, η ένδοξη αυτοκρατορία του Βυζαντίου δεν υπήρχε πλέον. Ο τίτλος, φυσικά, υφίστατο και οι Ελληνες αυτοκράτορες φορούσαν ακόμη την πορφύρα. Η Κωνσταντινούπολη ήταν πάντα η πρωτεύουσα του κράτους και ακόμη και τις τελευταίες ημέρες τους οι Βυζαντινοί φάνταζαν υποβλητικοί σε άλλους, νεότερους λαούς, που ακόμη πάσχιζαν ν’ αποκτήσουν το λούστρο του πολιτισμού. Έναν πολιτισμό που οι Βυζαντινοί, ως φυσικοί συνεχιστές της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης, φορούσαν με την άνεση και τη σιγουριά εκείνου που κατέχει κάτι με το οποίο γεννήθηκε. Η εντύπωση που προκαλούσαν οι απεσταλμένοι του Βυζαντίου στη Δύση, που αναδυόταν την εποχή αυτή από τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και προσέγγιζε τη δική της αναγέννηση, ήταν χαρακτηριστική: ήταν υποβλητικές φιγούρες, που ενέπνεαν σεβασμό, ορισμένες φορές και δέος, ιδιαίτερα όταν ο βασιλεύς συνδιαλεγόταν με τους "σοφούς" της Ευρώπης σαν να ήταν ένας από εκείνους, σε αντιδιαστολή με τους δυτικούς ηγέτες που στην διακρίνονταν μάλλον για την παντελή έλλειψη μόρφωσης και παιδείας.
 
Αλλά ως πολιτική και στρατιωτική δύναμη το Βυζάντιο είχε σβήσει. Αυτό που είχε απομείνει ήταν μια μικρή λωρίδα γης στην Ανατολική Θράκη, ο Μοριάς και η Πόλη. Η τελευταία, θλιβερό απομεινάρι της κοσμοκράτειρας που υπήρξε στο παρελθόν, είχε παρακμάσει σε απελπιστικό βαθμό. Ουδέποτε συνήλθε η Κωνσταντινούπολη από την καταστροφή που προκάλεσαν οι σταυροφόροι. Οι συνεχείς επισκέψεις του "Μαύρου Θανάτου", της πανούκλας, από τα μέσα του 14ου αιώνα και μετά, ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Τα τείχη της, τα οποία κάποτε προφύλασσαν ίσως και 1.000.000 ανθρώπους από τους εισβολείς που μάταια προσπαθούσαν να τα εκπορθήσουν, την εποχή του τέλους έδιναν καταφύγιο σε λιγότερες από 50.000 ψυχές. Τεράστιες εκτάσεις γης εντός των τειχών είχαν απογυμνωθεί και στη θέση τους είχαν ξεφυτρώσει εκτεταμένες καλλιέργειες, που ουσιαστικά έτρεφαν τον συρρικνωμένο πληθυσμό. Τα περισσότερα ένδοξα κτήρια που έχτισαν οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες και οι Έλληνες Βασιλείς, έστεκαν πλέον σαν απογυμνωμένα ερείπια, άδεια κελύφη που είχαν λεηλατηθεί από τους βαρβάρους της Δύσης, και τα υπέροχα έργα τέχνης που κάποτε τα κοσμούσαν, πλέον αποτελούσαν το καύχημα των πόλεων της Εσπερίας.
 
Ο κάποτε υπερήφανος και πανίσχυρος στρατός του Βυζαντίου, που αποτελούσε το φόβητρο ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου με τους επιβλητικούς κατάφρακτους, τους τρομερούς κλιβανάριους και τους πάνοπλους σκουτάτους, τις τελευταίες ημέρες ήταν πια μια μικρή δύναμη μέτρια εξοπλισμένων πολιτοφυλάκων, που συμπληρωνόταν με ξένους μισθοφόρους. Το βυζαντινό ναυτικό, που για 700 χρόνια κυριαρχούσε σε ολόκληρη την Κεντρική και Ανατολική Μεσόγειο, δεν ήταν παρά ένας μίζερος στολίσκος με δύο-τρία πλοιάρια και η αυτοκρατορία εκλιπαρούσε τους πανίσχυρους Γενοβέζους και Ενετούς θαλασσοκράτορες για βοήθεια όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη.
 
Τα αυτοκρατορικά θησαυροφυλάκια όμως, ενάμιση αιώνα πριν από το τέλος, ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά ώστε να χρηματοδοτήσουν μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Σε μία τέτοια περίσταση το Βυζάντιο σφράγισε τη μοίρα του. Με την πρόσληψη της Καταλανικής Εταιρείας, μιας μισθοφορικής φατρίας που έλκυε την καταγωγή της από την ομώνυμη περιοχή της Ιβηρικής αλλά συμπεριλάμβανε τυχοδιώκτες και αποβράσματα από ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη, το Βυζάντιο μπήκε σε μια τρομερή περιπέτεια, που είχε ως αποτέλεσμα την οριστική καταστροφή της κρατικής δομής και του κοινωνικού ιστού στα Βαλκάνια, την ερήμωση πολλών περιοχών και την εξάντληση και των τελευταίων αποθεμάτων χρυσού. Οι Καταλανοί, μετά τις αρχικές επιτυχίες τους ενάντια στους εχθρούς του Βυζαντίου, στράφηκαν ενάντια στους εργοδότες τους, ερήμωσαν μεγάλες εκτάσεις στη Θράκη, τη Μακεδονία και τη Νότιο Ελλάδα και επιχείρησαν να δημιουργήσουν την δική τους ηγεμονία στα ελληνικά εδάφη, πριν εξαφανιστούν από το προσκήνιο της ιστορίας. Η ιστορική ειρωνεία σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια: οι Καταλανοί είχαν προσληφθεί για να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς, οι οποίοι είχαν αρχίσει να αποθρασύνονται και απογύμνωναν την αυτοκρατορία από τα τελευταία ερείσματά της στη Μ. Ασία.
 
Οι Βυζαντινοί διπλωμάτες, που κάποτε κρατούσαν τις τύχες ολόκληρου του κόσμου στα χέρια τους, που δημιουργούσαν και εξαφάνιζαν βασίλεια με τις μηχανορραφίες τους, που εξασφάλισαν την επιβίωση του Βυζαντίου με χρυσό και υποσχέσεις όταν άλλες, ισχυρότερες στρατιωτικά, ηγεμονίες υπέκυπταν στη βαρβαρική πλημμυρίδα, τώρα το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να προσπαθούν να περισώσουν την ύπαρξη του κράτους τους, παρακαλώντας τους Οθωμανούς σουλτάνους για έλεος και τους δυτικούς βασιλείς για βοήθεια.
Μέσα σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα παρακμής, το σκοτάδι ανακουφιζόταν από ένα λαμπερό φάρο: το αιώνιο φως του ελληνικού πολιτισμού, που μεγαλουργούσε ξανά. Πράγματι, όπως παρατηρεί έμπλεος θαυμασμού ο μέγιστος Βρετανός ιστορικός του Μεσαίωνα, Στήβεν Ράνσιμαν, "από ένα καπρίτσιο της ιστορίας, αυτή η περίοδος της πολιτικής παρακμής, συνοδεύτηκε από μία πολιτιστική ζωή πιο αξιοζήλευτη και πιο παραγωγική απ’ ό,τι γνωρίσαμε σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της βυζαντινής ιστορίας. Καλλιτεχνικά η εποχή των Παλαιολόγων ήταν εξαιρετική. Τα μωσαϊκά και οι νωπογραφίες του 14ου αιώνα στην Εκκλησία της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη δείχνουν μία ζωντάνια, μία φρεσκάδα και μία ομορφιά που κάνουν τα ιταλικά έργα της ίδιας περιόδου να δείχνουν πρωτόγονα και αδέξια. Εργα της αυτής ποιότητας παράγονταν και αλλού στην πρωτεύουσα καθώς και στη Θεσσαλονίκη".
 
Πέρα από τις εκπληκτικές προόδους στην τέχνη, που θα αποτελούσαν τον προπομπό της καλλιτεχνικής αναγέννησης που ακολούθησε στη Δύση μέσα στις επόμενες δεκαετίες, το Βυζάντιο σε αυτήν την ύστατη ώρα του ευτύχησε να διαθέτει και ένα πλήθος από εξέχοντες διανοητές, που προσέφεραν εξαιρετικό έργο. Στην τελευταία περίοδο της αυτοκρατορίας, μια σειρά από εμβληματικές φυσιογνωμίες φώτιζαν τον πνευματικό ορίζοντα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, προσφέροντας μια εξαιρετικού πλούτου παραγωγή ιδεών.
Κάτω από τη φωτισμένη καθοδήγηση μιας προσωπικότητας του μεγέθους του Θεόδωρου Μετοχίτη, πρωθυπουργού του Βυζαντίου στα τέλη του 14ου αιώνα, στο αναγεννημένο Πανεπιστήμιο της Πόλης μαθήτευσαν και δίδαξαν εξέχοντα πνεύματα, όπως οι Νικηφόρος Γρηγοράς, Γρηγόριος Παλαμάς, Νικόλας Καβάσιλας, Δημήτριος Κυδώνης και πολλοί άλλοι. Η επόμενη γενιά των λογίων του Βυζαντίου περιελάμβανε κι άλλες εξέχουσες προσωπικότητες, με κορυφαία μεταξύ τους το νεοπλατωνιστή Γεώργιο Πλήθωνα ή Γεμιστό, τον εκ του Μορέα λόγιο που προσπάθησε να βρει πρακτικές λύσεις στα προβλήματα του ελληνισμού της εποχής του, ευαγγελίστηκε μια επιστροφή στις σπαρτιατικές ρίζες και τελικώς κατέληξε να ιδρύσει μια σχολή στην οποία φοίτησαν όλοι οι γόνοι της φλωρεντινής αριστοκρατίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σχολή και η σκέψη του Πλήθωνα αποτέλεσαν το έναυσμα για να ξεκινήσει το πνευματικό και πολιτιστικό κίνημα που στη Δύση αποκλήθηκε "Αναγέννηση" και το οποίο άρχισε, ακριβώς, από τη Φλωρεντία με πρωτομάστορες μερικούς από τους μαθητές του Γεμιστού.
 
Η ανερχόμενη δύναμη
 
Αν το Βυζάντιο παρουσίαζε όλα τα συμπτώματα μιας παραπαίουσας αυτοκρατορίας που πλέον είχε δύναμη μόνο στους τίτλους και στα ονόματα, η νεόκοπη οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ακριβώς το αντίθετο. Στα τέλη του 13ου αιώνα, μία τουρκική φατρία που ανήκε στη φυλή των Ογούζων Τούρκων, άρχισε υπό την ηγεσία του Οσμάν να χτίζει μία ηγεμονία στις παρηκμασμένες δομές του σελτζουκικού σουλτανάτου. Η Μικρά Ασία είχε ήδη εκτουρκισθεί μερικώς από τους προκατόχους τους (Σελτζούκους), οπότε οι Οθωμανοί (όπως ονομάστηκαν, από το όνομα του πρώτου σημαντικού ηγέτη τους, Οσμάν ή Οττομάν) βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να ξεκινήσουν μία δική τους ηγεμονία.
 
Μάλιστα, το κράτος του Οσμάν αρχικά ήταν ένα μπεηλίκι στο πλαίσιο του σελτζουκικού σουλτανάτου, το οποίο όμως την εποχή εκείνη (τέλη του 13ου αιώνα) ήταν ήδη μια σκιά του παλιού, πανίσχυρου εαυτού του, μετά από συντριπτικά πλήγματα καθ' όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα από το Ιλχανάτο των Μογγόλων, του οποίου είχε καταστεί υποτελής. Ο Οσμάν, σύμφωνα με την τουρκική παράδοση, κήρυξε την ανεξαρτησία του μπεηλικιού του το 1299 και από εκεί και πέρα ξεκίνησε να χτίζει μία πραγματική αυτοκρατορία. Αυτό το αρχικά ταπεινό κρατίδιο στη δυτική Μ. Ασία, σύντομα θα εξελισσόταν στην ισχυρότερη μουσουλμανική αυτοκρατορία από την εποχή του Πρώτου Χαλιφάτου και σε μία από τις πλέον ισχυρές στην παγκόσμια ιστορία.
 
Ωστόσο, η άνοδος των Οθωμανών περνούσε μέσα από το Βυζάντιο. Οι Οθωμανοί ευτύχησαν να βρουν απέναντί τους ένα Βυζάντιο μικρό, αποδυναμωμένο, με μειωμένο πληθυσμό, αποδιοργανωμένο κοινωνικό ιστό και χωρίς πόρους. Η αυτοκρατορία αποξενωνόταν από τους υποτελείς πληθυσμούς της, οι οποίοι καθίσταντο έτσι εύκολη λεία για τους μουσουλμάνους επιδρομείς, και σε πολλές περιπτώσεις οι ντόπιες ελίτ δέχτηκαν με αγαλλίαση τους Οθωμανούς καθώς η φορολόγηση των τελευταίων ήταν πολύ λιγότερο επαχθής από αυτήν της αυτοκρατορίας.
Τις πρώτες δεκαετίες αυτής της επέκτασης, οι Οθωμανοί βασίζονταν στον δοκιμασμένο κι επιτυχημένο, από τους αιώνες εφαρμογής του στην αραβική επέκταση, θεσμό των "γαζήδων" (ghazi). Στη θεωρία πρόκειται για μαχητές της (ισλαμικής) πίστης, στην πράξη όμως επρόκειτο για μικροφεουδάρχες και επικεφαλής φατριών ή μικρών φυλών, οι οποίοι εγκαθίσταντο σε μία μεθοριακή περιοχή κάποιας μουσουλμανικής ηγεμονίας και με την υποστήριξη του επικυρίαρχού τους έκαναν επιδρομές στα χριστιανικά εδάφη, αρπάζοντας αιχμαλώτους και αγαθά. Αργότερα και καθώς η πληθυσμιακή πυκνότητα σε αυτά τα εδάφη μειωνόταν, συνέπεια κυρίως της δράσης τους, τόσο λόγω του εξανδραποδισμού των κατοίκων όσο και της τρομοκράτησης αυτών που έμεναν, οι οποίοι συχνά έφευγαν εσπευσμένα για πιο ασφαλείς περιοχές, οι γαζήδες άρπαζαν τα χριστιανικά εδάφη και εγκαθιστούσαν δικούς τους αποίκους, συνήθως εξισλαμίζοντας και όσους χριστιανούς είχαν απομείνει. Για την αντιμετώπιση των γαζήδων φρόντιζαν, με ιδιαίτερη επιτυχία, οι θρυλικοί Ακρίτες του Βυζαντίου, οι οποίοι όμως τον 15ο αιώνα ήταν άλλη μία ανάμνηση του ένδοξου βυζαντινού παρελθόντος.
 
Με την πρακτική αυτή είχαν δημιουργήσει το μπεηλίκι του Οσμάν οι πρόγονοί του, συμπεριλαμβανομένου του θρυλικού Ερτουγρούλ, και με την ίδια τακτική το επέκτεινε και ο αυτός. Εδωσε στέγη σε όλους τους αραβογενείς και τουρκογενείς γαζήδες του Ισλάμ και τους ώθησε να ξεπεράσουν τα όριά τους, καταλαμβάνοντας σιγά, σιγά όλη τη Μικρά Ασία. Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να αντιδράσουν, αλλά το 1301 οι δυνάμεις τους ηττήθηκαν σε μάχη εκ παρατάξεως από τους Οθωμανούς. Η κλήση της καταλανικής εταιρείας δύο χρόνια μετά, από τον Ανδρόνικο, το μόνο που έκανε ήταν να χειροτερεύσει τα πράγματα για το Βυζάντιο. Παρότι και οι Οθωμανοί αντιμετώπιζαν δικά τους προβλήματα, η στιβαρή ηγεσία των ηγετών και ο ενθουσιασμός του νεοφώτιστου που αποτελούσε την κινητήρια δύναμη των νεόκοπων κατακτητών, επέτρεψε να ξεπεραστούν όλα τα εμπόδια. Ακόμη και τα πλέον σοβαρά, όπως η συντριπτική ήττα από τις ορδές του Ταμερλάνου, ο οποίος νίκησε αποφασιστικά το στρατό του Βαγιαζίτ το 1402 στη μάχη της Αγκυρας, δεν σταμάτησαν την ανοδική πορεία του κράτους που δημιούργησε ο Οσμάν. Μάλιστα ο Βαγιαζίτ πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη όταν οι ταταρικές ορδές του μισού Τούρκου  μισού Μογγόλου Τιμούρ Λενκ (που στη Δύση έγινε γνωστός ως Ταμερλάνος) εισήλθαν στην επικράτειά του, οπότε έλυσε την πολιορκία και έσπευσε να αναμετρηθεί μαζί του. Οι περισσότεροι δυτικοί ιστορικοί ψέγουν τις ηγεσίες των χριστιανικών κρατών που στην κρίσιμη αυτή ώρα, που η ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών υπέστη την πρώτη μεγάλη της ήττα και βρισκόταν κυριολεκτικά στα γόνατα και με τη δυναστεία του Οσμάν διαλυμένη, δεν εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να τερματίσουν την οθωμανική απειλή. Ηταν μία ιστορική ευκαιρία που χάθηκε, όπως τόσες άλλες.
 
Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να παίξουν το μοναδικό χαρτί που είχαν αυτό της αποτελεσματικής διπλωματίας  πλέκοντας τις γνωστές βυζαντινές ίντριγκες στα παρασκήνια της διαμάχης των γιων του Βαγιαζίτ (ο οποίος συνελήφθη από τον Τιμούρ και πέθανε ένα χρόνο αργότερα σε αιχμαλωσία) για τον οθωμανικό θρόνο. Η τύχη φάνηκε να χαμογελά στο Μανουήλ τον 2ο Παλαιολόγο, με την ανάρρηση στο θρόνο του φιλο-βυζαντινού Σουλεϊμάν, ωστόσο ο ίδιος ο στρατός του τον ανέτρεψε και έδωσε το θρόνο στον αδελφό του, Μούσα. Ο τελευταίος αποδείχθηκε ένας ιδιαίτερα άγριος πολέμαρχος, που προσπάθησε να τιμωρήσει τους χριστιανούς που είχαν υποστηρίξει τον αδελφό του. Μετά από εκτεταμένες σφαγές στη Μακεδονία και κυρίως στη Σερβία, όπου ερήμωσαν ολόκληρα χωριά, ένας άλλος αδελφός του, ο Μωάμεθ Α', τον ανέτρεψε με τη βοήθεια των Βυζαντινών, των Σέρβων και μεγάλου μέρους του στρατού του που είχε αποκάμει με την υπέρμετρη σκληρότητα του νέου σουλτάνου. Η διακυβέρνηση του Μωάμεθ ήταν ένα διάλειμμα γαλήνης για τους χριστιανούς γείτονες των Οθωμανών, αλλά αυτό δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Το πνεύμα του Γαζή ήταν ακόμη ζωντανό στους διαδόχους του Οσμάν.
 
Η πορεία προς το τέλος
 
Στις αρχές του 14ου αιώνα οι Οθωμανοί έθεταν τη μία μετά την άλλη τις βυζαντινές επαρχίες της Μικράς Ασίας υπό τον έλεγχό τους. Οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης πολύ λίγο μπορούσαν να αντιδράσουν και όταν το έκαναν, συνήθως ηττώντο στο πεδίο της μάχης από τον πολυάριθμο και πειθαρχημένο οθωμανικό στρατό.
Ελάχιστες απόπειρες ήταν σοβαρές και ακόμη λιγότερες επιτυχημένες. Ακόμη και όταν οι Οθωμανοί έχαναν τη μάχη, οι Βυζαντινοί έχαναν τον πόλεμο λόγω των εσωτερικών διαφωνιών και των σοβαρών προβλημάτων πειθαρχίας που ήταν πλέον ορατά και στον πιο καλόπιστο παρατηρητή. Κάτι ανάλογο συνέβη όταν ο Ανδρόνικος ο 3ος προσπάθησε να άρει την πολιορκία της Νίκαιας το 1329: στο πεδίο της μάχης δεν ηττήθηκε από τον οθωμανικό στρατό, αλλά οι δικές του δυνάμεις σύντομα διαλύθηκαν εξαιτίας εσωτερικών διαφωνιών και διχογνωμιών.
 
Η Νίκαια έπεσε στα χέρια των Οθωμανών όταν ηγέτης τους ήταν ο γιος του Οσμάν, Ορχάν. Την ίδια περίοδο χάθηκε και η Νικομήδεια. Και καθώς η αυτοκρατορία προσπαθούσε να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, προέκυψε η έριδα του 1341 και ο συνακόλουθος εμφύλιος, που έφερε τους Οθωμανούς και επίσημα στην Ευρώπη για πρώτη φορά, αφού ο εκ των διεκδικητών του θρόνου, Ιωάννης Καντακουζηνός, συμμάχησε με τον Ορχάν, ο οποίος του έστειλε 6.000 στρατιώτες για να πολεμήσουν στο πλευρό του.
Ο Καντακουζηνός κέρδισε το θρόνο και εξακολούθησε τη συμμαχία του με τον Ορχάν, ενώ η εκθρόνισή του το 1355 έδωσε την αφορμή στον Οθωμανό πολέμαρχο να εισβάλει στα Βαλκάνια και να αρχίσει να παγιώνει την τουρκική κυριαρχία στη χερσόνησο.
 
Το τέλος της ηγεμονίας του Ορχάν βρήκε τους Οθωμανούς κυρίαρχους της Δ. Θράκης, του μεγαλύτερου μέρους της Μ. Ασίας, και με ανανεωμένη επιθετικότητα και πλείστους όσους γαζήδες να συρρέουν στις τάξεις τους για να καταλύσουν την κυριαρχία των απίστων και στην Ευρώπη!
Ο Ορχάν είχε προλάβει επίσης να αναδιοργανώσει την κρατική δομή του νεόκοπου κράτους και το στρατό, παραδίδοντας στο διάδοχό του, Μουράτ Α', μια αποτελεσματική κρατική μηχανή και έναν εξαιρετικά πειθαρχημένο και αποτελεσματικό στρατό. Παρά τις προσπάθειες των Σέρβων, και λιγότερο των Βυζαντινών, για ανάσχεση της τουρκικής πλημμυρίδας στα Βαλκάνια, αργά αλλά σταθερά οι Τούρκοι επέκτειναν τα όρια του κράτους τους, υποτάσσοντας τους ντόπιους πληθυσμούς και χάρη σε θεσμούς, όπως το devsirme (στρατολόγηση χριστιανών με τη βία για να πολεμήσουν στο στρατό του σουλτάνου, αυτό που στη συνέχεια θα γινόταν γνωστό ως "παιδομάζωμα" και θα παρήγαγε τις εκλεκτές δυνάμεις των Γενίτσαρων), πλήθαιναν τις τάξεις των πολεμιστών του Μουράτ, που εμφανιζόταν ασταμάτητος. Με αυτούς τους πολεμιστές, ο στρατός του Μουράτ, που οδηγούσε ο γιος του, Βαγιαζήτ, αφού ο Μουράτ είχε μόλις δολοφονηθεί από έναν Σέρβο, συνέτριψε τις συνασπισμένες δυνάμεις των Σλάβων των Βαλκανίων στην ιστορική μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389.
 
Ο πρώτος Τούρκος που πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη το 1402, ήταν ο ίδιος ο Βαγιαζήτ, ο οποίος είχε προσπαθήσει και το 1396, αλλά τον σταμάτησαν τα νέα της σταυροφορίας του Ούγγρου βασιλιά, Σιγκισμούνδου. Ο Βαγιαζίτ διέλυσε το στρατό των σταυροφόρων στη Νικόπολη αλλά η ευκαιρία να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη είχε χαθεί. Ομως το 1402 ο Βαγιαζήτ ξεκίνησε εκ νέου την πολιορκία, την οποία όμως έλυσε εσπευσμένα για να αντιμετωπίσει τον Τιμούρ που ερχόταν επικεφαλής της ταταρικής ορδής προς την Αγκυρα.
Στα τελευταία χρόνια ύπαρξής της η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ή μάλλον τα θλιβερά υπολείμματά της, ήταν ουσιαστικά υποτελής του Σουλτάνου, όπως άλλωστε και όλες οι εναπομείνασες χριστιανικές ηγεμονίες των Βαλκανίων. Η ανέγερση του νέου κάστρου των Οθωμανών, του επονομαζόμενου Ρούμελη Χισάρ, στην ακτή του Βοσπόρου, ακριβώς δίπλα στην Κωνσταντινούπολη, εξυπηρετούσε τα σχέδια του νέου σουλτάνου και τον καθιστούσε κυρίαρχο και των στενών. Ομως ο Μωάμεθ δεν ήταν ικανοποιημένος με την επικυριαρχία στο Βυζάντιο, αφού ήθελε να καταστήσει την Κωνσταντινούπολη κέντρο της αυτοκρατορίας του. Ηθελε το στέμμα του Καίσαρα των Ρωμαίων και είχε βάλει σκοπό της ζωής του να το αποκτήσει.
 
Η θύελλα έρχεται
 
Ο Δούκας στο χρονικό του παραδίδει ένα περιστατικό που, ακόμη κι αν δεν είναι πραγματικό, δίνει τη διάσταση της φιλοδοξίας του μετέπειτα Πορθητή να γίνει δική του η Κωνσταντινούπολη: ο μέγας βεζίρης του Μωάμεθ, ο Τσανταρλί Χαλίλ, που δεν είχε καλές σχέσεις με τον σουλτάνο και φοβόταν (δίκαια, όπως αποδείχτηκε μετά την άλωση της Πόλης) για τη ζωή του, κλήθηκε από τον Μωάμεθ τα μεσάνυχτα στα διαμερίσματά του. Πήγε τρέμοντας από το φόβο, κρατώντας, όπως ήταν το έθιμο, ένα πεσκέσι, ένα δώρο στον άρχοντά του, μια πιατέλα γεμάτη με χρυσά νομίσματα, μήπως και τον εξευμενίσει.
Οταν τον είδε ο Μωάμεθ, ρώτησε τι ακριβώς ήταν αυτό και ο Χαλίλ, φοβισμένος, του είπε ότι του έφερε ένα δώρο, όπως ήταν το έθιμο. Ο σουλτάνος παραμέρισε το δίσκο και φώναξε στον έντρομο βεζίρη του: "Εγώ μόνο ένα πράγμα θέλω: δώσε μου την Κωνσταντινούπολη." Ο Χαλίλ, έντρομος από το ξέσπασμα του αφέντη του, τον άκουσε να του περιγράφει τα σχέδιά του: θα επιτίθεντο στην Πόλη το συντομότερο δυνατόν, μόλις ολοκληρώνονταν οι προετοιμασίες του. Ο Χαλίλ υποσχέθηκε αιώνια πίστη και αποχώρησε. Ο μέγας βεζίρης ήταν ο μοναδικός από τους ανώτερους αξιωματούχους του σουλτανάτου που διατράνωνε σε κάθε ευκαιρία την αντίθεσή του στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Αυτή ακριβώς η αντίθεσή του ήταν η πρόφαση για την καρατόμησή του μετά την άλωση.
Ο Μωάμεθ, με τη χαρακτηριστική αποφασιστικότητά του, ξεκίνησε μία σειρά κεραυνοβόλων ενεργειών για την πραγμάτωση του σχεδίου του. Επίσης, πήρε τη σύμφωνη γνώμη του συμβουλίου των υπουργών του, υποσχόμενος ότι αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει δική τους η υπέρλαμπρη Πόλη. Ο Χαλίλ δεν τόλμησε να διαφωνήσει μπροστά στην ψυχρή αποφασιστικότητα του αφέντη του και στην ομοθυμία των Οθωμανών, που ονειρεύονταν πλούσιο πλιάτσικο και στιγμές πολεμικής δόξας.
 
Μετά από εντατικές προετοιμασίες και αφού φρόντισε να συγκεντρώσει το τρομερό στράτευμά του, ο Μωάμεθ έσπευσε προς το Βόσπορο, έτοιμος να ξεκινήσει την πολιορκία.
Ο Κωνσταντίνος είχε προσπαθήσει με διπλωματικές επαφές να εξασφαλίσει κάποιου είδους βοήθεια για τη δοκιμαζόμενη πόλη. Πρεσβείες στις μεγάλες ιταλικές δυνάμεις και στα χριστιανικά βασίλεια των Βαλκανίων και της Ρωσίας εκλιπάρησαν για βοήθεια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η πόλη θα έπρεπε να φροντίσει με τις ίδιες τις δυνάμεις της να αποφύγει το μοιραίο. Οι βενετικές και γενουάτικες παροικίες της πόλης αποφάσισαν να αντισταθούν και έθεσαν τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Επτά βενετικά πλοία με 700 Ιταλούς δραπέτευσαν από την καταδικασμένη πόλη, αλλά οι υπόλοιποι έμειναν ως το τέλος. Σπουδαίοι άνδρες, όπως ο Γενουάτης Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι Λόνγκο, ο οποίος έφερε 700 αρματωμένους άνδρες από τη Γένοβα, τη Χίο και τη Ρόδο, ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν τη χριστιανική Δύση σε αυτή την ύστατη μάχη.
Το σκηνικό είχε στηθεί και αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν μία από τις πλέον δραματικές πολιορκίες της ιστορίας.
 
Οι αντίπαλοι στρατοί
 
Οι Οθωμανοί ήταν η ανερχόμενη δύναμη του μεσαιωνικού κόσμου και σίγουρα η στρατιωτική οργάνωσή τους ξεπερνούσε οτιδήποτε μπορούσε να αντιπαραθέσει οποιοσδήποτε χριστιανός ηγεμόνας της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης την ίδια περίοδο. Το στράτευμα αποτελούνταν από δύο κατηγορίες: τους επίστρατους, που ήταν ο κύριος όγκος του στρατεύματος αλλά ήταν σχετικά μέτριας μαχητικής αξίας, και τον τακτικό στρατό, τους στρατιώτες του παλατιού (Καπικουλού), μεταξύ των οποίων ήταν και περίφημοι Γενίτσαροι (Yeni Ceri στα Τουρκικά).
Αν και τα πρώτα χρόνια της επέκτασής τους οι Οθωμανοί βασίζονταν, όπως όλοι οι Τουρκομάνοι, κυρίως σε δυνάμεις άτακτων ελαφρών ιππέων και ιπποτοξοτών, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Ορχάν και καθώς οι Τούρκοι αφομοίωναν σταδιακά τα διδάγματα τόσο του Βυζαντίου όσο και της Δυτικής Ευρώπης με την οποία έρχονταν σε επαφή, ο στρατός τους εκσυγχρονίστηκε αποφασιστικά.
 
Οι επιδράσεις των Βυζαντινών ήταν εμφανείς κυρίως στη δομή του στρατού. Μεταξύ των επίστρατων του Μωάμεθ, η κύρια μάζα του πεζικού ήταν οι Αζάποι, χαμηλής κοινωνικής τάξης (και χαμηλής μαχητικής αξίας) μουσουλμάνοι χωρικοί, οι οποίοι εντάσσονταν υποχρεωτικά στο στρατό του σουλτάνου πριν από κάθε εκστρατεία και πολεμούσαν με τα όπλα που είχαν στη διάθεσή τους. Επρόκειτο για τουρκογενείς, Κούρδους, αραβογενείς και άλλους ανατολίτες, που ήταν συνήθως οπλισμένοι με τόξα και μεγάλα μαχαίρια και μάχονταν χωρίς συγκεκριμένη τακτική. Οι Οθωμανοί διοικητές χρησιμοποιούσαν αυτό το σώμα για να ανοίξουν το δρόμο στα πιο επίλεκτα τμήματα που θα ακολουθούσαν και είναι χαρακτηριστικό ότι Αζάποι, μαζί με τα κατεξοχήν σώματα των ατάκτων, ήταν εκείνοι που έκαναν τις περισσότερες εφόδους στα τείχη της Κωνσταντινούπολης πριν αυτά υποστούν σοβαρά ρήγματα.
Μέρος των επίστρατων ήταν και το ιππικό των Ακιντσί, κυρίως Τουρκομάνοι οι οποίοι πολεμούσαν με τις γνωστές τακτικές των ιπποτοξοτών της στέπας και λίγη αξία είχαν σε συντεταγμένη μάχη, πόσο μάλλον σε πολιορκία. Στους επίστρατους θα συντάσσαμε και τις δυνάμεις των χριστιανών Τιμαριούχων, που ήταν υποτελείς του σουλτάνου, οι Βοϊνιούκ όπως τους αποκαλούσαν οι Τούρκοι. Μεταξύ αυτών ήταν βαρύ και μέσο ιππικό, καθώς και μέσο ή βαρύ πεζικό. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι δυνάμεις των Οθωμανών Τιμαριούχων, που οργανώνονταν κυρίως στο ιππικό των Τοπρακλί Σουβαρισί και ήταν ιδιαίτερα μεγάλης μαχητικής αξίας και πολυάριθμες, αποτελώντας ουσιαστικά τον δεύτερο ισχυρότερο πόλο του οθωμανικού στρατού, μετά τα στρατεύματα του παλατιού.
 
Τα σώματα του "παλατιού", δηλαδή ο τακτικός στρατός, περιελάμβανε τον καιρό του Μωάμεθ το επίλεκτο ιππικό Καπικουλού, καθώς και το εξίσου επίλεκτο πεζικό Καπικουλού. Βασικό συστατικό στοιχείο του τελευταίου ήταν οι Γενίτσαροι, που την εποχή εκείνη ήταν κυρίως στρατολογημένοι με τη βία αιχμάλωτοι πολέμου, οι οποίοι είχαν αναγκαστεί ν’ αλλαξοπιστήσουν και είχαν εκπαιδευτεί ως υψηλής ποιότητας πεζικό παντός ρόλου. Τα χρόνια του Μωάμεθ είχαν αρχίσει να εισέρχονται οι πρώτοι Γενίτσαροι που προέρχονταν από το παιδομάζωμα και ως εκ τούτου ήταν ακόμη πιο φανατισμένοι και καλύτερα εκπαιδευμένοι. Φυσικά, στις Καπικουλού δυνάμεις εντάσσονταν και τα επικουρικά σώματα του παλατιού, όπως οι Μποσταντσί, οι Σεγκμέν και ο Ντογκαντσί, ενώ εδώ ανήκαν και οι πυροβολητές και οι υπηρέτες των πυροβόλων, που θα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην πολιορκία και οι οποίοι ήταν γνωστοί με τους τίτλους Τοπτσού και Τοπ Αραμπατσί.
Υπήρχε και ένας αδιευκρίνιστος αριθμός ατάκτων (βαζιβουζούκων), που δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε κάποια από τις παραπάνω τάξεις. Κατά πάσα πιθανότητα οι άτακτοι, που ακολουθούσαν τους οθωμανικούς στρατούς για το πλιάτσικο και ήταν ιδιαίτερα άγριοι στη μάχη, ξεπερνούσαν τους 20.000.
 
Μέσα στα επόμενα χρόνια μετά την κατάκτηση ο οθωμανικός στρατός, με τη γενίκευση του παιδομαζώματος και την οργάνωση σε νέα πρότυπα, θα γινόταν ένας πραγματικά πανίσχυρος οργανισμός, προφανώς ο καλύτερος στρατός της εποχής του, πριν αρχίσει να παρακμάζει δραματικά  μαζί με ολόκληρη την οθωμανική κοινωνία  στα μέσα του 17ου αιώνα. Το 1453 όμως ο Μωάμεθ είχε τη δυνατότητα να παρατάξει ένα εξαιρετικό στράτευμα και μάλιστα πολυπληθές: μόνο για την άλωση της Πόλης, ο στρατός που είχε μαζευτεί έξω από τις πύλες των τειχών ξεπερνούσε τους 100.000 μάχιμους, ενώ ακολουθούσαν πολλοί περισσότεροι υπηρέτες, εργάτες, τεχνίτες και το πλήθος που κατά κανόνα ακολουθεί τους μεγάλους στρατούς.
 
Τι είχε να αντιπαρατάξει ο Βυζαντινός ηγεμόνας σε αυτόν τον τεράστιο στρατό; Ο ίδιος ο Σφραντζής ετοίμασε, κατ’ εντολή του Κωνσταντίνου, μία λίστα των κατάλληλων προς στρατιωτική υπηρεσία ανδρών. Σε αυτόν περιλαμβάνονταν 4.973 Ελληνες και περί τους 2.000 ξένοι κάτοικοι της Πόλης και εθελοντές. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί και ένας μικρός ακόμη αριθμός προερχόμενων από έξωθεν βοήθεια, συμπεριλαμβανόμενων και Ελλήνων (όπως των Κρητών τοξοτών, που ήταν τυπικά πολίτες της Ενετίας). Το σύνολο των υπερασπιστών ήταν γύρω στις 7.500 με 8.000 μάχιμους.
Οι βυζαντινές δυνάμεις συμπεριλάμβαναν ένα μικρό τμήμα ελληνικού μέσου ιππικού, τους Στρατιώτες, καθώς και τμήματα πολιτικού πεζικού. Κάποιοι από τους πεζούς ήταν επαγγελματίες στρατιώτες, φορούσαν δυτικού τύπου πανοπλίες και είχαν ανάλογο οπλισμό, αλλά η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων υπερασπιστών δεν ήταν παρά πολιτοφύλακες με φτωχό οπλισμό και ελάχιστη εκπαίδευση. Μεταξύ των Ελλήνων υπήρχαν και λίγοι βαλλιστροφόροι, οι οποίοι μάλιστα ήταν οργανωμένοι σε μια στρατιωτική κολεκτίβα, στα ιταλικά πρότυπα.
 
Στις τάξεις των Βυζαντινών πολέμησαν και κάποιοι Ιταλοί και Ούγγροι, ίσως και Γερμανοί "πυροβολητές", δηλαδή πρώιμοι τουφεκιοφόροι, που μάχονταν με τα άβολα και καθόλου ακριβή "κανόνια χειρός" της εποχής. Ο αριθμός αυτών ήταν πολύ μικρός (λίγες δεκάδες) και έπαιξαν μικρό μόνο ρόλο στην εξέλιξη της πολιορκίας. Η πλειονότητα των ξένων που συμμετείχαν στην άμυνα της Πόλης ήταν Ενετοί και Γενοβέζοι. Αν και οι Γενοβέζοι του γενουατικού τομέα της Πόλης (Πέρα) διακήρυξαν ουδετερότητα αρκετοί συμπατριώτες τους πέρασαν τον Κεράτιο και εντάχθηκαν σε στρατιωτική υπηρεσία. Μοιάζει τραγική ειρωνεία ότι εκείνοι που έκαναν το μεγαλύτερο κακό στο Βυζάντιο ήταν οι ίδιοι που τώρα, λίγο πριν από το τέλος, θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν να αποφευχθεί το μοιραίο. Μάλιστα, οι Βενετοί φέρεται να είχαν αποφασίσει να στείλουν έναν αξιόμαχο στόλο με 800 επαγγελματίες στρατιώτες, αριθμό Κρητών πολεμιστών και, φυσικά, μεγάλο αριθμό ναυτών, για να βοηθήσουν στην υπεράσπιση της πόλης. Μία δύναμη που αν όντως είχε φθάσει, θα προσέφερε πολλά στην άμυνα, κυρίως αποσοβώντας την καταλυτική κυριαρχία του οθωμανικού στόλου. Ωστόσο, ο στόλος της Βενετίας καθυστέρησε για δύο μήνες ν’ αναχωρήσει από τη Βενετία. Η εντολή για την αναχώρηση δόθηκε μόλις στις 7 Μαΐου, όταν η πολιορκία βρισκόταν ήδη στην κορύφωσή της (κάτι που δεν γνώριζαν, βεβαίως, οι Ενετοί) και όταν η Πόλη έπεφτε, ο στόλος βρισκόταν ακόμη στο Αιγαίο! Οι λόγοι αυτής της τεράστιας καθυστέρησης δεν έχουν ακόμη διευκρινισθεί. Ισως η ηγεσία της Γαληνότατης πίστευε ότι η Κωνσταντινούπολη, με τα πανίσχυρα τείχη της, θα κρατούσε επ’ αόριστον. Ισως πάλι οι καιροσκόποι Ενετοί δεν ήταν απολύτως βέβαιοι για την αφοσίωσή τους στους χριστιανούς του Βυζαντίου, αφού μπορεί να είχαν ακόμη κατά νου κάποιες μεθόδους συνεννόησης με τους Οθωμανούς ώστε να διατηρήσουν τα εμπορικά προνόμιά τους στην Ανατολική Μεσόγειο.
 
Τέλος, στο πλευρό των Βυζαντινών πολέμησε και μία ομάδα Τούρκων. Επρόκειτο για τον πρίγκιπα Ορχάν, διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου, που κατοικούσε στην Πόλη μαζί με τη συνοδεία των πιστών σωματοφυλάκων του και ακολούθων, οι οποίοι προσφέρθηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό των χριστιανών και ενάντια στους ομοδόξους τους.
 
Η έναρξη των εχθροπραξιών
 
Οι κάτοικοι της Πόλης μόλις είχαν προλάβει να γιορτάσουν το Πάσχα, όταν οι ορδές του Μωάμεθ άρχισαν να καταφτάνουν. Τα πρώτα τμήματα των προφυλακών των Οθωμανών φάνηκαν κοντά στα τείχη της πόλης στις 2 Απριλίου του 1453. Τμήμα ιππικού των Βυζαντινών έκανε έξοδο και κατάκοψε τους πρώτους Τουρκομάνους που αφίχθησαν, ωστόσο η ροή ανδρών ήταν σταθερή και σύντομα οι Βυζαντινοί επέστρεψαν στη – σχετική – ασφάλεια των τειχών, χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτε περισσότερο από το να παρακολουθούν το μεγάλο στράτευμα να συγκεντρώνεται σιγά-σιγά.
 
Οι μάχιμοι άνδρες του τουρκικού στρατού θα πρέπει να ήταν περί τους 100.000, ωστόσο το πλήθος που συγκεντρώθηκε έξω από τις πύλες της Βασιλεύουσας ήταν τουλάχιστον δύο φορές μεγαλύτερο.
Ο Κωνσταντίνος έβλεπε με απόγνωση το πλήθος των πολιορκητών να μαυρίζει τον ορίζοντα, αλλά δεν έχανε την ψυχραιμία του. Εδωσε εντολή να τοποθετηθεί η αλυσίδα στον Κεράτιο, φράζοντας έτσι τον κόλπο και εμποδίζοντας τους Τούρκους να κερδίσουν την πολυπόθητη γι' αυτούς καθολική θαλάσσια κυριαρχία και να αποκλείσουν την πόλη απ' όλες τις πλευρές. Παράλληλα με τον τρόπο αυτό απεφεύχθη η επανάληψη του στρατηγήματος που είχαν χρησιμοποιήσει οι εισβολείς σταυροφόροι κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, όταν είχαν καταλάβει εξ εφόδου τα ασθενώς υπερασπιζόμενα θαλάσσια τείχη.
 
Η αλυσίδα, οι γενναίοι αλλά ολιγάριθμοι υπερασπιστές και τα επιβλητικά χερσαία τείχη ήταν τώρα τα μόνα εμπόδια ανάμεσα στην πόλη και στους εχθρούς. Τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, με κύριο άξονα το Θεοδόσιο τείχος, θεωρούνταν μακράν το καλύτερο δείγμα μεσαιωνικής τειχοποιίας και μέχρι τότε ήταν πρακτικά ακατάβλητα, τουλάχιστον πριν από την έλευση της πυρίτιδας, όπως θα αποδεικνύονταν στη συνέχεια. Απλώνονταν σε μήκος έξι χιλιομέτρων, από τον Κεράτιο στο Μαρμαρά, σε τρία επάλληλα τμήματα, με μία τάφρο να εμποδίζει τους πολιορκητές να πλησιάσουν. Απέναντι στα τυπικά μεσαιωνικά όπλα, καταπέλτες και πετροβόλους (trebuchets), τα τείχη, αρκεί να ήταν επαρκώς επανδρωμένα, δεν είχαν φόβο. Ωστόσο, αυτή δεν ήταν μια τυπική μεσαιωνική πολιορκία. Μια νέα εποχή ανέτειλε και ο ερχομός της σηματοδοτήθηκε από το βροντώδη ήχο τεράστιων μπρούτζινων ή σιδερένιων κυλίνδρων, που έριχναν ογκώδη πέτρινα βλήματα με μία δύναμη που κανένας καταπέλτης δεν μπορούσε να προσεγγίσει και σε σχεδόν ευθυτενή τροχιά.
Τα κανόνια των Τούρκων δίκαια έχουν χρεωθεί με το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας της πολιορκίας. Γνωστά είναι τα τρία μεγάλα κανόνια που είχε κατασκευάσει ο Ούγγρος μηχανικός Ουρβανός για τον Μωάμεθ. Το μεγαλύτερο από αυτά έριχνε βλήματα βάρους άνω του μισού τόνου, το δεύτερο μέχρι και 360 κιλά και το τρίτο λίγο πάνω από 300. Οι Οθωμανοί όμως είχαν πολύ περισσότερα κανόνια. Σύμφωνα με τις πηγές, τα οθωμανικά κανόνια ήταν περίπου 70, οργανωμένα σε 14 πυροβολαρχίες κατά μήκος των τειχών της Κωνσταντινούπολης. Το σφυροκόπημα από τα κανόνια άρχισε από την έκτη Απριλίου, όταν το σύνολο των πυροβολαρχιών είχε παραταχθεί και το οθωμανικό στράτευμα είχε πάρει τις θέσεις του στη γραμμή που είχαν προετοιμάσει γι' αυτό οι πολυάριθμοι εργάτες και συνοδοί.
 
Πριν από αυτό, ο σουλτάνος, όπως επέβαλλε το τυπικό των συγκρούσεων της εποχής για τους Οθωμανούς, έστειλε ένα τελευταίο μήνυμα στον Κωνσταντίνο, με το οποίο του ζητούσε να παραδοθεί, υποσχόμενος ότι σε μια τέτοια περίπτωση και κάτω από τους νόμους των μουσουλμάνων, δεν θα πείραζε τους πολίτες της Κωνσταντινούπολης ούτε τις περιουσίες τους. Σε διαφορετική περίπτωση, συμπλήρωνε, δεν θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο όταν θα έμπαινε στην Πόλη. Οι προτάσεις του απορρίφθηκαν από τον αυτοκράτορα και τους πολίτες και η πολιορκία ήταν πλέον γεγονός.
Το πρωί της έκτης Απριλίου ο αυτοκράτορας βρέθηκε με τον Λόνγκο, στον οποίο είχε ανατεθεί η ευθύνη υπεράσπισης του κεντρικού τμήματος του τείχους, στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Εκεί άκουσε για πρώτη φορά τον εκκωφαντικό θόρυβο των τουρκικών κανονιών, που ξεκίνησαν αργά αλλά σταθερά να αποσαθρώνουν τις δομές του τείχους και να δημιουργούν τη μία ρωγμή μετά την άλλη. Μάλιστα, ήδη από την πρώτη ημέρα του βομβαρδισμού προκάλεσαν την κατάρρευση ενός μικρού τμήματος του τείχους.
 
Την επομένη ο Μωάμεθ αποφάσισε να δοκιμάσει τις αντιστάσεις των χριστιανών. Συγκέντρωσε ένα σώμα ατάκτων και τους έστειλε κατά του κέντρου του τείχους. Οι υπερασπιστές, χωρίς καν να χρειαστεί να συμπτυχθούν από το εξωτερικό τείχος, τους απώθησαν εύκολα προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες.
Μετά από αυτό η δραστηριότητα των επιτιθέμενων περιορίστηκε και οι Βυζαντινοί αποσύρθηκαν από τον "περίβολο" στο κυρίως τείχος. Ο βομβαρδισμός ξανάρχισε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στις 12 Απριλίου, αφού ο Μωάμεθ είχε δώσει εντολή για αναδιάταξή των πυροβολαρχιών βάσει των παρατηρήσεων από τις πρώτες βολές, και από εκεί και πέρα οι εκρήξεις των κανονιών και οι ξεροί ήχοι που έκαναν τα βλήματα πάνω στο τείχος, ήταν η καθημερινή συντροφιά των γενναίων υπερασπιστών έως την ημέρα που έπεσε η Πόλη.
Ταυτόχρονα με τον από ξηράς βομβαρδισμό, οι θαλάσσιες δυνάμεις του "Πορθητή" έκαναν αλλεπάλληλες προσπάθειες να περάσουν την αλυσίδα και να εισέλθουν στον Κεράτιο, αλλά κάθε φορά αποκρούονταν από τα πλοία των Βυζαντινών και των Ενετών που είχαν αναλάβει την υπεράσπιση του όρμου.
 
Οι Τούρκοι, ίσως για να δείξουν στους Βυζαντινούς τι τους περίμενε μετά το πέρας της πολιορκίας, κατέλαβαν δύο μικρά οχυρά που βρίσκονταν εκτός των τειχών και επάνδρωναν ολιγομελείς φρουρές των Βυζαντινών και παλούκωσαν τους επιζώντες υπερασπιστές, περί τα 70 άτομα, μπροστά στα τείχη.
Ο συνεχιζόμενος βομβαρδισμός, παρά τα τεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Οθωμανοί πυροβολητές, συνεχιζόταν ακατάπαυστα όλη μέρα και οι υπερασπιστές ήταν απασχολημένοι με το να προσπαθούν, μόλις έπεφτε το σκοτάδι, να μπαλώνουν όπως-όπως τα χάσματα που εμφανίζονταν συνεχώς στα τείχη.
Στις 18 Απριλίου, ο Μωάμεθ πίστεψε ότι θα μπορούσε να πάρει την Πόλη, θεωρώντας ότι η ζημιά στα τείχη ήταν ήδη σημαντική. Επέλεξε ένα συγκεκριμένο τμήμα του τείχους στο Μεσοτείχιο και εξαπέλυσε εκεί μια μεγάλη επίθεση, στην οποία δεν συμμετείχαν πλέον τμήματα βαζιβουζούκων αλλά τακτικοί πεζοί, με τους φανατικούς Γενίτσαρους να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν την επίθεση.
Με επικεφαλής τον γενναίο Τζουστινιάνι, οι χριστιανοί κράτησαν τη θέση τους, απωθώντας τους Τούρκους που έρχονταν κατά κύματα. Η μάχη κράτησε πάνω από 4 ώρες, πάνω από 200 Τούρκοι σκοτώθηκαν και πολλοί περισσότεροι τραυματίστηκαν, αλλά οι Ελληνες δεν υποχώρησαν ούτε εκατοστό. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Βενετό αυτόπτη μάρτυρα, Νικολό Μπαρμπάρο, ούτε ένας Ελληνας ή Ιταλός δεν σκοτώθηκε σε αυτήν την επίθεση!
 
Μία μικρή αχτίδα φωτός για το χριστιανικό στρατόπεδο έλαμψε όταν τρία γενουάτικα πλοία και ένα βυζαντινό, αψηφώντας την τεράστια τουρκική αρμάδα, πέρασαν στον Κεράτιο φέρνοντας τρόφιμα και άλλες προμήθειες. Στη ναυμαχία που ακολούθησε και στην οποία συμμετείχαν και βενετικά πλοία από την άμυνα της πόλης, σκοτώθηκαν πάνω από 100 Τούρκοι ναύτες, ενώ τα πλοία διέσπασαν τον αποκλεισμό και οι πολιορκημένοι αναθάρρησαν έστω για λίγο, προσβλέποντας σε ακόμη μεγαλύτερη βοήθεια από τον έξω κόσμο, που θα τους έδινε τη νίκη σε αυτήν την μάχη ζωής και θανάτου. Αλλά αυτό ήταν μόνο ένα μικρό φωτεινό διάλειμμα στις έξι εβδομάδες απελπιστικής βεβαιότητας ότι το τέλος ήταν κοντά.
 
Ο κλοιός σφίγγει
 
Αφού τιμώρησε (δεν τον αποκεφάλισε, μετά τα παρακάλια των αξιωματούχων του, αλλά τον καθαίρεσε και τον μαστίγωσε) τον Βούλγαρο ναύαρχο Μπάρτογλου για την αποτυχία του ενάντια στα τέσσερα χριστιανικά πλοία, ο Μωάμεθ αποφάσισε να αλλάξει πορεία. Κατανοούσε ότι για να εξασφαλίσει τον πλήρη αποκλεισμό της Πόλης, έπρεπε να ελέγξει τον Χρυσόκερο, τον Κεράτιο κόλπο. Η αλυσίδα που έφραζε την είσοδο, σε συνδυασμό με τα ισχυρά πλοία που τη φρουρούσαν, έμοιαζε αδύνατο να παραβιαστεί. Οπότε, παίρνοντας παράδειγμα από παρόμοιες ενέργειες που είχαν γίνει παλιότερα από Ιταλούς και Αραβες, αποφάσισε να προχωρήσει στην υπερνεώλκηση τμήματος του στόλου του από το δρόμο που περνούσε δίπλα στο Γαλατά, διαμέσου της "κοιλάδας των Πηγών".
 
Επρόκειτο για ένα τεράστιο έργο, αλλά οι δυνατότητες των Οθωμανών σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν σχεδόν ανεξάντλητες. Τα πληρώματα των πλοίων και χιλιάδες από τους εργάτες που συνόδευαν το στράτευμα, ξεκίνησαν το κολοσσιαίο έργο της υπερνεώλκησης 72 από τα μικρότερα πλοία των Οθωμανών στον Κεράτιο. Το πρωί της 23 Απριλίου το σύνολο των πλοίων βρισκόταν πλέον στον κόλπο. Οι Βυζαντινοί είχαν χάσει τον έλεγχο του Κεράτιου και ο οθωμανικό κλοιός είχε σφίξει γύρω από την Πόλη σαν μέγκενη που απειλούσε να συντρίψει τους υπερασπιστές της.
Το σχέδιο του Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρποληθούν τα πλοία των Οθωμανών που είχαν περάσει στον Κεράτιο τέθηκε σε εφαρμογή, αλλά το μόνο αποτέλεσμα ήταν η απώλεια δύο χριστιανικών πλοίων. Δύο ένα μάλιστα, όπου επέβαινε ο Κόκο, βυθίστηκε αύτανδρο. Σύμφωνα με τις πηγές, ένας Γενουάτης εξωμότης, έμπορος από το Πέρα, ήταν εκείνος που ενημέρωσε τον Μωάμεθ για το σχέδιο και γι’ αυτό οι τολμηροί μπουρλοτιέρηδες απέτυχαν.
 
Για μερικές ημέρες τα πράγματα ηρέμησαν, καθώς πέρα από τους συνεχείς κανονιοβολισμούς και κάποιες σποραδικές απόπειρες των τουρκικών πλοίων να προσεγγίσουν τα θαλάσσια τείχη από την πλευρά του Κεράτιου, δεν υπήρξε άλλη αξιοσημείωτη δραστηριότητα. Αυτό κράτησε για μία σχεδόν βδομάδα. Καθώς η βοήθεια που περίμεναν οι πολιορκημένοι από τη Βενετία δεν ερχόταν, ο αυτοκράτορας έστειλε ένα πλοίο υπό τουρκική σημαία, με πλήρωμα δώδεκα εθελοντές ντυμένους με τουρκικές στολές, για να αναζητήσει νέα για το στόλο που είχαν ζητήσει ο αυτοκράτορας και οι Βενετοί της Πόλης από το Συμβούλιο της Γαληνότατης. Η αγωνιώδης αναμονή επέφερε διαλυτικά αποτελέσματα, καθώς τις ίδιες ημέρες η διαρκής έχθρα μεταξύ Γενουατών και Ενετών είχε εξελιχθεί σε ανοιχτή διαμάχη και η ενδοχριστιανική έριδα έμοιαζε αγριότερη από εκείνη έξω από τα τείχη. Η παρέμβαση του αυτοκράτορα έθεσε τέρμα στις ανοιχτές κατηγορίες και στους τσακωμούς, ωστόσο τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ των Ιταλών παρέμεναν.
 
Οι επιθέσεις ξαναρχίζουν
 
Για μερικές ημέρες το μεγάλο ("βασιλικό") κανόνι του Ουρβανού είχε σιγήσει, αντιμετωπίζοντας τεχνικά προβλήματα (παρουσίασε ρωγμές εξαιτίας της υπερθέρμανσης από τη συνεχή χρήση). Ομως την έκτη Μαΐου άρχισε ξανά να στέλνει τεράστιους ογκόλιθους με τρομερή δύναμη ενάντια στο τείχος. Οι υπερασπιστές παρατήρησαν μία αυξανόμενη κινητικότητα στις τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν έξω από το τείχος, ενώ ταυτόχρονα τα πλοία στον Κεράτιο έδειχναν σημάδια κινητοποίησης.
Φαινόταν ότι προετοιμαζόταν επίθεση των Οθωμανών και πραγματικά, την αυγή της επομένης, 7 Μαΐου, ο Σουλτάνος έστειλε ένα μεγάλο τμήμα του στρατού να επιτεθεί στα τείχη. Περνώντας μέσα από την, παραγεμισμένη με τα υλικά από το τείχος που κατέρρεε, τάφρο, οι Τούρκοι έβαλαν ξανά στόχο το Μεσοτείχιο. Η επίθεση ήταν σύντομη, αφού κράτησε μόλις τρεις ώρες, αλλά εξαιρετικά σφοδρή. Το τείχος στο σημείο αυτό ήταν περισσότερο ένα ερείπιο και οι υπερασπιστές χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τους επιτιθέμενους επί ίσοις όρους.
 
Στην τρομερή μάχη διακρίθηκε ένας γιγαντόσωμος Ελληνας με το όνομα Ρανγάβος, που φέρεται να έκοψε με μία σπαθιά στα δύο τον ίδιο τον σημαιοφόρο του σουλτάνου, τον Αμίρ Μπέη, πριν περικυκλωθεί και ο ίδιος από τα στίφη των Τούρκων και φονευθεί. Οι χριστιανοί κατάφεραν να κρατήσουν για άλλη μία φορά, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες απώλειες στους Τούρκους.
Ο Μωάμεθ άρχιζε να γίνεται ανυπόμονος και προβληματιζόταν με την αντοχή των υπερασπιστών. Ξημερώνοντας η 12η Μαΐου, ο Μωάμεθ έριξε σχεδόν το μισό στράτευμά του σε άλλη μία σφοδρή επίθεση, αυτή τη φορά στο τμήμα του τείχους των Βλαχερνών, κοντά στην ένωση με το Θεοδοσιανό τείχος. Στην τρομερή μάχη που ακολούθησε, οι χριστιανοί κατόρθωσαν για μία ακόμη φορά να αποκρούσουν την έφοδο, χάρη στην έγκαιρη άφιξη των εφεδρειών υπό τον Θεόδωρο Καρυστινό.
Η απελπισία άρχισε να γίνεται εμφανής στα πρόσωπα των πολιορκημένων και κάποιοι πρότειναν ακόμη και μαζική έξοδο, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα, κάτι που απορρίφθηκε από εκείνους που προσέβλεπαν ακόμη σε έξωθεν βοήθεια.
 
Οι Τούρκοι, βλέποντας ότι τα τείχη, παρά τον σφοδρότατο βομβαρδισμό, πρόσφεραν ακόμη κάλυψη στους υπερασπιστές της πόλης, είχαν ξεκινήσει ήδη από εβδομάδες να σκάβουν σήραγγες για να τα υπονομεύσουν. Σέρβοι και Βόσνιοι μεταλλωρύχοι είχαν αναλάβει απρόθυμα το τρομερό καθήκον και ακούραστα έσκαβαν σήραγγες κάτω από τη δομή των τειχών. Στην αντιμετώπιση αυτής της απειλής εξέχοντα ρόλο έπαιξε ο Ιωάννης Γκραντ, μηχανικός που είχε έλθει στην Πόλη από τη Γερμανία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν σκωτσέζικης καταγωγής. Υπό την καθοδήγησή του οι Βυζαντινοί, αφού ανακάλυπταν τις στοές των Οθωμανών, έσκαβαν δικές τους και απέκρουαν τους εισβολείς, βάζοντας φωτιά στα υποστηρίγματα των "λαγουμιών" των Τούρκων. Το σκηνικό αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές.
 
 
Ο Μωάμεθ είχε πια ουσιαστικά σταματήσει τις εφόδους και προσπαθούσε με διάφορα τεχνάσματα να πετύχει την εκπόρθηση της πόλης. Πέρα από τις στοές, που συνέχιζαν να σκάβονται σχεδόν καθημερινά, οι Τούρκοι ξεκίνησαν να κατασκευάζουν στις 19 Μαΐου μια πρόχειρη γέφυρα στον Κεράτιο, από το Γαλατά στα τείχη της πόλης, θέλοντας προφανώς να συνδυάσουν την επίθεση στο θαλάσσιο τμήμα του τείχους με τις χερσαίες επιχειρήσεις. Ωστόσο, δεν φαίνεται αυτή η γέφυρα να ολοκληρώθηκε ή να χρησιμοποιήθηκε ποτέ στις συγκρούσεις. Επίσης, ένας τεράστιος πολιορκητικός πύργος που κατασκεύασαν οι Οθωμανοί για να επιτεθούν κατά των τειχών, ανατινάχθηκε από μία ομάδα αποφασισμένων Βυζαντινών κατά τη διάρκεια της νύχτας.
 
Στις τελευταίες φάσεις της πολιορκίας υπερφυσικά σημάδια, όπως τουλάχιστον τα ερμήνευσαν οι πολιορκημένοι, ξύπνησαν δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις: Μία απόκοσμη ομίχλη, εντελώς εκτός εποχής, έπεσε στην πόλη και στα περίχωρα. Μία περίεργη λάμψη φώτισε την εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς και, το χειρότερο απ’ όλα, τη νύχτα της 24 Μαΐου, μια έκλειψη της Σελήνης σκοτείνιασε τον ουρανό και τρόμαξε τους χριστιανούς, θυμίζοντας στους γηραιότερους μια προφητεία ότι "η πόλη δεν θα πέσει όσο το φεγγάρι βρίσκεται στον ουρανό". Μια τρομερή καταιγίδα διέκοψε τη λιτανεία και την περιφορά της εικόνας της Θεοτόκου την επομένη. Και σαν να μην έφθανε αυτό, στην ίδια λιτανεία η εικόνα της Παναγίας γλίστρησε από τη θήκη της και έπεσε. Τα σημάδια ήταν πλέον εμφανή: οι περισσότεροι άρχισαν να πιστεύουν ότι όλα έδειχναν ότι η πόλη θα πέσει και ο Τούρκος θα πατήσει την Αγία Σοφία.
Ακόμη όμως δεν είχαν δει τα χειρότερα, ένα σημάδι το οποίο δεν ήταν ούτε θεόσταλτο ούτε υπερφυσικό: Οι Βυζαντινοί και οι Ιταλοί παρατήρησαν ένα μικρό πλοίο να προσεγγίζει τον Κεράτιο. Τα μεγαλύτερα τουρκικά πλοία προσπάθησαν να το αναχαιτίσουν, αλλά οι ικανοί ναυτικοί που το οδηγούσαν τα απέφευγαν με μαεστρία. Οταν άνοιξαν την αλυσίδα για να περάσει το πλοίο, είδαν ότι επρόκειτο για το μπρίκι που είχαν στείλει λίγες ημέρες πριν να εντοπίσει τον Ενετικό στόλο που θα ερχόταν για να λύσει την πολιορκία. Τα νέα που έφερναν οι γενναίοι ναυτικοί ήταν τρομερά. Αν και είχαν χτενίσει το Βόρειο Αιγαίο απ’ άκρη σε άκρη και είχαν ρωτήσει παντού, κανένα νέο για ενετικό στόλο δεν υπήρχε, ούτε φυσικά σημάδι του ίδιου του στόλου, ο οποίος είχε σταθμεύσει στη Στερεά Ελλάδα.
Ωστόσο και η κατάσταση στο μουσουλμανικό στρατόπεδο δεν ήταν ιδανική. Ο Μωάμεθ άρχιζε να έχει αμφιβολίες για το πόσο εύκολο ήταν, τελικά, να πάρει την Πόλη, ενώ πράκτορές του που είχαν μόλις αφιχθεί από τη Δύση, ανέφεραν ότι ένας μεγάλος ενετικός στόλος βρισκόταν καθ' οδόν για το Βόσπορο. Μαζί με τις γκρίνιες των στρατιωτών του αλλά και ορισμένων συμβούλων του, με πρώτο το μεγάλο βεζίρη, ο Μωάμεθ πείστηκε να δώσει ακόμη μία ευκαιρία στους πολιορκημένους να του παραδώσουν την πόλη.
Μία αντιπροσωπία στάλθηκε και έφερε μαζί της έναν πρέσβη. Στον τελευταίο ο Μωάμεθ έκανε για μία ακόμη φορά μια πρόταση που, προφανώς, στον ίδιο φαινόταν γενναιόδωρη, με δεδομένο ότι ήδη πολιορκούσε την Πόλη για πάνω από ενάμιση μήνα: αν οι υπερασπιστές δέχονταν ακόμη και τώρα να παραδώσουν την Κωνσταντινούπολη, θα τους επιτρεπόταν να φύγουν μαζί με τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους και όσους κατοίκους το επιθυμούσαν. Ο Κωνσταντίνος θα μπορούσε να εγκατασταθεί στο Μοριά και να ζήσει εν ειρήνη το υπόλοιπο του βίου του.
Ο γενναίος αυτοκράτορας έδωσε τη μόνη απάντηση που θα μπορούσε: ότι αρνείται να παραδώσει την Πόλη και ότι εκείνος και όλοι οι υπερασπιστές προτιμούν να πεθάνουν παρά να αφεθούν στα χέρια του. Αλλωστε, η φήμη του Μωάμεθ δεν ήταν τέτοια που μπορούσε να καθησυχάσει τους υπερασπιστές ότι θα τηρούσε το λόγο του.
 
Την επομένη, Σάββατο 25 Μαΐου, ο Μωάμεθ συγκάλεσε τους υπουργούς του και τους στρατιωτικούς διοικητές του. Η αμφιβολία είχε αρχίσει να κατατρώει το σουλτάνο και ήθελε να μοιραστεί το βάρος της ευθύνης. Ο Χαλίλ, ο γηραιός βεζίρης, θέλησε να πετύχει έστω και αυτήν τη στιγμή τη λύση της πολιορκίας, όμως ο Ζαγανός Πασάς μίλησε ένθερμα για τη μοίρα του Μωάμεθ και τον συνέκρινε με τον Μέγα Αλέξανδρο, διαβεβαιώνοντας ότι οι άνδρες θέλουν να επιτεθούν άμεσα στην Πόλη.
Ο Μωάμεθ δε χρειάστηκε και πολλή ώρα για να αποφασίσει. Ανακοίνωσε ότι η μεγάλη επίθεση στα τείχη θα γίνει μόλις ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες. Ο κύβος ερρίφθη και η τύχη της Πόλης είχε σφραγιστεί.
 
Η Πόλις εάλω 
 
Αυτή τη φορά οι Οθωμανοί δεν προσπάθησαν να καλύψουν τις προετοιμασίες τους. Για τρεις ημέρες οι στρατιές του Μωάμεθ αναδιατάσσονταν σε όλο το μήκος των τειχών και συγκεντρώνονταν στα πλέον στρατηγικά σημεία, εκεί όπου είχε γίνει η μεγαλύτερη ζημιά από το βομβαρδισμό των έξι εβδομάδων. Ο στόλος έδειχνε παρόμοια κινητικότητα και όλοι πλέον ήταν βέβαιοι: η μεγάλη έφοδος ετοιμάζεται. Την 28η Μαΐου η Κωνσταντινούπολη αντηχούσε από προσευχές, ικεσίες, κλάματα και κραυγές απελπισίας. Την ίδια ημέρα έλαβε χώρα η τελευταία μετάληψη του αυτοκράτορα στην Αγία Σοφία, μαζί με την τελευταία χριστιανική λειτουργία στη μεγαλύτερη εκκλησία της Ορθοδοξίας. Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος μετέβη στο παλάτι των Βλαχερνών και ζήτησε συγχώρεση απ' όλα τα μέλη του προσωπικού του. Τόση ήταν η θλίψη που ήταν αποτυπωμένη στα τραχιά χαρακτηριστικά του, τέτοια η βεβαιότητα του επερχόμενου θανάτου και τόση η συγκίνηση που, όπως περιγράφει ο Σφραντζής, ακόμη και αν κάποιος ήταν από πέτρα ή ξύλο, δεν μπορούσε παρά να δακρύσει.
 
Οι Τούρκοι, καθώς ξημέρωνε η 29 Μαΐου, είχαν ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους και είχαν ετοιμαστεί για την έφοδο. Ο Κωνσταντίνος διέτρεχε το τείχος σε όλο το μήκος, δίνοντας κουράγιο στους πολεμιστές που επάνδρωναν το μισογκρεμισμένο τείχισμα, το οποίο μόλις πριν από δύο μήνες ήταν ακόμη το μεγαλύτερο και επιβλητικότερο τείχος που είχε δει ο κόσμος και ήταν το μοναδικό στήριγμά τους, το μόνο που έστεκε πλέον μεταξύ αυτών και του βέβαιου θανάτου. Μιάμιση ώρα πριν χαράξει, δόθηκε το σύνθημα. Ο Μωάμεθ είχε οργανώσει το στρατό του σε τρία κύματα, στοχεύοντας σε ένα ιδιαίτερα μεγάλο ανάπτυγμα των τειχών και σε πολλά σημεία που είχαν υποστεί συντριπτικά πλήγματα από τα κανόνια.
Με τους ήχους από τα νταούλια και τις σάλπιγγες, το πρώτο κύμα των Οθωμανών ξεχύθηκε προς τα τείχη. Το αποτελούσαν οι άτακτοι που είχαν έλθει με τους Οθωμανούς και χρησιμοποιήθηκαν για να ανοίξουν το δρόμο για τους υπόλοιπους. Οι βαζιβουζούκοι, εκτοξεύοντας ομοβροντίες βελών και κραδαίνοντας γιαταγάνια, επιτέθηκαν με πρωτοφανή αγριότητα, αλλά απωθήθηκαν από τους αποφασισμένους υπερασπιστές μετά από σκληρή μάχη. Τα πτώματά τους στοιβάζονταν στα χαλάσματα και το αίμα τους έβαφε τις θρυμματισμένες πέτρες. Ακόμη και την ώρα που οι άτακτοι επιτίθεντο, τα κανόνια συνέχιζαν το αποτρόπαιο έργο τους, συνθλίβοντας φίλους και εχθρούς μαζί με τα κάποτε περήφανα τείχη. Οι άτακτοι άρχισαν να υποχωρούν και τότε οι σάλπιγγες ήχησαν ξανά και το δεύτερο κύμα των Τούρκων επιτέθηκε. Αυτή τη φορά ήταν ο τακτικός στρατός των μπεηλικιών, οι πεζοί και οι ιππείς που τώρα μάχονταν και εκείνοι πεζή. Επέπεσαν στους υπερασπιστές των τειχών με τρομερή ορμητικότητα και άρχισαν να δημιουργούν τα πρώτα ρήγματα στην άμυνα. Οι χριστιανοί, με αυταπάρνηση, ρίχνονταν στη μάχη ενάντια στους πάνοπλους Οθωμανούς, κατορθώνοντας να αντέξουν και αυτό το δεύτερο κύμα της επίθεσης σε όλο το μήκος των τειχών. Οι τακτικοί στρατιώτες του Μωάμεθ δεν ήταν βαζιβουζούκοι, αλλά ικανοί επαγγελματίες πολεμιστές, αρματωμένοι με τις καλύτερες πανοπλίες που παρήγαγε η τουρκική μεταλλουργική και οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα. Αποχωρούσαν με τάξη από το τείχος, αφήνοντας τα κανόνια να εξαπολύσουν ακόμη ένα τρομακτικό κύμα βλημάτων και πριν ακόμη κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, ξεχύνονταν ξανά μπροστά. Αλλά ό,τι κι αν έκαναν, ήταν αδύνατο να κάμψουν την αντίσταση των υπερασπιστών, που πλέον μάχονταν σαν λιοντάρια, σαν αληθινοί ήρωες στο πνεύμα της προαιώνιας ελληνικής παράδοσης.
Αλλά η γενναιότητά τους δεν επαρκούσε απέναντι στο πλήθος των Οθωμανών. Αν και τα δύο πρώτα κύματα δεν είχαν διαρρήξει την άμυνα, ο Μωάμεθ είχε ακόμη έναν "άσσο στο μανίκι του", με τη μορφή του τρίτου κύματος. Το αποτελούσαν οι εκλεκτότερες των μονάδων του, με το ιππικό του παλατιού που τώρα είχε ξεπεζέψει και πολεμούσε πεζή και το πεζικό του παλατιού και με τους περίφημους Γενίτσαρους ν’ αποτελούν την αιχμή του δόρατος. Για πολλή ώρα μαινόταν η μάχη των Βυζαντινών με τις ορδές του δεύτερου κύματος, όταν ο Μωάμεθ έδωσε εντολή στο τρίτο κύμα να επιτεθεί.
 
Με απόλυτη τάξη και δίχως τη συνοδεία μουσικής, οι Γενίτσαροι ξεκίνησαν για τις θέσεις που είχαν επιλεγεί. Οι συμπολεμιστές τους παραμέριζαν και τους άφηναν να πιάσουν δουλειά. Οι αποκαμωμένοι χριστιανοί, που φυτοζωούσαν τον τελευταίο μήνα λόγω της έλλειψης τροφίμων, είχαν ξενυχτήσει περιμένοντας την επίθεση και είχαν αποκρούσει δύο σφοδρότατα κύματα εχθρών, τώρα είχαν να αντιμετωπίσουν τη φρέσκια εφεδρεία των Οθωμανών, η οποία μάλιστα αποτελούνταν από τους τρομερότερους πολεμιστές της Ανατολικής Μεσογείου. Η αντίσταση που προέβαλλαν ήταν μνημειώδης, αλλά δεν ήταν αρκετή. Οι Οθωμανοί, σύμφωνα με την τουρκική παράδοση, υπό την άμεση καθοδήγηση του ίδιου του Μωάμεθ που έφθασε κοντά στα τείχη και έδινε άμεσα διαταγές στους διοικητές των μονάδων, άρχισαν να εντοπίζουν αδύναμα σημεία στην άμυνα και να επικεντρώνουν εκεί τις προσπάθειές τους. Ενα παραπόρτι από το οποίο είχαν βγει ανιχνευτές των πολιορκημένων και το οποίο δεν είχε κλείσει καλά, η "τρισκατάρατη" της ελληνικής παράδοσης  Κερκόπορτα, έδωσε την ευκαιρία σε μια ομάδα Γενίτσαρων να περάσει μέσα στο τείχος και να υψώσει το πρώτο οθωμανικό λάβαρο. Αυτή η επιτυχία και το λάβαρο των Γενίτσαρων να κυματίζει στο τείχος, έδωσε θάρρος σε όλους τους υπόλοιπους Οθωμανούς, που με ανανεωμένη επιθετικότητα όρμησαν στους υπερασπιστές. Οι Γενίτσαροι της Κερκόπορτας απωθήθηκαν και εξοντώθηκαν, αλλά η αντίσταση είχε αρχίσει να κάμπτεται στα περισσότερα σημεία. Χιλιάδες Τούρκοι συνέρρεαν από κάθε άνοιγμα των τειχών, πέφτοντας με τρομακτική αγριότητα στους υπερασπιστές. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, με τη γυαλιστερή πανοπλία του γεμάτη αίματα και το σπαθί στο χέρι, πολεμούσε ασταμάτητα, έχοντας ξεφορτωθεί την πορφύρα και τα αυτοκρατορικά διακριτικά, ανάμεσα στους άνδρες του, μέχρι που κυκλώθηκε από τα οθωμανικά στίφη. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, κάτω από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα των Γενίτσαρων, ακούστηκε να κραυγάζει πάνω από τη βοή της μάχης: "Μα δεν υπάρχει χέρι χριστιανού να μου πάρει τη ζωή;". Ετσι άφησε την τελευταία του πνοή ο ύστατος Ελληνας αυτοκράτορας, με το σπαθί στο χέρι, πιστός στις παραδόσεις ηρωισμού και αυταπάρνησης, έσχατος υπερασπιστής μιας σπουδαίας αυτοκρατορίας.
 
Οι Τούρκοι πλέον είχαν πάρει το πάνω χέρι σε όλες τις επιμέρους εστίες αντίστασης και οι υπερασπιστές που είχαν επιβιώσει, κυκλώνονταν και παραδίνονταν ή σφάζονταν. Ακολουθώντας τους Γενίτσαρους, οι υπόλοιποι Τούρκοι είχαν μπει στην πόλη και άρχισε το όργιο της λεηλασίας και του πλιάτσικου. Καθώς προωθούνταν στην πόλη, τα τακτικά σώματα του οθωμανικού στρατού, που είχαν ακόμη κάποιου είδους πειθαρχία και δεν είχαν υποκύψει στις σειρήνες του πλιάτσικου, εκκαθάρισαν τις τελευταίες εστίες αντίστασης και εξασφάλισαν όλες τις σημαντικές θέσεις στρατηγικής σημασίας.
 
Πολλή ώρα μετά την πτώση του τείχους, μία απομονωμένη εστία αντίστασης προβλημάτιζε ακόμη τους Τούρκους. Επρόκειτο για τους Κρήτες τοξότες, που είχαν στρατολογηθεί από τον αυτοκράτορα στη Μεγαλόνησο, μετά από ειδική άδεια που παραχώρησαν οι Ενετοί. Οι Κρήτες, τέκνα της προαιώνιας πολεμικής παράδοσης του νησιού, δεινοί τοξότες όπως οι πρόγονοί τους για πάνω από 2.000 χρόνια, τρομεροί πολεμιστές, με αδάμαστο κουράγιο, είχαν οχυρωθεί στους τρεις πύργους που βρίσκονταν την είσοδο του Κερατίου. Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές τους, οι Οθωμανοί δεν κατόρθωσαν να εκπορθήσουν τους πύργους ή να κάμψουν την αποφασισμένη αντίσταση των Κρητών. Οι ανώτεροι αξιωματικοί του σουλτάνου, εντυπωσιασμένοι από την παλικαριά των τελευταίων ζωντανών υπερασπιστών της Πόλης, τους πρότειναν παράδοση υπό τους δικούς τους όρους. Εκείνοι δέχτηκαν να παραδοθούν υπό τον όρο να τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πειραχτούν, με όλα τους τα υπάρχοντα και άρματα και με τιμή. Οι ηγέτες των Οθωμανών, που όπως όλοι οι μουσουλμάνοι εκτιμούσαν τη γενναιότητα και που, βεβαίως, δεν ήθελαν να υποστούν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες για να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της πόλης που ήταν ήδη δική τους, ενώ πιθανόν έκριναν ότι αν χρονοτριβούσαν ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, δεν θα είχαν το ανάλογο μερίδιο από τη λεηλασία, δέχτηκαν. Οι Κρήτες, συντεταγμένοι και με την υπερηφάνεια εκείνου που δεν ηττήθηκε από υπέρτερους εχθρούς, μπήκαν στα δύο πλοία τους που ήταν αγκυροβολημένα κοντά στα κάστρα και αναχώρησαν για τη Μεγαλόνησο.
 
Μετά την παράδοση των Κρητών, δεν είχαν μείνει πλέον υπερασπιστές ζωντανοί και ελεύθεροι στην Πόλη. Το αιώνιο φως είχε σβήσει και μια νέα εποχή ξεκινούσε για την Κωνσταντινούπολη.
 
Μπήκαν στην Πόλη οι οχτροί 
 
Ο Μωάμεθ είχε πλέον κερδίσει τον τίτλο του Πορθητή. Η Πόλη ήταν δική του και η αντίσταση είχε παύσει. Κατόρθωσε με τον τρόπο αυτό να εκπληρώσει το πρώτο μέρος του ονείρου του, που ήταν η ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε όλο της το μεγαλείο: η "Νέα Ρώμη" ήταν δική του. Η μελλοντική απόπειρά του να καταλάβει και την ίδια τη Ρώμη απέτυχε παταγωδώς, αλλά για την ώρα ήταν θριαμβευτής, κατακτητής και μπορούσε πλέον να σφετεριστεί τον τίτλο "καϊζέρ ι ρουμ", Καίσαρας των Ρωμαίων.
 
Η μοίρα της Πόλης και των κατοίκων της αμέσως μετά την άλωση δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από αυτή που αναμενόταν: κάτω από την ισλαμική παράδοση του πολέμου, την οποία ο Μωάμεθ συνήθως τηρούσε, όπως και τους υπόλοιπους κανόνες που συνιστούσαν το πλαίσιο γύρω από το οποίο διεξάγονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις τον ύστερο Μεσαίωνα, εάν μια πόλη "απίστων" που πολιορκούνταν, καλούνταν να παραδοθεί και δεχόταν, οι κάτοικοί της διατηρούσαν πλήρη θρησκευτική ελευθερία, ενώ και οι περιουσίες τους παρέμεναν στα χέρια τους. Η πόλη δεν ήταν υποκείμενη λεηλασίας και τα θρησκευτικά κέντρα των κατακτημένων παρέμεναν στη θέση τους και λειτουργούσαν κανονικά αν και με κάποιους περιορισμούς που έθετε ο κατακτητής. Η μόνη "ποινή" των παραδοθέντων ήταν η πληρωμή κάποιας προσόδου στον κατακτητή, πέρα φυσικά από το ότι θα ήταν πλέον υποτακτικοί του τελευταίου.
 
Βεβαίως, η Πόλη δεν παραδόθηκε. Οι υπερασπιστές της πολέμησαν γενναία, αψηφώντας τους πολυάριθμους εχθρούς και οι Οθωμανοί χρειάστηκε να πληρώσουν βαρύτατο φόρο αίματος για να καταβάλουν την αντίσταση των τελευταίων Βυζαντινών. Υπό αυτό το πρίσμα και κάτω από τους κανόνες εμπλοκής των μουσουλμάνων, οι στρατιώτες του κατακτητή είχαν πλέον δικαίωμα σε τρεις μέρες λεηλασίας, ενώ όταν αυτή έληγε, όλα τα λατρευτικά κτήρια των υποδούλων μετατρέπονταν σε τζαμιά ή κατεδαφίζονταν. Κατά τα ειωθότα, ο Μωάμεθ, ακόμη κι αν το επιθυμούσε, δεν μπορούσε να απαγορεύσει στους άνδρες του, που κυριολεκτικά μάτωσαν για να καταλάβουν την πόλη, ν’ απολαύσουν τους καρπούς των κόπων τους.
Οταν και οι τελευταίοι υπερασπιστές είτε έπεσαν υπό το βάρος των αριθμών των Οθωμανών που εισέρρεαν στην Πόλη από κάθε πιθανό και απίθανο άνοιγμα είτε οχυρώθηκαν στα τελευταία σημεία αντίστασης, οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε ένα απίστευτο όργιο λεηλασίας, φόνων, βιασμών και πλιάτσικου. Οι χιλιάδες τακτικών και ιδιαίτερα οι ημιάγριοι βαζιβουζούκοι άτακτοι έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, άνδρα, γυναίκα, παιδί. Ουδείς μπορούσε να ξεφύγει από τη μανία των κατακτητών, που έκοβαν αδιακρίτως κεφάλια, χέρια, πόδια, σε μια τρομερή μανία που προερχόταν από τις ταλαιπωρίες της πολιορκίας και το βαρύ φόρο αίματος που χρειάστηκε να πληρώσουν, αλλά και από το πολύχρονο αίσθημα κατωτερότητας που διακατείχε τους νεόκοπους κατακτητές σε σχέση με τους Βυζαντινούς, οι οποίοι είχαν πίσω τους 3.000 χρόνια ελληνικής και ρωμαϊκής κουλτούρας.
 
Αυτά τα συναισθήματα μετουσιώθηκαν σε σφαγή. Οπως παραδίδεται στο "Απόδειξις ιστοριών" του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη: "... Οι Ελληνες, μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πάνω τους βιαστικά και με ακαταστασία, χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Και έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Με θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη, έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση...
.... Ενα μεγάλο πλήθος άνδρες και γυναίκες, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, που ονομάζεται Αγία Σοφιά. Μαζεύτηκαν εδώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Τούρκους, χωρίς αντίσταση. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μέσα στο ναό από τους Τούρκους. Αλλοι πάλι σ' άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για πού. Σε λίγο σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως φάνηκαν γενναίοι, αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους.
Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν, αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν."
 
Μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό κλαγγών όπλων και ουρλιαχτών, μέσα στα ποτάμια αίματος που πλημμύριζαν τα σπίτια, τις πλατείες και τους δρόμους, μέσα σε αυτό το όργιο της καταστροφής και του πλιάτσικου, ο Μωάμεθ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αν άφηνε τους βάρβαρους στρατιώτες του να συνεχίσουν, δεν θα του έμενε τίποτε να κυβερνήσει από την κάποτε υπερήφανη πόλη. Ετσι, σε λιγότερο από 24 ώρες από την πτώση της πόλης, ο σουλτάνος διέταξε την άμεση παύση του πλιάτσικου και έδωσε εντολή στους Γενίτσαρους να σύρουν έξω από την Πόλη όποιον αρνηθεί να υπακούσει τη διαταγή.
Μέσα σε ελάχιστες ώρες η καταστροφή είχε σταματήσει. Τα τελευταία σώματα άτακτων είχαν συρθεί έξω από τα τείχη και όσοι Ελληνες είχαν επιβιώσει, έβγαιναν σιγά-σιγά από τις εκκλησίες και τις κρυψώνες τους. Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων είχε είτε σφαγιασθεί είτε σκλαβωθεί, καθώς οι περισσότεροι Τούρκοι, μετά την εκτόνωση της αρχικής μανίας τους, άρχισαν να σκέφτονται περισσότερο το κέρδος και λιγότερο τη σφαγή, οπότε τα θύματά τους αιχμαλωτίζονταν για να πωληθούν στη συνέχεια ως σκλάβοι.
 
Φυσικά, ο ήδη συρρικνωμένος πληθυσμός της πόλης δεν ανταποκρινόταν πλέον ούτε σε... μεγάλο χωριό. Γι’ αυτό και μία από τις πρώτες κινήσεις του Μωάμεθ αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως νέας πρωτεύουσας του Οθωμανικού κράτους ήταν να φέρει πολυάριθμους αποίκους, κυρίως Τούρκους ή εξισλαμισμένους Ανατολίτες, Ελληνες, αλλά και Αρμένιους και Εβραίους, να κατοικήσουν στην αχανή πόλη.
Αμέσως μετά την παύση της σφαγής και την εδραίωση κάποιας τάξης στην κατακτημένη πόλη, ο Μωάμεθ εισήλθε επικεφαλής εντυπωσιακής πομπής και προσευχήθηκε στην Αγία Σοφία, τον κύριο χριστιανικό ναό της πόλης, που είχε χτιστεί από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το έτος 532. Η Αγία Σοφία θα μετατρεπόταν πλέον σε τζαμί μέχρι τον 20ό αιώνα. Ο κατακτητής δεν φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρος με την παλιά αριστοκρατία και τη διοικητική ελίτ του Βυζαντίου. Μέσα σε λίγες μέρες είχε εκτελέσει το σύνολο των επιφανών Βυζαντινών που κατείχαν κάποιο αξίωμα και δεν είχαν φροντίσει να αποχωρήσουν. Ακόμη και ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς, ένας από τους ηγέτες της ανθενωτικής παράταξης και εκείνος που είχε εκφράσει την άποψη ότι καλύτερα οι Τούρκοι παρά η Ενωση, αποκεφαλίσθηκε. Σύμφωνα με κάποιες πηγές εξαιτίας των αντιρρήσεων που εξέφρασε όταν ο Μωάμεθ του ανακοίνωσε την απόφασή του να πάρει το γιο του ως "προστατευόμενό" του. Μάλιστα ζήτησε από τον Μωάμεθ να σκοτώσει τα παιδιά του και μετά ν’ αποκεφαλίσει τον ίδιο, έτσι ώστε να πεθάνει βέβαιος πως τα παιδιά του είναι νεκρά.
 
--------
 
Η δόξα της Βασιλεύουσας
 
Η Βασιλεύουσα της ελληνικής παράδοσης, η πιο ένδοξη πόλη του Μεσαίωνα και το φρούριο του μεσαιωνικού ελληνισμού, η "Νέα Ρώμη", το "κόσμημα του Βοσπόρου" και άλλα πολλά είναι η Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα και το κέντρο της Βυζαντινής (Ρωμαϊκής) Αυτοκρατορίας, που το 1453 έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.
Το αρχαίο όνομα της πόλης, την οποία κατέστησε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αντικαθιστώντας την παραπαίουσα Ρώμη, ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, ήταν Βυζάντιο. Πόλη ελληνική, ήταν για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της εξαιρετικής στρατηγικής σημασίας, ελέγχοντας τα στενά του Βοσπόρου, ωστόσο ουδέποτε μπόρεσε να πλησιάσει τη σημασία των ελληνικών μητροπόλεων (Αθήνα, Σπάρτη) και των μεγαλύτερων δυτικών αποικιών (Συρακούσες, Τάρας).
Το Βυζάντιο είχε ιδρυθεί από τους Μεγαρείς υπό τον θρυλικό Βύζαντα το 667 π.Χ. Η ιστορία της πόλης ανά τους αιώνες έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά δεν σχετίζεται πρακτικά με αυτήν της μετέπειτα Κωνσταντινούπολης.
Ιδρυτής της τελευταίας είναι ο αυτοκράτορας της Ρώμης Κωνσταντίνος ο Μέγας, που με σκοπό να εξυπηρετήσει τα ιδιαίτερα φιλόδοξα σχέδιά του για τη νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα από τη Ρώμη.
Η τελευταία την εποχή του Κωνσταντίνου συνέχιζε να είναι μία εντυπωσιακή και πλούσια και σχεδόν οριακά πυκνοκατοικημένη πόλη, ωστόσο δεν ήταν πλέον το κατάλληλο κέντρο διακυβέρνησης μιας αυτοκρατορίας που άρχιζε να νιώθει καυτή την ανάσα των βορείων και ανατολικών εχθρών της. Η Ρώμη είχε μία σειρά από μειονεκτήματα, τα οποία επιγραμματικά μπορούν να διατυπωθούν ως εξής:
- Ηταν κτισμένη σε πεδινή τοποθεσία και ήταν δύσκολη η υπεράσπισή της σε περίπτωση πολιορκίας.
- Δεν είχε άμεση πρόσβαση στη θάλασσα.
- Αντιμετώπιζε μία σειρά από προβλήματα υγιεινής (ιδιαίτερα επιδημίες ελονοσίας ήταν τακτικό φαινόμενο).
- Η αριστοκρατία της ήταν διεφθαρμένη και ο λαός καλομαθημένος και συνηθισμένος μέχρι υπερβολής σε "άρτο και θεάματα".
- Ουδέποτε έπαψε να είναι μία πόλη-κράτος, με όλα τα συμπλέγματα που αυτό συνεπάγεται, και ως εκ τούτου όχι ιδανική για το ρόλο της πρωτεύουσας μιας πολυεθνικής, εκτεταμένης αυτοκρατορίας.
- Βρισκόταν μακριά από τα κύρια σύνορα της αυτοκρατορίας (που τότε ήταν ο Δούναβης και ο Ευφράτης), τα οποία αποτελούσαν και σημεία μόνιμης τριβής με τους γείτονες των Ρωμαίων.
- Βρισκόταν στο φτωχό δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας (σε αντίθεση με το πλούσιο ανατολικό).
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα
 

 
 
 
Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου.

Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στην γεμάτη άταφα πτώματα, πεδιάδα του Λύκου. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε. Η Πόλη των πόλεων, θα ζούσε άλλη μια ημέρα σκληρής πολιορκίας. Ο καιρός δεν ήταν πολύ κρύος, είχε όμως μια υγρασία που τρυπούσε τα κόκαλα. Τύλιξε τον βαρύ μαύρο μανδύα του πάνω από την πανοπλία του. Ήταν κουρασμένος. Όλα τα μέλη του πονούσαν φρικτά. Στην σκουρόχρωμη μεταλλική του πανοπλία, η υγρασία σχημάτιζε μικρά αυλάκια νερού που έπεφταν στο έδαφος. Στο βάθος, στο


στρατόπεδο του Αμιρά, η νύχτα είχε γίνει μέρα από τις εκατοντάδες φωτιές που είχαν ανάψει. Τα τύμπανα δεν σταματούσαν λεπτό να χτυπούν. Οι κραυγές και οι επικλήσεις στον Θεό τους, ακουγόταν καθαρά μέχρι τα τείχη που στέκονταν ο ίδιος. Οι δερβίσηδες έκλαιγαν και υπόσχονταν στους στρατιώτες του εχθρού πιλάφι και γυναίκες στον παράδεισο, εάν πεθάνουν τιμημένα στη μάχη Ένα άσχημο προαίσθημα έκανε το στομάχι του να σφιχτεί. Έφερε το χέρι του στο τεράστιο σπαθί του και χάιδεψε τη λαβή.

Έστριψε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά και είδε ότι στα υπερήφανα τείχη, είχαν απομείνει ελάχιστοι υπερασπιστές. Οι περισσότεροι εξουθενωμένοι κοιμόντουσαν με τις πανοπλίες τους και τα σπαθιά στο χέρι. Κάποιοι είχαν αφήσει τα αρκεβούζια τους επάνω στις πολεμίστρες και απλά περίμεναν. Όλοι ήξεραν ότι η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν η πιο δύσκολη και η καθοριστικότερη από όλες τις ημέρες της πολιορκίας. Από τις 7 Απριλίου πολεμούσαν αδιάκοπα έναν δυνατότερο και πολυάριθμο εχθρό. Και όμως άντεχαν. Κάθε ημέρα στις επάλξεις θέριζαν όποιον τολμούσε να πλησιάσει. Η τεράστια τάφρος από κάτω είχε γεμίσει και αυτή πτώματα. Κι όμως εκείνοι δεν τα παρατούσαν και με περισσότερη λύσσα κάθε φορά επιχειρούσαν εξ εφόδου να καταλάβουν τα τείχη.

Ξημέρωνε η 29η Μαΐου, του Σωτήριου έτους 1453 Σε λίγη ώρα στα τείχη θα εμφανιζόταν να πάρει τη θέση του στις πολεμίστρες ανάμεσα στους συμπολεμιστές του, σαν απλός στρατιώτης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο τελευταίος αυτοκράτορας της χιλιόχρονης Πόλης...

Ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης συνέχιζε να κοιτά προς το στρατόπεδο του Αμιρά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άνθρωποι του σουλτάνου, εκείνου του νεαρού με τη γαμψή μύτη και τα σχιστά παμπόνηρα μάτια, τον είχαν πλησιάσει και του είχαν προτείνει να παρατήσει τον Αυτοκράτορα και να πάει με το μέρος τους. Θα τον έπνιγαν στα χρυσάφια. Και εκείνον και τους 800 συντρόφους του που τον ακολουθούσαν πιστά χρόνια τώρα. Ο μικρός στρατός μισθοφόρων που είχε δημιουργήσει ήταν ο καλύτερος στην Ευρώπη για την υπεράσπιση κάστρων. Ο 21 ετών Μεχμέτ του είχε διαμηνύσει σε τόνο που δεν σήκωνε αμφισβήτηση: "Έλα μαζί μου και θα έχεις ότι ζητήσεις. Πράγματα που ούτε έχεις φανταστεί. Μείνε με τον Αυτοκράτορα και σε περιμένει ο θάνατος"

Έφθασε στην Πόλη στα μέσα του χειμώνα στις 26 του Γενάρη. Τα δυο πλοία του με τους 800 σιδερόφραχτους ατρόμητους πολεμιστές του, έδεσαν στο λιμάνι του Βουκολέωντα. Όταν κατέβηκαν και παρατάχθηκαν μπροστά στον προβλήτα περιμένοντας τον Αυτοκράτορα, ο κόσμος τους αγκάλιαζε και έκλαιγε από χαρά. Στα πρόσωπα τους έβλεπε τη σωτηρία τους. Ο αυτοκράτορας τον εμπιστεύτηκε και τον έχρισε αμέσως Πρωτοστράτορα. Είχε υπό τη διοίκηση του ολόκληρη την άμυνα της Πόλης. Ο Κωνσταντίνος του έδειξε απεριόριστη εμπιστοσύνη και ο Ιωάννης Ιουστινιάννης δεν επρόκειτο να τον προδώσει.

 
 
Στην Ευρώπη όλη, οι βασιλιάδες και οι ευγενείς τον ήξεραν με το όνομα του Giovanni Guistiniani Longo. Οι Βυζαντινοί τον φώναζαν Καπετάν-Γιουστουνιά, οι εχθροί του, που τον έτρεμαν τον φώναζαν "Μαύρο Άγγελο". Η σκουρόχρωμη γκρίζα βαριά μεταλλική του πανοπλία, ο μαύρος μανδύας του και το επιβλητικό του παρουσιαστικό, ειδικά όταν "έριχνε" την περικεφαλαία του να καλύψει το πρόσωπο του, τον έκαναν να δείχνει σαν Άγγελος θανάτου...

Αμέσως έπιασε δουλειά. Χώρισε και αναδιάταξε τον στρατό. Τους εκπαίδευσε όσο μπορούσε καλύτερα, στα σύγχρονα όπλα, και ζήτησε να επιδιορθωθούν τα τείχη. Απαίτησε από τον αυτοκράτορα να πάρει δια της βίας όσους από τους νέους της Κωνσταντινούπολης είχαν κλειστεί σε μοναστήρια, για να μην πολεμήσουν και δυστυχώς ήταν πολλοί. Έδωσε στον κάθε στρατιώτη ρόλο. Όρισε το σημείο των τειχών που θα υπερασπιζόταν ο κάθε ευγενής Και τοποθέτησε τους δικούς του 800 ιππότες στα πιο καίρια και επικίνδυνα σημεία.

Κάθε βράδυ δειπνούσε με τον αυτοκράτορα και κατέστρωναν σχέδια για να μην αφήσουν τα Θεοδοσιανά τείχη να τα πατήσει ο εχθρός. Κάθε βράδυ ζούσαν σαν να ήταν το τελευταίο. Οι υπερασπιστές ήταν αυτό που λέμε "μετρημένα κουκιά": 5.000 Βυζαντινοί και 2.500 Γενουάτες, Ενετοί, Ισπανοί ακόμη και Τούρκοι. Σύνολο με τις εφεδρείες το πολύ 9.000 ψυχές. Και οι απέναντι; Αναρίθμητοι. Ξεπερνούσαν τις 150.000. Οι περισσότεροι Τούρκοι, αλλά και πολλοί Βούλγαροι, Σέρβοι, Ούγγροι, Βόσνιοι, Αγαρηνοί, Αμπχάζιοι, ακόμη και ...Έλληνες.

 
 
Τον Ιουστινιάνη όμως όπως και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο δεν τους απασχολούσε η μεγάλη μάζα του στρατού του Μεχμέτ. Ούτε οι Βασιβουζούκοι, ούτε οι Σπάχηδες μπορούσαν να συγκριθούν με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους. Τον Αυτοκράτορα και τον Πρωτοστράτορα τους έκαιγαν τα 20.000 εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα που είχε σαν προσωπική φρουρά ο Μεχμέτ. Τους ονόμαζαν Γενίτσαρους. Αυτούς έπρεπε να εξολοθρεύσει ο Βυζαντινός στρατός...

Το τελευταίο βράδυ μετά τη λειτουργία στην Αγία Σοφία και πριν πάρει το δρόμο του προς τα τείχη, ο Ιουστινιάνης συναντήθηκε στο "Αυγουσταίον", με τον Αυτοκράτορα. Περπάτησαν μαζί τη Μέση Οδόν και στα αριστερά τους είχαν τον Ιππόδρομο. Η φρουρά του Κωνσταντίνου είχε μείνει διακριτικά λίγο πιο πίσω, μαζί με τη φρουρά του Μαύρου Άγγελου. Δίπλα στον Αυτοκράτορα βρισκόταν ο άνθρωπος που ο Ιουστινιάννης μισούσε περισσότερο από οποιονδήποτε. Ο Μέγας Δούξ, ο Λουκάς Νοταράς. Ο άνθρωπος που προτιμούσε το "Τούρκικο Σαρίκι από την Λατινική καλύπτρα". Ο Ιουστινιάννης ζήτησε από τον Αυτοκράτορα το πρωί όταν θα ξεκινούσε η μάχη να τον κλειδώσει αυτόν και τους άλλους στρατιώτες, στην Πύλη που υπερασπιζόταν για να μην μπορέσει κανείς να φύγει: "Ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνουμε όλοι μας επάνω στην Πέμπτη (Πύλη) και στον Άγιο Ρωμανό" του είπε και κάρφωσε δολοφονικά τα μάτια του στον Μέγα Δούκα.

Ο κόσμος που συνέχιζε να βγαίνει εκείνη την ώρα από την Αγία Σοφία είδε τον Αυτοκράτορα του, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να δακρύζει και να αγκαλιάζει τον Πρωτοστράτορα του. Ο Λουκάς Νοταράς χαμογέλασε ειρωνικά...

Ο Μέγας Δούκας της Κωνσταντινούπολης ποτέ δεν συμπάθησε τον Γενουάτη Ιουστινιάνη. Ποτέ δεν του άρεσε οτιδήποτε προέρχονταν από τη Δύση και οτιδήποτε ήταν λατινικό. Προτιμούσε τους Οθωμανούς και τον νέο σουλτάνο Μεχμέτ. Εξάλλου ήταν μόλις 21 ετών και σε μια ενδεχόμενη κατάληψη της Πόλης από εκείνον θα μπορούσε εύκολα να τον χειραγωγήσει... Ήταν ο Μεγας Δούκας της Πόλης και εάν πέθαινε ο αυτοκράτορας εκείνος θα αναλάμβανε... Ο Λουκάς Νοταράς, όχι μόνο δεν συμπαθούσε τον Ιουστινιάνη αλλά τον φοβόταν κιόλας. Όχι τόσο λόγω παρουσιαστικού. Τον φοβόταν γιατί λίγες ημέρες πριν λίγο έλειψε να του κόψει το κεφάλι μπροστά στον Κωνσταντίνο. Εκείνο το απόγευμα που ο Αυτοκράτορας και ο Πρωτοστράτορας πολεμούσαν για ώρες στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Εκείνο το απόγευμα που οι Οθωμανοί λίγο έλειψε να μπούν στην θεοφύλακτη Πόλη. Τότε που ο Πρωτοστράτορας του έστειλε αγγελιοφόρο στα Θαλασσινά τείχη όπου βρισκόταν: " Μεγάλε Δούκα χρειαζόμαστε επειγόντως τα κανόνια και τους πολεμιστές σου. Εκεί που τα κρατάς σήμερα δεν γίνεται μάχη. Πρέπει να έρθουν όλοι ΑΜΕΣΩΣ προς βοήθεια, στην Πύλη του Αγίου (Ρωμανού). Το ρήγμα στα τείχη είναι μεγάλο. Δεν θα αντέξουμε για πολύ. Τα σκυλιά θα μπουν μέσα"

Η απάντηση του Νοταρά ήταν λιτή. "Κανείς δεν θα πάει πουθενά. Τους χρειάζομαι εδώ". Τελικά ο αυτοκράτορας και οι υπερασπιστές στα τείχη αν και πολεμούσαν από το πρωί κατάφεραν το απόγευμα να τσακίσουν όλους τους εχθρούς. Λίγοι πάτησαν τα τείχη και εκείνοι μακελεύτηκαν αμέσως. Το βράδυ στο παλάτι στις Βλαχέρνες ο Ιουστινιάνης μπήκε στη Μεγάλη αίθουσα βρώμικος και κατάκοπος από την πολύωρη μάχη. Με συννεφιασμένο βλέμμα έψαξε τον Νοταρά. Ήταν ο μοναδικός στην αίθουσα, ντυμένος με καθαρά ρούχα και "ατσαλάκωτος". Στεκόταν δίπλα στον εξουθενωμένο Παλαιολόγο. Η μεταλλική μαύρη φορεσιά του Γενουάτη έτριξε καθώς εκείνος πλησίαζε με δυο δρασκελιές τον Νοταρά. Το σκοτεινό βλέμμα του, τρόμαξε μέχρι και τον αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιάνης έβγαλε το τεράστιο σπαθί του από τη θήκη με ασύλληπτη ταχύτητα. Κανένα μάτι δεν κατάλαβε πως. Η παχιά και κοφτερή σαν ξυράφι λεπίδα πίεσε δυνατά και μάτωσε τον λαιμό του Νοταρά. Τα λόγια του Γενουάτη δεν σήκωναν αμφισβήτηση. Του ψιθύρισε: "Έδω μπροστά στον βασιλιά σου θα σου πάρω το κεφάλι. (traditor et che me tien che adesso non te scanna cum questo pugnal . "Ω προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί και δεν σε σφάζω μ' αυτό το μαχαίρι"). Σκυλί γιατί δεν έστειλες βοήθεια που σου ζήτησα. Αφού στα Θαλασσινά δεν πολεμούσες. Όχι για μένα αλλά για τον Αυτοκράτορα σου, Λουκά Νοταρά."

Το πρόσωπο του Ιουστινιάνη έγινε κατακόκκινο από το θυμό καθώς ξαναθυμήθηκε τι είχε συμβεί λίγες ώρες πριν στον Άγιο Ρωμανό. Λίγο έλειψε να πεθάνει το απόγευμα της 7ης Μαΐου πάνω στα τείχη. Εκείνη την ημέρα που οι Τούρκοι έκαναν την μεγαλύτερη επίθεση τους. Τουλάχιστον 40.000 Οθωμανοί όρμηξαν λυσσασμένα προς τα τείχη για να τα καταλάβουν... Πολεμούσε πλάι στον αυτοκράτορα από το πρωί.


 

Κάποια στιγμή τον άφησε και με 20 δικούς του έτρεξε λίγα μέτρα βορειότερα. Οι Οθωμανοί είχαν στήσει σκάλες και ανέβαιναν. Οι άλλοι υπερασπιστές ήταν νεκροί σε εκείνο το σημείο. Έπεσε πάνω τους όπως ο θεριστής στα στάχυα. Τους μεκέλευε έναν προς έναν μαζί με τους 20 συντρόφους του. Όταν ξαφνικά ένας γενίτσαρος ανέβηκε τις σκάλες και εμφανίστηκε στα τείχη. Ο Αμουράτ μόνος άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους σιδερόφραχτους και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Πρωτοστράτωρα. Ο Ιουστινιάνης ήταν ψήλος επιβλητικός με χέρια σαν κορμούς δέντρου και σβέρκο σαν δαμάλι. Όμως έδειχνε σαν παιδάκι μπροστά στον Αμουρατ. Ο τεράστιος Γενίτσαρος με το κυρτό σπαθί του επιτέθηκε με μανία στον Ιουστινιάνη. Κάθε χτύπημα τον έκανε να υποχωρεί. Δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ την επίθεση του. Το σπαθί έπεφτε με δύναμη πάνω στην πανοπλία. Ο Γενουάτης δεν άντεξε, δεν πρόλαβε να ανταποδώσει καν ένα χτύπημα. Παραπάτησε και έπεσε. Ο Τούρκος χαμογέλασε με κακία και σήκωσε το σπαθί του. Ο Ιουστινιάνης βλαστήμησε και έκλεισε τα μάτια...

Ο θάνατος όμως δεν ήρθε. Περίμενε με κλειστά τα μάτια και κομμένη την ανάσα τον Τούρκο να του κόψει το κεφάλι αλλά παρέμενε ζωντανός. Άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που αντίκρισε ήταν το πρόσωπο του γενιτσάρου πεσμένο δίπλα του με τα μάτια του ορθάνοιχτα γεμάτα έκπληξη να τον κοιτούν. Γύρισε και είδε το τεράστιο κορμί του Τούρκου να έχει πέσει στα γόνατα. Από τον λαιμό του ξεπηδούσαν πίδακες αίματος. Δίπλα όρθιος στεκόταν με ματωμένο το σπαθί του ένας νέος και χαμογελούσε. Ήταν δεν ήταν 17 χρονών. Αν και όρθιος δεν ξεπερνούσε στο ύψος το άψυχο ακέφαλο γονατιστό κορμί του Αμουράτ.

Ένα ατρόμητο Ελληνόπουλο είχε δει από την αρχή τον γενίτσαρο να επιτίθεται στον Πρωτοστράτορα. Παράτησε το πόστο του και με φτερά στα πόδια έφτασε την κατάλληλη στιγμή. "Με λένε Ραγκαβή, Πρωτοστράτορα μου..." πρόλαβε να πει πριν η πανοπλία του τρυπηθεί σε πολλά σημεία από βροχή από βέλη. Κάτω από τα τείχη οι Οθωμανοί τοξότες είχαν δει τι είχε συμβεί και εκδικήθηκαν. Ο Ιουστινιάνης σηκώθηκε ουρλιάζοντας και με το γυμνό σπαθί του πέταξε μόνος του όσους γενίτσαρους είχαν απομείνει στα τείχη. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα για τον θάνατο του μικρού Έλληνα που του έσωσε τη ζωή.

Ένα χέρι τον άγγιξε και τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Βρισκόταν και πάλι μπροστά στον Νοταρά. Το χέρι που έπιανε απαλά το σπαθί του, ήταν του αυτοκράτορα: "Σας παρακαλώ αδέλφια. Ας αφήσουμε κατά μέρους τις διαφορές που μας χωρίζουν". Για άλλη μια φορά προσπάθησε να τους έχει όλου ενωμένους ενάντια στον κοινό εχθρό, αν και ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν ο ρόλος του καθένα...

Σκηνή σουλτάνου Μεχμέτ. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου 
Ο Μεχμέτ ο Β, δεν άκουγε τους συμβούλους του που μιλούσαν γύρω του. Είχε καθίσει αναπαυτικά επάνω στο παχύ χαλί της σκηνής του, στη μεγάλη και κεντημένη με χρυσές κλωστές μαξιλάρα και είχε αφήσει το νου του να ταξιδέψει. Ήταν ο τρίτος γιος του Σουλτάνου Μουράτ και η τύχη το έφερε έτσι να γίνει εκείνος Σουλτάνος μετά τον θάνατο του πατέρα του. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουράτ τον τελευταίο καιρό πριν πάει να συναντήσει τον Αλλάχ, είχε γίνει εξαιρετικά μαλθακός. Είχε συνάψει συμφωνίες φιλίας με του Βυζαντινούς και είχε αποσυρθεί στην Αδριανούπολη, όπου και είχε επιδοθεί σε ένα ανελέητο "αγώνα" απολαύσεων και φιλοσοφίας. Βέβαια πριν από αυτό είχε κατατροπώσει τους πάντες στα Βαλκάνια και είχε εκτοπίσει τους Βυζαντινούς σε 2 θύλακες. Στον Μυστρά ή Μυζηθρά και στην Κωνσταντινούπολη. Την Πόλη που για 1000 χρόνια δεν είχε καταλάβει κανείς σε 27 πολιορκίες. 

 
 
Ο Μεχμέτ συνέχιζε να αναπολεί. Ήθελε να γίνει ο νέος Ισκεντέρ. Ο Μέγας Αλέξανδρος που θαύμαζε από μικρός. Αυτός στα 21 του χρόνια θα κατάφερνε, ότι μόνο ο Αλέξανδρος είχε καταφέρει. Θα γινόταν ο κυρίαρχος του κόσμου. Ήταν ήρεμος. Μόλις τον είχαν πληροφορήσει ότι οι "Μουγκοί" που έστειλε ο ίδιος στον μικρότερο ετεροθαλή αδελφό του είχαν κάνει τη δουλειά τους. Με μεταξωτά κορδόνια τον έπνιξαν. Και δεν χύθηκε το τιμημένο αίμα του οίκου του Οσμάν και εκείνος τώρα δεν θα είχε κανένα που εν δυνάμει θα μπορούσε να αμφισβητήσει τα δικαιώματα του στον θρόνο.

Το μόνο που έπρεπε τώρα, ήταν να καταλάβει την "Κωσταντιγιέ" όπως έλεγαν τη βασιλεύουσα μέχρι τότε οι Οθωμανοί. Εάν αποτύγχανε ήξερε καλά ότι οι "Μουγκοί" θα τον επισκέπτονταν και εκείνον κάποιο βράδυ σταλμένοι από κάποιον Βεζίρη του. Έδιωξε γρήγορα τη σκέψη αυτή: "όταν μπω στην Πόλη νικητής θα της αλλάξω και ονομασία. Θα την ονομάσω Ιστανμπούλ, ή Ισλαμπόλ δεν ξέρω, θα αποφασίσω μετά" σκέφτηκε.

Στο συμβούλιο τον λόγο είχε πάρει ο Μεγάλος Βεζίρης και πιστός σύντροφος του πατέρα του, Μουράτ, ο ηλικιωμένος Χαλίλ Τσανταρλί Πασάς. Τον άκουγε να λέει ότι η Πόλη δεν πέφτει και ότι όσο είναι καιρός να μαζέψουμε τις σκηνές μας και να επιστρέψουμε στο Ετιρνέ ( Αδριανούπολη).
Ο Μεχμέτ έσφιξε τα χείλη του και σκέφτηκε: "Χαλίλ Πασά όταν πέσει η Πόλη ετοιμάσου να αποχωριστεί το κεφάλι από το σώμα σου. Νομίζεις γέρο ότι δεν ξέρω πως ο Παλαιολόγος σε δωροδοκεί για να σπείρεις διχόνοια στον στρατό μου και να με καταφέρεις να φύγω"

Ο Μεχμέτ σηκώθηκε χτύπησε μια φορά παλαμάκια και όλοι σιώπησαν και κατέβασαν τα κεφάλια στο πάτωμα. Ίσιωσε την χρυσοπράσινη κελεμπία του και με ήρεμη φωνή είπε: " Μοιράστε διπλές μερίδες φαγητού στο στράτευμα. Στείλτε δερβίσηδες σε κάθε γωνιά του στρατοπέδου να τους πουν ότι αύριο το βράδυ θα κοιμηθούν σε απαλά στρώματα μέσα στην Πόλη. Θέλω οι δερβίσηδες να τους κάνουν να κλάψουν. Να τους πουν ότι όποιος πεθάνει θα πάει στον παράδεισο. Όλο το βράδυ θα χτυπάνε τα τύμπανα. Ανάψτε και φωτιές παντού. Ο πρώτος που θα πατήσει τα τείχη και θα ανεβάσει τη σημαία μου στις επάλξεις θα πάρει το βάρος του σε χρυσάφι. Οι υπόλοιποι έχουν 3 μέρες δικές τους να κάνουν ότι θέλουν μέσα στην Πόλη. Να πάρουν σκλάβες να πάρουν σπίτια να πάρουν χρυσάφια. Τους ανήκουν όλα. Σε εμένα ανήκουν τα δημόσια κτίρια και η ίδια η Πόλη. Τώρα πλησιάστε όλοι να σας πω το σχέδιο επίθεσης που σκέφτηκα..."

Λίγη ώρα αργότερα ο Μεχμέτ αποφάσισε να μιλήσει ο ίδιος στους στρατιώτες του. Ζήτησε να συγκεντρωθούν. Μια τεράστια ανθρώπινη θάλασσα γέμισε τον χώρο. Ο Σουλτάνος με σταθερή φωνή, άρχισε να λέει: «Αγαπημένα μου παιδιά, εύχομαι και σας παρακαλώ, στο όνομα του Θεού, του προφήτη του Μωάμεθ και στο δικό μου, το δούλου τους να κάνετε αύριο ένα έργο που θα μείνει στην αιωνιότητα, όπως έκαναν μέχρι τώρα παντού οι πρόγονοί μας. Να ανεβείτε με τις σκάλες στα τείχη σαν πουλιά με όλη τη γενναιότητα, το θάρρος και την προθυμία που διαθέτετε για να μη χάσουμε τη φήμη που κέρδισαν οι πρόγονοί μας με τη χάρη του Θεού. Αντίθετα, τώρα ήρθε η ώρα να την κάνουμε ακόμη μεγαλύτερη» Το αλλόκοτο και ανομοιογενές πλήθος παραληρούσε και ζητωκραύγαζε. Η ώρα της τελικής εφόδου πλησίαζε ...

Μέγα Παλάτιον Βλαχέρνες. Βράδυ Δευτέρας.28 Μαΐου

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ζήτησε από τον καλό και πιστό του φίλο Γεώργιο Φραντζή να δώσει εντολή να συγκεντρωθούν μπροστά του, στην «Αίθουσα του Θρόνου», όλοι οι άρχοντες, οι στρατηγοί και οι Πρωτοσπαθάριοι της Πόλης. Μέχρι να έρθουν ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Άφησε το κουρασμένο του κορμί να πέσει βαριά στην μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα. Έσκυψε και έφερε τα δυο του χέρια στο πρόσωπο του. Η Πόλη του, άντεχε 50 συνεχόμενες ημέρες. Ως πότε όμως. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει από τότε που στέφθηκε Αυτοκράτορας. Ώρες ώρες ένιωθε εντελώς μόνος. Το βάρος που έφερε καθημερινά ήταν δυσβάσταχτο. Ένιωθε ότι μαχόταν σε έναν πόλεμο που από την αρχή του, το αποτέλεσμα είχε κριθεί. Κανείς δεν τον βοηθούσε. Τα θησαυροφυλάκια ήταν άδεια. Η Πόλη που κάποτε αριθμούσε περισσότερο από μισό εκατομμύριο ψυχές και ήταν το κέντρο του κόσμου, τώρα ήταν ένα μια νεκροζώντανη σκιά του εαυτού της. Τα πλοία, όσα είχαν απομείνει σάπιζαν στα νεώρια. Πολλά σπίτια ήταν πλέον άδεια ...Φαντάσματα στα χαλάσματα. Κοράκια έκραζαν στον ουρανό. Οι άρχοντες δεν έδιναν χρήματα λες και όταν ο Σουλτάνος θα έμπαινε στην Βασιλεύουσα θα τους άφηνε να τα κρατήσουν. Αναγκάστηκε να εκποιήσει μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Τα τάματα του λαού του. Προσπάθησε να καλέσει τη Δύση για βοήθεια. Ακόμη την περίμενε ...Κανένα πλοίο από τους Λατίνους δεν εμφανιζόταν στον ορίζοντα, παρά τις διαβεβαιώσεις.

Ευτυχώς που εμφανίσθηκε και ο Ιουστινιάνης. Βέβαια εάν η Πόλη άντεχε, ο Γενουάτης θα έπαιρνε σαν πληρωμή ολόκληρη τη νήσο Λήμνο.
Πόσο θα ήθελε να είχε χρήματα στο κρατικό θησαυροφυλάκιο. Θα μπορούσε να πληρώσει εκείνον τον τεχνίτη κανονιών τον Ουρβάνο. Η μεγάλη Μπομπάρδα θα ήταν μέσα από τα τείχη και όχι απέξω. Δεν είχε ... Ο Ουρβάνος πήγε στον Σουλτάνο και η Μπομπάρδα έκανε τη γη να τρέμει σε κάθε κανονιοβολισμό. Έμαθε μάλιστα ότι στην Αδριανούπολη μια γυναίκα έχασε το παιδί που είχε στην κοιλιά της από τον φόβο της. Τόσο μακριά ακουγόταν ο ήχος του ορειχάλκινου τέρατος. Η μπομπάρδα διέλυε αργά αλλά σταθερά τα τείχη.

Χαμογέλασε ειρωνικά όταν στην αρχή οι κανονιέρηδες έριχναν στα τείχη και δεν τους προκαλούσαν την παραμικρή φθορά, Μέχρι εκείνο το πρωινό που εμφανίστηκαν οι Ούγγροι τεχνίτες που του έστειλε ο σύμμαχος του, ο Ιωάννης Ουνιάδης για να τον βοηθήσουν στην άμυνα της Βασιλέυουσας. Αντί να έρθουν μέσα στην Πόλη όπως έπρεπε, εκείνοι έτρεξαν στον Σουλτάνο. Του είπαν και έδειξαν στο στρατό του, τον τρόπο να ρίξουν τα τείχη. Ο Σουλτάνος τους πλήρωσε αδρά. Το δικό του θησαυροφυλάκιο ήταν γεμάτο. Οι τεχνίτες τους είπαν να ρίχνουν την πρώτη βολή σε ένα σημείο. Η δεύτερη θα έπρεπε να πέσει στην ίδια ευθεία με την πρώτη αλλά λίγα μέτρα πιο δίπλα. Η τρίτη κανονιά θα έπεφτε στη μέση και λίγο χαμηλότερα. Σαν ανάποδο τρίγωνο. Τα τείχη έπεφταν και διαλύονταν πια σαν να ήταν από άμμο. Ευτυχώς που ο λαός του, δεν έκανε πίσω και τα βράδια, τα επιδιόρθωνε. Τα γέμιζε με πέτρες με άμμο ακόμη και με ρούχα και μάλλινα υφάσματα για να απορροφούν τους κραδασμούς ...

Ο λαός του τον λάτρευε το ένιωθε, ήταν όμως διχασμένος. Άλλοι τον υποστήριζαν και άλλοι τον κατηγορούσαν για «ενωτικό», τον κατηγορούσαν ότι πούλησε την ορθόδοξη πίστη στον Πάπα. Κάποιες στιγμές αναρωτιόταν και για τον ρόλο του μοναχού Γεννάδιου Σχολάριου που είχε κλειστεί στη Μονή του Παντοκράτωρα και κατακεραύνωνε με πύρινους λόγους, εκείνον, τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, τη Δύση και οποιαδήποτε προσπάθεια άμυνας στον Μεχμέτ. « Η Πόλη είναι αμαρτωλή και θα πληρώσει για αυτό. Μετανοείτε τίποτε δεν θα μας σώσει από την οργή του Κυρίου» έλεγε και ο κόσμος συγκεντρωνόταν έξω από τη Μονή και τον πίστευε ... Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν ο Σχολάριος εάν ο Μεχμέτ έπαιρνε τη Βασιλεύουσα...

Για λίγο σκέφτηκε την πρώτη του σύζυγο τη Θεοδώρα, ανιψιά του Δεσπότη της Ηπείρου. Την έχασε το 1430. Ο θάνατος της, τον τσάκισε. Δώδεκα χρόνια μετά αποφάσισε να δέσει τη ζωή του με μια άλλη γυναίκα, την Κατερίνα Κατιλούζιο από τη Λέσβο. Η μοίρα του έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Η Κατερίνα πέθανε και εκείνη. Παιδιά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν επρόκειτο ποτέ να αποκτήσει. Βούρκωσε. Ο πιστός του φίλος Φραντζής, διέκοψε τις μαύρες σκέψεις του. «Είναι όλοι εδώ. Σας περιμένουν » του είπε.

Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε από την καρέκλα του και έδωσε εντολή να περάσουν Όταν η «αίθουσα του Θρόνου» γέμισε ασφυκτικά άρχισε να τους μιλάει:
«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει. Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι' αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων. Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα.» Η φωνή του Αυτοκράτορα έσπασε αλλά εκείνος συνέχισε:

 

«Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ' όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δεν διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό.
Ήρθε λοιπόν αδέρφια μου ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων, και καύχημα όλου του κόσμου»


Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Ξημερώματα Τρίτης 29 Μαΐου

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα η πεδιάδα του Λύκου ποταμού, γέμιζε αργά από ένα ανθρώπινο ποτάμι. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ο ένας δίπλα στον άλλο συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση. Στην πρώτη γραμμή οι "άτακτοι", οι βασιβουζούκοι, το ανομοιογενές ασκέρι που ακολούθησε τον Σουλτάνο στην εκστρατεία του για το πλιάτσικο. Ψηλά από τα τείχη οι υπερασπιστές χαμογέλασαν. Δεν τους φόβισε ο τεράστιος όγκος του πρώτου κύματος των επιτιθεμένων. Ίσα ίσα τους εξυπηρετούσε τόσο κοντά που ήταν ο ένας με τον άλλον. Δεν θα χρειαζόταν καν να σημαδεύουν. Το σχέδιο του Μεχμέτ ήταν απλό σε σύλληψη. Θα εξουθένωνε τους υπερασπιστές μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν λίγοι και ο στρατός του, υπερδεκαπλάσιος. Είχε κόσμο να θυσιάσει ενώ εκείνοι όχι. Μπορούσε να στέλνει στρατεύματα κατά κύματα μέχρι το σπαθί στα χέρια των υπερασπιστών πάνω στα τείχη να γίνει ασήκωτο από τις συνεχόμενες μάχες.

Μόλις δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης, η φύση τρόμαξε! Χιλιάδες κραυγές, αλαλαγμοί, φωνές, και επικλήσεις στον Αλλάχ, έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό της κωνσταντινούπολης. Τα κανόνια από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη, ξερνούσαν φωτιά προς τα τείχη. Μεταλλικά σκεύη και τύμπανα χτυπούσαν σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό που πάγωνε το αίμα. Τα πράσινα μπαιράκια του Μεχμέτ και των Οθωμανών κυμάτιζαν ξέφρενα μέσα στο σκοτάδι.

Ο Πρωτοστράτορας από τα τείχη μονολόγησε: "ελάτε..." και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο τρομακτικό. Στη συνέχεια ούρλιαξε: "Στα όπλα. Έρχονται τα σκυλιά. Φωνάξτε τον Αυτοκράτορα, χτυπήστε τις καμπάνες." Σε λίγα λεπτά ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυθέντης της Κωνσταντινούπολης έπαιρνε τη θέση του στα τείχη ανάμεσα στους υπερασπιστές, σαν απλός στρατιώτης. Ο Ιουστινιάνης γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να δένει τον μεταλλικό του θώρακα. Βρισκόταν ακριβώς πίσω του στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Σε ένα τείχος ψηλότερα από όλους. Ούρλιαξε με την βαριά φωνή του για να ακουστεί μέσα στον χαλασμό που έκαναν τώρα και όλες οι καμπάνες από κάθε εκκλησιά της Πόλης: "Κλείδωσε μας. Κλείδωσε μας" Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος του έγνεψε καταφατικά και με μια κίνηση των χεριών του, έδειξε στον Ιουστινιάνη ότι τον ευχαριστεί.


Οι βαριές πόρτες εξόδου, στα νώτα των υπερασπιστών προς την πόλη έκλεισαν και κλειδώθηκαν. Τώρα όποιος ήταν στα τείχη ή θα νικούσε ή θα πέθαινε. Πάνω στην Πέμπτη ο Ιουστινιάνης έδινε τις τελευταίες οδηγίες. Οι καμπάνες συνέχιζαν να χτυπούν άγρια, τα τύμπανα να κάνουν τη γη να τρέμει και οι βασιβουζούκοι να ουρλιάζουν και να εφορμούν προς τα τείχη. Από ψηλά φαινόντουσαν να είναι άπειροι δεκάδες χιλιάδες.

"Τώρα" ούρλιαξε ο Πρωτοστράτορας και μια πυκνή βροχή από βέλη, από μεταλλικές μπίλιες και από μικρές γρανιτένιες πέτρες από τα μικρά πυροβόλα των υπερασπιστών, θέρισαν τις πρώτες σειρές των επιτιθεμένων. Σαν να προσέκρουσαν σε κάποιον αόρατο τοίχο οι βασιβουζούκοι σταμάτησαν και σωριάζονταν νεκροί. Από ψηλά οι τοξότες άδειαζαν τις φαρέτρες τους σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν σημάδευαν αλλά κανένα βέλος δεν πήγαινε χαμένο. Τόσο πυκνές ήταν οι γραμμές των Οθωμανών ατάκτων. Τα τηλεβόλα και τα αρκεβούζια των βυζαντινών και των Λατίνων είχαν πάρει φωτιά.

Ο αθυρόστομος Ιουστινιάνης έτρεχε πάνω κάτω και εμψύχωνε τους συμπολεμιστές του: "Για την τιμή της Χριστιανοσύνης... θερίστε τους...κάντε τους να ξεχάσουν τις μάνες τους...", ήταν οι ηπιότερες εκφράσεις που χρησιμοποιούσε. Οι 800 σιδερόφρακτοι σύντροφοι του, με μια κίνηση έβγαλαν τα σπαθιά τους και περίμεναν. Μαζί τους και οι Βυζαντινοί.


Οι Βασιβουζούκοι ήταν ένα ασκέρι ατάκτων από κάθε μεριά του κόσμου. Όταν κατάλαβαν ότι με τις φωνές και τις κραυγές η πόλη δεν πέφτει, δείλιασαν. Οι βυζαντινοί τους μακέλευαν και δεν είχαν προλάβει καν να πλησιάσουν τα τείχη. Έκαναν να υποχωρήσουν. Ο τεράστιος όγκος των χιλιάδων αυτών ερασιτεχνών πολεμιστών ξαφνικά άλλαξε μέτωπο και υποχωρούσε. Γυρνούσε πίσω. Ο Μεχμέτ που παρακολουθούσε τη μάχη περίμενε την εξέλιξη αυτή. Κούνησε κοφτά το κεφάλι του και έδωσε ένα σύνθημα. Αμέσως στα νώτα των υποχωρούντων βασιβουζούκων ανέλαβαν δράση οι τρομεροί Τσαούσηδες. Αξιωματικοί του Οθωμανικού στρατού. Επαγγελματίες στρατιώτες έπαιξαν το ρόλο του στρατονόμου. Με τα τεράστια γιαταγάνια τους αλλά και με βαριά μεταλλικά ρόπαλα τιμωρούσαν, σκότωναν, ή άφηναν ανάπηρο όποιον υποχωρούσε. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Οι βασιβουζούκοι αφού είδαν εκατοντάδες συντρόφους τους να πέφτουν από σπαθί συμπολεμιστή τους επειδή υποχωρούσαν, άλλαξαν πάλι μέτωπο και ξεχύθηκαν προς τα τείχη. Τουλάχιστον αν πέθαιναν πάνω στη μάχη από το σπαθί των γκιαβούρηδων, θα πήγαιναν στον παράδεισο.


 
Η τεράστια τάφρος που βρισκόταν μπροστά από το "Μικρόν τείχος" είχε βάθος 10 μέτρα και πλάτος 21. Έπρεπε να την περάσουν να τρέξουν 17 μέτρα ακάλυπτοι και να φτάσουν στο Μικρόν τείχος. Τότε όλα θα ήταν πιο εύκολα αφού η πρώτη αμυντική γραμμή των Βυζαντινών είχε ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς των προηγούμενων ημερών. Το Μικρόν τείχος ήταν πλέον ένας ξύλινος φράχτης και όχι το πέτρινο τείχος, πάχους 2,5 μέτρων και ύψους 8,5 που ήταν πριν.

Σε λιγότερο από μισή ώρα η βασιβουζούκοι δεν χρειαζόταν να διασχίσουν την τάφρο με πρόχειρες γέφυρες ή άλλα μέσα. Τώρα απλά πατούσαν στα πτώματα των συντρόφων τους και περνούσαν απέναντι. Η τεράστια τάφρος είχε γεμίσει με νεκρούς άτακτους...


"Στο Μικρό" φώναξε ο Ιουστινιάνης και οι κατάφραχτοι ιππότες του άφησαν το Μέγα τείχος και κατέβηκαν στον ξύλινο φράχτη. Όσοι Βασιβουζούκοι δεν εξολοθρεύονταν πάνω από τα τείχη με τα τόξα και τα αρκεβούζια, και διέσχιζαν τη τάφρο, έπεφταν επάνω στους συντρόφους του Πρωτοστράτωρα. Τα όπλα τους ήταν αδύνατον να τρυπήσουν τις πανοπλίες των ιπποτών. Ήταν μια εύκολη μάχη για τους βυζαντινούς. Χωρίς ασπίδες και μεταλλικούς θώρακες τα τεράστια σπαθιά των Λατίνων του καπετάν Γιουστουνιά, τους εξολόθρευαν τρεις - τρεις με κάθε χτύπημα. Μετά από 3 ώρες μάχης σώμα με σώμα οι Βασιβουζούκοι διατάχτηκαν να υποχωρήσουν. Οι υπερασπιστές ούρλιαζαν από χαρά και ενθουσιασμό. Οι πανοπλίες, τα πρόσωπα, τα μαλλιά τους ήταν κατακκόκινα από το αίμα των Τούρκων. Οι απώλειες τους ήταν ελάχιστες. Όμως τα χέρια τους βάραιναν επικίνδυνα.


"Μοιράστε τους κρασί και να ξεκουραστούν" έδωσε εντολή ο Ιουστινιάνης αλλά η ματιά του πάγωσε καθώς κοίταξε προς το εχθρικό στρατόπεδο. Τη θέση των ατάκτων μετά από 3 ώρες μάχης έπαιρνε τώρα ο τακτικός στρατός των Οθωμανών. Αμέτρητες σειρές από Αλοφατζήδες (ουλουφατζήδες), από Καρίπηδες, από Δελήδες από Μποσταντζήδες και φυσικά από Σπάχηδες , εφορμούσαν προς τα τείχη. Ήταν ξεκούραστοι και ήθελαν να αποδείξουν ότι δίκαια άνηκαν στον τρομερό στρατό του Σουλτάνου. Από την άλλη οι υπερασπιστές άρχιζαν να καταβάλλονται από την κούραση. Και ο Σουλτάνος δεν τους άφησε ούτε λεπτό για να ξεκουραστούν.


"Κουράγιο αδέρφια" Βροντοφώναξε ο Αυτοκράτορας από τα τείχη. "'Ότι έπαθαν οι προηγούμενοι θα πάθουν και αυτοί."


Και πράγματι έτσι έγινε. Επί τρεις ώρες οι υπερασπιστές έκοβαν όπως ο ξυλοκόπος τα δέντρα, το νήμα της ζωής των χιλιάδων Οθωμανών στρατιωτών. Τρεις ώρες μάχης σώμα με σώμα που εάν υπολογίσουμε και τις προηγούμενες, συνολικά οι υπερασπιστές των τειχών πολεμούσαν 6 ώρες αδιάκοπτα. Έξη ώρες να σηκώνουν και να κατεβάζουν συνέχεια ένα βαρύ σπαθί και να μακελεύουν...


Η κούραση άρχισε να τους καταβάλει. Αυτή τη φορά όμως οι απώλειες ήταν μεγάλες. Ο τακτικός στρατός του Σουλτάνου δεν πολεμούσε με αυτοσχέδια σπαθιά, ρόπαλα και τσουγκράνες. Είχε όπλα και πανοπλίες σχεδόν εφάμιλλες με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους. Η άμυνα της Πόλης κρεμόταν σε μια κλωστή. Δεν ήταν λίγοι οι υπερασπιστές που βρήκαν τον θάνατο κατατρυπημένοι από τους εχθρούς, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να σηκώσουν άλλο το σπαθί τους από την κούραση. Τα αυτιά όλων κόντευαν να σπάσουν. Τα τύμπανα δεν είχαν σταματήσει λεπτό. Το ίδιο και οι καμπάνες. Οι κλαγγή των όπλων και οι εκρήξεις μαζί με τις κραυγές των πολεμιστών δημιουργούσαν ένα σκηνικό κολάσεως.


Γλυκοχάραζε και ο θεός φαινόταν ότι δεν είχε αποφασίσει σε ποιόν θα έδινε τη νίκη. Η πεδιάδα του Λύκου ήταν τώρα ένας λασπότοπος γεμάτος αίματα και χιλιάδες πτώματα. Κάπου κάπου κάποιος τραυματίας εκλιπαρούσε για λύτρωση. Κομμένα μέλη, κομμένα κεφάλια, ανθρώπινες ακαθαρσίες. Η μυρωδιά του θανάτου.


Ο Σουλτάνος άρχισε να νιώθει άβολα. Η αποτυχία του έκλεινε πονηρά το μάτι. Η Πόλη απέναντι του όχι μόνο άντεξε αλλά και διέλυσε μεγάλο μέρος του στρατού του. Έβλεπε ήδη με τη φαντασία του, τους "Μουγκούς" να τον πνίγουν κάποιο βράδυ στον ύπνο του, με μεταξωτό κορδόνι. Διέταξε και το δεύτερο κύμα να υποχωρήσει και έστρεψε το κατασκότεινο πρόσωπο του προς τον Αγά των Γενιτσάρων που στεκόταν πίσω και αριστερά του. Θα τα έπαιζε όλα για όλα. Ή θα κέρδιζαν οι γενίτσαροι του ή θα τον περίμενε ο θάνατος και η ατίμωση.


"Είμαι ένας από εσάς" είπε στον Αγά. Εκείνος υποκλίθηκε βαθιά και έσπευσε να δώσει τις εντολές του. Οι Γενίτσαροι ήταν έτοιμοι να εφορμήσουν. Σαν σκυλιά που με αλυσίδα τα κρατά ο κύριος τους και τώρα τα άφησε κάλυπταν τρέχοντας την απόσταση μέχρι τα τείχη. Οι εκκλησίες πλέον δεν χτυπούσαν τις καμπάνες τους. Από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη δεν ακούγονταν τύμπανα. Επικρατούσε μια νεκρική σιγή που τσάκιζε τα νεύρα. Όλοι στα τείχη βαστούσαν την ανάσα τους. Οι Γενίτσαροι έτρεχαν σκυφτοί. Κοίταζαν μόνο μπροστά. Δεν φώναζαν, ούτε ούρλιαζαν όπως οι προηγούμενοι. Το θεωρούσαν υποτιμητικό. Απλά έτρεχαν.

«Αυτοί είναι οι τελευταίοι, αδέρφια μου» φώναξε ο αυτοκράτορας από ψηλά. «Κρατήστε τις θέσεις σας, μην λιγοψυχάτε τώρα». Οι Γενίτσαροι πέρασαν την τάφρο, πέρασαν και το Μικρό τείχος και έφτασαν κάτω από το Μέγα τείχος. Έστησαν με ταχύτητα τις σκάλες τους. Από ψηλά οι υπερασπιστές άδειαζαν καυτό λάδι, και πετούσαν πέτρες προς τα κάτω. Οι Γενίτσαροι ένας προς έναν συναντούσαν τιμημένα τον δημιουργό τους. Κανείς τους δεν φώναζε. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Και όποιος πέθαινε αμέσως κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του ...
Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματάει ... Είναι η στιγμή που μια αυτοκρατορία πεθαίνει ...Είναι η στιγμή που χίλια και βάλε χρόνια περνάνε στο παρελθόν. Η μοίρα λες και αμφιταλαντευόταν τόσες ώρες, αποφάσισε να δώσει τη νίκη στους Οθωμανούς. Εξάλλου η έκπληξη θα ήταν εάν η Πόλη δεν έπεφτε ...Έπεσεμε τρία απλά μοναδικά στην ιστορία γεγονότα που έκριναν τα πάντα.
Ο Μεχμέτ έβλεπε τους Γενίτσαρους του να τσακίζονται σωρηδόν πάνω από τα τείχη. Η Βασιλεύουσα δεν έπεφτε. Έτριψε τον σβέρκο του. Ήξερε τη μοίρα του. Ετοιμάστηκε να σημάνει υποχώρηση. Τότε συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα τρία μοιραία για το Βυζάντιο γεγονότα.


Στη Βόρεια πλευρά του τείχους. Κάτω σχεδόν από το παλάτι των Βλαχερνών σε μια μικρή γωνιά του που κάνει ο τοίχος βρίσκεται ένα πορτάκι. Μια μικρή πόρτα ξύλινη, που κάποτε οι αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν όταν έβγαιναν για κυνήγι στο δάσος του Βελιγραδίου. Το πορτάκι σχεδόν δεν φαίνεται ακόμη και εάν κάποιος είναι πολύ κοντά. Οι πολιορκημένοι πολλές φορές το είχαν χρησιμοποιήσει στις εφόδους τους. Έβγαιναν μέχρι και 50 και ταχύτατα με τα άλογα τους σάρωναν όποιον Οθωμανό στρατιώτη έβρισκαν. Μετά σαν φαντάσματα έμπαιναν πάλι από την πόρτα αυτή την ασφάλιζαν και έπαιρναν τις θέσεις τους στα τείχη.
Με κάποιο τρόπο «μαγικό» η πόρτα, αυτή την μοιραία στιγμή βρέθηκε ανοιχτή. Την ξέχασαν καθώς επέστρεφαν μετά από κάποια επιδρομή οι Βυζαντινοί; Κάποιο χέρι από μέσα που ήθελε να μπουν οι Οθωμανοί, την ξεκλείδωσε; Κανείς δεν ξέρει , ούτε θα μάθει ποτέ. Από την πόρτα μπήκαν κάποιοι Γενίτσαροι οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί σχεδόν αμέσως από τους Βυζαντινούς. Με άλογα και πεζή, οι υπερασπιστές έπεσαν πάνω τους και τους εξολόθρευσαν. Ένας από εκείνους όμως κατάφερε να σκαρφαλώσει στο τείχος και να τοποθετήσει τη σημαία του Σουλτάνου. Η σημαία δεν κατέβηκε ...

Την ίδια στιγμή σαν να έπαιζε ένα παιχνίδι η μοίρα, ο Πρωτοστράτορας, ο άνθρωπος που ουσιαστικά μαζί με τον αυτοκράτορα κρατούσε την Πόλη, τραυματίζεται. Ο Ιουστινιάνης είδε μέσα από την κατάμαυρη πανοπλία του να ξεπηδά αίμα. Κάποιο βόλι ή τόξο καρφώθηκε χαμηλά στην κοιλιά του. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και όσο περνούσε η ώρα ο Ιουστινιάνης σφάδαζε. Οι σύντροφοι του, άφησαν τις θέσεις τους στις πολεμίστρες και έτρεξαν να προστατεύσουν τον ηγέτη τους. Από τα τείχη έφυγε η ελίτ της άμυνας οι σιδερόφραχτοι ιππότες του Γενουάτη γίγαντα. Οι γενίτσαροι συνέχιζαν να ανεβαίνουν ... Ο Πρωτοστράτορας φώναξε στον Κωνσταντίνο να του πετάξει τα κλειδιά της Πύλης για να φύγει. «Αδελφέ» απάντησε με αγωνία από ψηλάο Παλαιολόγος «άντεξε λίγο ακόμη σε παρακαλώ». Ο Ιουστινιάνης σε κρίση πανικού και φρικτού πόνου ούρλιαξε: «Πέταξε μου τα κλειδιά ανάθεμα με. Πεθαίνω δεν το βλέπεις;». Ο αυτοκράτορας υποχώρησε και πέταξε τα κλειδιά. Οι πιστοί σύντροφοι του Ιουστινιάνη άφησαν τα τείχη και κρατώντας τον στα χέρια έτρεξαν προς τα 2 πλοία που τους περίμεναν στο λιμάνι. Οι Βυζαντινοί ήταν πλέον μόνοι τους. Αργότερα πολλοί κατηγόρησαν τον Ιουστινιάνη ότι λιγοψύχησε και για ένα μικρό τραυματισμό έφυγε. Η πραγματικότητα είναι όμως εντελώς διαφορετική. Ο Ιουστινιάνης σε όλες τις ημέρες της πολιορκίας, ποτέ δεν δείλιασε, ποτέ δεν έκανε πίσω. Πρώτος δίπλα στον Κωνσταντίνο απωθούσε τους Οθωμανούς. Ευκαιρίες να φύγει είχε πολλές. Και μάλιστα να αλλάξει και στρατόπεδο γεμίζοντας τις τσέπες του με χρυσάφι. Δεν το έκανε. Έμεινε στις επάλξεις. Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πέθανε τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου, όταν τα 2 πλοία του έδεσαν στη Χίο. Κάποιοι ιστορικοί, σύγχρονοι της Αλώσεως μιλούν ανοιχτά ότι το βόλι που τον βρήκε τον πέτυχε από πίσω. Το βόλι δεν ήταν Τούρκικο ...



Στον τάφο του στην εκκλησία του Αγίου Δομίνικου στη Χίο αναγραφόταν στα Λατινικά: "Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρι, θανασίμως πληγωθείς απέθανε."
Το τρίτο περιστατικό που συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με τα άλλα δύο ήταν και αυτό καθοριστικό. Την ίδια στιγμή λοιπόν που στις επάλξεις κυμάτισε για πρώτη φορά το μπαϊράκι του Σουλτάνου, την ίδια στιγμή που ο Πρωτοστράτωρας τραυματίστηκε και αποχώρησε, μια ομάδα Γενιτσάρων, καθοδηγούμενη από τον Καφέρ Μπέη, σκαρφάλωσε στα τείχη και πάτησε το πόδι της κάτω από τον Άγιο Ρωμανό. Εκεί κάποιος θηριώδης Γενίτσαρος που πλέον από τους Τούρκους θεωρείται ήρωας, ο Χασάν από το Ουλουμπάτ (Ουλουμπατλί Χασάν τον φώναζαν) συνοδευόμενος από μια ομάδα 30 συντρόφων του κατάφερε να προχωρήσει κατά μήκος στις επάλξεις, απωθώντας τους παραπαίοντες αμυνόμενους. Με μια σημαία του Σουλτάνου Μεχμέτ στο αριστερό και ένα τεράστιο κυρτό σπαθί στο δεξί χέρι, κράτησε για λίγα λεπτά τη θέση του περικυκλωμένος από Βυζαντινούς. Οι άλλοι γενίτσαροι που τον είδαν εμπνεύστηκαν από το θάρρος του και όρμησαν με περισσότερη λύσσα κατά των υπερασπιστών. Ο γιγαντιαίος γενίτσαρος κάρφωσε τη σημαία του Ισλάμ στα τείχη της Βασιλεύουσας των χριστιανικών πόλεων. Σύντομα οι αμυνόμενοι ανασυντάχτηκαν και με ομοβροντία από βέλη, πέτρες και ακόντια έριξαν κάτω τους 30 Γενίτσαρους και κύκλωσαν τον Χασάν. Με κόκκινα μάτια από την ένταση της μάχης του επιτέθηκαν, τον γονάτισαν και στην κυριολεξία τον κομμάτιασαν. Τα ελάχιστα λεπτά που άντεξε όμως ήταν αρκετά για ακόμη περισσότερους γενίτσαρους να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Η μάχη είχε κριθεί.

Ο Σουλτάνος που παρακολουθούσε πλέον από κοντά τη μάχη, ενώ είχε σηκώσει το χέρι να σημάνει υποχώρηση, είδε με το έμπειρο μάτι του την αναταραχή στις γραμμές των υπερασπιστών. Αντί για υποχώρηση έδωσε εντολή όλες οι δυνάμεις να πέσουν στο σημείο εκείνο. Σαν πλημμυρίδα χιλιάδες άνδρες άρχισαν να εισβάλλουν στον θύλακα που ο Σουλτάνος υπέδειξε. Οι αμυνόμενοι υποχώρησαν υπό το βάρος του αριθμού των επιτιθεμένων. Σε ένα τέταρτο 30.000 Οθωμανοί ανέβηκαν στα τείχη. Τώρα όλοι ούρλιαζαν απόκοσμα και έσφαζαν όποιον συναντούσαν. Η Πόλις Εάλω. Η υποχώρηση έγινε πανικός.


Πύλη Αγίου Ρωμανού πρωινό 29 Μαΐου 1453


Το πρόσωπο του Αυτοκράτορα είχε μεταβληθεί σε μια μάσκα πόνου. Δεν πίστευε και ο ίδιος πόσο γρήγορα και ξαφνικά ανατράπηκε η κατάσταση. Οι Οθωμανοί έμπαιναν πλέον από παντού. Μέσα στον πανικό και τον χαμό ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν αδύνατον να κάνει το παραμικρό. Έστρεψε το πρόσωπο του προς τα πίσω. Έβλεπε από ψηλά την αγαπημένη του πόλη να ψυχορραγεί. "Όλα τελείωσαν λοιπόν" σκέφτηκε και πρόσταξε την φρουρά του να αποχωρήσουν. Με ψυχραιμία κατέβηκε από τον Άγιο και μπήκε στην Πόλη. Τον συνόδευαν οι καλοί του φίλοι , Ο Ιωάννης Δαλματός, ο Δον Φρανσίσκο ντε Τολέδο, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Καντακουζηνός. Έτρεχαν στα στενά δρομάκια της Πόλης. "Άρχοντα μου θα ήταν συνετό να αποφύγουμε τους μεγάλους δρόμους για να φτάσουμε στο λιμάνι" τον συμβούλεψε ο Θεόφιλος. Οι σφαγές οι λεηλασίες, οι βιασμοί, οι κλεψιές είχαν ξεκινήσει και τα ουρλιαχτά του κόσμου και οι απεγνωσμένες επικλήσεις για βοήθεια έκαναν τον Αυτοκράτορα να σταθεί.


"Δεν φεύγω" είπε. " Η πόλη μου πεθαίνει και μαζί της θα πεθάνω και εγώ". Από κάποια σκιερή γωνία ξεπρόβαλε τρέχοντας μια πολυάριθμη ομάδα γενιτσάρων που είχε επιδοθεί σε ανελέητο πλιάτσικο και δολοφονίες. Κοντοστάθηκαν μόλις είδαν τους 5 αρματωμένους άνδρες. Ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ξεθήκωσε το σπαθί του και όρμησε. Πίσω του οι σύντροφοι του έκαναν το ίδιο. Όπως η φωτιά καίει τα δάση, έτσι και ο Κωνσταντίνος θέριζε τους Γενίτσαρους. Δεχόταν χτυπήματα αλλά παρέμενε όρθιος. Σε λίγα λεπτά οι 4 σύντροφοι του κείτονταν νεκροί. Είχε περικυκλωθεί. Η πανοπλία και ο μανδύας του ήταν μέσα στα αίματα. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Όχι από πόνο. Δάκρυα για τον χαμό της θεοφύλακτης Πόλης. Ο Κωνσταντίνος ζύγισε το σπαθί στο κουρασμένο του χέρι."΄Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;" φώναξε και όρμησε για δεύτερη φορά. Δέχτηκε από πίσω ένα δυνατό χτύπημα. Όλα μαύρισαν στα μάτια του. Κατέρρευσε . Οι γενίτσαροι έπεσαν πάνω του...Κανείς ποτέ δεν τον ξαναείδε...

Ο Οθωμανός ιστορικός Ορούχ, έγραψε αργότερα: "Ο άμοιρος αυτοκράτορας ήταν 49 ετών όταν πέθανε. Όποιες και αν ήταν οι συνθήκες του θανάτου του, φαίνεται ότι προσπάθησε μέχρι και την τελευταία στιγμή να κρατήσει τη φλόγα του Βυζαντίου αναμμένη. Ο κυβερνήτης της Ιστανμπούλ ήταν γενναίος και δεν ζήτησε έλεος. Ήταν ένας άξιος αντίπαλος"
Οι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης γλιστρούσαν από το αίμα που έρεε. Τα κομμένα κεφάλια μέσα στο λιμάνι, έμοιαζαν καρπούζια στον πάγκο του μανάβη. Τόσα πολλά ήταν. Στον κεράτιο σε ένα Πύργο 40 κρητικοί τοξότες είχαν ταμπουρωθεί και δεν έκαναν πίσω. Κάθε προσπάθεια των Οθωμανών να καταλάβουν τον Πύργο, αποτύγχανε. Οι κρητικοί ήταν λιοντάρια. Η Πόλη είχε πέσει αλλά οι Κρητικοί δεν παραδίδονταν. Ο Μεχμέτ το έμαθε. Θαύμασε την αντρειοσύνη τους. Η εντολή του ήταν σαφής: " Αφήστε τους να φύγουν. Αφήστε τους τιμητικά να πάρουν μαζί τους και τη σημαία τους. Όποιος τολμήσει να πειράξει έστω και έναν από αυτούς θα θανατωθεί. Δώστε τους και ένα πλοίο. Το αξίζουν..."

Αγία Σοφία πρωινό 30ης Μαΐου 1453


Ο Μεχμέτ ήταν έξαλλος. Άφριζε στην κυριολεξία από το κακό του. Όταν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ακόμη και η προσωπική του φρουρά φρόντιζε να μην βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Δεν το είχε σε τίποτε να διατάξει τον αποκεφαλισμό όποιου ανθρώπου ήταν δίπλα του, την λάθος ώρα.

Σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ εάν μια πόλη επαρεδίδετο τότε τα στρατεύματα, την καταλάμβαναν αναίμακτα και απαγορευόταν να αγγίξουν την περιουσία αλλά και τους ανθρώπους της. Εάν μια πόλη αρνείτο να παραδοθεί και τα στρατεύματα την καταλάμβαναν εξ εφόδου τότε οι στρατιώτες επί 3 ημέρες είχαν δικαίωμα να κάνουν ότι θέλουν στους ανθρώπους και την περιουσία τους. Να την οικειοποιηθούν να πάρουν σκλάβους, να πάρουν χρυσάφια και κοσμήματα. Οτιδήποτε, αλλά για 3 ημέρες. Η Κωνσταντινούπολη ήταν στη δεύτερη περίπτωση. Όμως εάν ο Μεχμέτ άφηνε τους άνδρες τους για τρεις ημέρες, εκείνοι θα ισοπέδωναν την Πόλη. Δεν θα έβρισκε τίποτε όρθιο.
Ο Μεχμέτ αποφάσισε να μην περιμένει να περάσει το τριήμερο. "Μπαίνουμε μέσα" είπε στον Βεζίρη του και λίγη ώρα αργότερα μια τεράστια πομπή περπατούσε στους δρόμους της Βασιλεύουσας. Πρώτος πάνω στο λευκό του άλογο ήταν ο Μεχμέτ, ζωσμένος με το σπαθί του Οσμάν. Έφτασε έξω από την Αγία Σοφία. Από μέσα οι κραυγές του κόσμου ήταν ανατριχιαστικές. Ξέζεψε και πεζός έφτασε στην είσοδο. Με αργές κινήσεις έσκυψε και πήρε μια χούφτα χώμα από το έδαφος. Έριξε το χώμα πάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινότητας απέναντι στον θεό. Ο Μεχμέτ μπήκε από την είσοδο και μονολογούσε το ποίημα ενός Πέρση ποιητή: " Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της και η κουκουβάγια κρώζει στους οίκους του Αφραστάβ..."
Είδε το εσωτερικό της εκκλησιάς ασφυκτικά γεμάτο. Όσοι είχαν προστρέξει εκεί για να σωθούν είχαν αλυσοδεθεί και ήταν έτοιμοι για τα σκλαβοπάζαρα. Πολλοί κείτονταν νεκροί. Αίμα έρεε στα πλακάκια του Οίκου του Θεού. Κάποιοι γενίτσαροι συνέχιζαν να ξηλώνουν τα μάρμαρα, συνέχιζαν να χαλάνε τις χρυσοποίκιλτες εικόνες. Ο Μεχμέτ έγινε έξαλλος. Πλησίασε έναν γενίτσαρο που ξήλωνε κάποια μάρμαρα "Γιατί τα χαλάς" τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε. "Για την πίστη μας Σουλτάνε μου" απάντησε εκείνος. Με το βαρύ μεταλλικό κοντάρι του τον χτύπησε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι. . Το κρανίο άνοιξε σαν τριαντάφυλλο και υγρά με αίμα άρχισαν να χύνονται. "ΤΕΛΟΣ" βροντοφώναξε ο Μεχμέτ "Κανείς και ποτέ δεν θα παραβιάζει διαταγή δική μου. Σας είπα ότι τα κτίρια μου ανήκουν"
Στη συνέχεια ήρεμος έδωσε εντολή να μπουν μέσα οι ιερείς του Ισλάμ. Σε λίγη ώρα στην Αγία Σοφία θα τελούταν η πρώτη προσευχή στον Αλλάχ...
ΤΕΛΟΣ
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα

 

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019
 
Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής, οι… «αγωνιστές του κλάδου» και το… «ηθικό τους πλεονέκτημα»
Του Σπύρου Κανελλόπουλου
Συνάδελφοι και συναδέλφισσες,
Αισθάνομαι την ανάγκη να σας ευχαριστήσω για τη συμμετοχή και τη συμβολή σας στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος, στις εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων μας (Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής) στο 19ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ.
Η ΔΑΚΕ κατήλθε σ’ αυτές τις εκλογές με ψηφοδέλτιο τριανταπέντε (35) ισαξίων συναδέλφων-συναγωνιστών και αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με 34,55% με διαφορά 13,09 μονάδες από την ΕΑΠ.

 

Η ψήφοι που αφορούν στο πρόσωπό μου, με κατατάσσουν στην τιμητική 4η θέση και με καθιστούν 1ο αναπληρωματικό σύνεδρο, αφού η ΔΑΚΕ θα στείλει στο 19ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ τρεις (3) συνέδρους για πρώτη φορά! Οι τρεις σύνεδροι που επάξια θα εκπροσωπήσουν την ΔΑΚΕ είναι οι: Κυριάκος Κοτσολάκος, Χαράλαμπος Τερεζάκης και Αικατερίνη Κουρκουζέλη.
Το 34,55% που κατέκτησε η ΔΑΚΕ και οι τρεις σύνεδροι που της αναλογούν, αποδεικνύει ότι οι συσχετισμοί στην ΕΛΜΕ μας έχουν αλλάξει άρδην.
Ας γίνω όμως πιο σαφής.
Στις εκλογές της 23ης Μαΐου 2019 για την εκλογή αντιπροσώπων στο 19ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ, ψήφισαν 664 συνάδελφοι. Σύμφωνα με το καταστατικό της ΟΛΜΕ (Άρθρο 14, παρ. 5), στις ΕΛΜΕ που ψηφίζουν από 651 έως 750 συνάδελφοι, εκλέγονται 7 αντιπρόσωποι.
Δείτε τώρα την σύμπτωση!
Η Ε’ ΕΛΜΕ Ανατ. Αττικής εκπροσωπείται στο 19ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ με 7 συνέδρους. Έχει όμως (εκ του καταστατικού της) και επταμελές Δ.Σ. Άρα, μπορούμε να προβούμε σε εύκολες συγκρίσεις μεταξύ των εκλογών για την ανάδειξη των επτά (7) μελών του Δ.Σ. (Ιανουάριος 2019) και των εκλογών για την ανάδειξη των επτά (7) συνέδρων για το 19ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ (Μάιος 2019).
Δείτε μόνοι σας, τον παρακάτω πίνακα.
 
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι εύλογα.
Έχουμε δύο εκλογικές αναμετρήσεις με χρονική απόσταση τεσσάρων μηνών και οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει θεαματικά! Αν οι τελευταίες εκλογές γίνονταν για την ανάδειξη νέου Δ.Σ., θα είχαμε ΔΑΚΕ (3), ΕΑΠ (2), ΠΕΚ (2) και εκτός Δ.Σ. την ΑΣΕ και τις ΣΥΝΕΚ. Θα ίσχυε δηλαδή:
üΆνοδος της ΔΑΚΕ κατά 1,96 μονάδες και ενίσχυσή της με μια επιπλέον έδρα.
üΠτώση της ΕΑΠ κατά 6,79 μονάδες και διατήρηση των εδρών της.
üΆνοδος της ΠΕΚ κατά 6,59 μονάδες και μια επιπλέον έδρα.
üΠτώση της ΑΣΕ κατά 0,47 μονάδες και απώλεια της μοναδικής έδρας.
üΠτώση των ΣΥΝΕΚ κατά 1,30 μονάδες και απώλεια της μοναδικής έδρας.
Ίσως κάποιος πει ότι συγκρίνω ανόμοιες εκλογικές διαδικασίες. Η άποψη αυτή θα είχε βάση εάν οι συνάδελφοι ψήφιζαν ανεπηρέαστοι από τα τεκταινόμενα στο ΔΣ της ΕΛΜΕ.
Ας δούμε λοιπόν τι συνέβη με τη συγκρότηση προεδρείου στο ΔΣ της Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής.
Το 2016 - 2017 ήταν η πρώτη φορά που η ΔΑΚΕ αναδείχθηκε πρώτη δύναμη, στις εκλογές για ΔΣ, με 27,34% και δύο (2) έδρες. Τότε, κατά τη διαδικασία συγκρότησης προεδρείου, εξέλεξε Πρόεδρο τον Κυριάκο Κοτσολάκο και Γ. Γραμματέα την Αικατερίνη Κουρκουζέλη, με Αντιπρόεδρο από τη ΠΕΚ τον Ανδρέα Παπαδαντωνάκη.
Το 2017 -2018, η ΔΑΚΕ επέτυχε 31,30% και δύο (2) έδρες. Οι αριστερές παρατάξεις αποφάσισαν να σαμποτάρουν τη συγκρότηση προεδρείου. Δεν σεβάστηκαν την ψήφο των συναδέλφων και με θράσος μιλούσαν για προεδρείο… «αγωνιστικό». Με αυτό το γελοίο επιχείρημα ήθελαν να αποκλείσουν τη ΔΑΚΕ από θέσεις του προεδρείου που δικαιούτο βάσει του εκλογικού αποτελέσματος. Είχαμε δηλαδή εκτός από το παραμύθι της… «ηθικής υπεροχής της Αριστεράς» και το παραμύθι των… «αγωνιστών του κλάδου»!
Το 2018 – 2019, η ΔΑΚΕ επέτυχε 32,59% και δύο (2) έδρες. Οι… «δημοκράτες» συνέχισαν να μην σέβονται το εκλογικό αποτέλεσμα. Εδώ και 4 μήνες αρνούνται να συναινέσουν στη συγκρότηση προεδρείου. Θέλουν «προεδρείο αγωνιστικό», λένε βαυκαλιζόμενοι στις Γενικές Συνελεύσεις!
Δείτε περισσότερα εδώ:
http://dakeeaa.blogspot.com/2019/04/normal-0-false-false-false-el-x-none-x.html
Έως και το 2015 – 2016, όλα πήγαιναν… καλά! Η ΔΑΚΕ είχε ποσοστά από 15% έως 19% και έτσι οι έχοντες «αγωνιστικό ήθος» και «ηθική υπεροχή» την… ανέχονταν ως κατέχουσα –κάποιες χρονιές- τη θέση του Αντιπροέδρου, έχοντας όμως αυτοί –ως πρώτοι- τη θέση του Προέδρου και του Γ. Γραμματέα.
Συνάδελφοι και συναδέλφισσες,
Το ΔΣ της Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής, για δεύτερη συνεχή χρονιά δεν έχει προεδρείο. Είμαστε η μόνη ΕΛΜΕ στην Ελλάδα χωρίς προεδρείο! Γιατί; Θα μπορούσα να συμπεράνω ότι οι αριστερές παρατάξεις στην Ε΄ ΕΛΜΕ έχουν ιδιοκτησιακή αντίληψη; Ότι το προεδρείο τους ανήκει, αλλά αφού δεν μπορούν να το έχουν, προτιμούν το… χάος;
Με τη στάση που τηρούν οι αριστερές παρατάξεις δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο! Ερμηνεύουν την ψήφο σας ανάλογα με τα συμφέροντά τους! Δεν αναγνωρίζουν αυτό που ζητάτε με την ψήφο σας! Δεν πιστεύουν στη Δημοκρατία! Αν συνεχίσουν με την ίδια τακτική θα μειωθούν οι έδρες τους περεταίρω.
Εμείς θα συνεχίσουμε τον αγώνα τον καλό και θα σας κοιτάμε στα μάτια. Οι τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη συνέδρων αποδεικνύουν ότι αυτό θέλετε κι εσείς.
Εμείς, δεν χαράσσουμε τη συνδικαλιστική μας τακτική σύμφωνα με τις πολιτικές επιδιώξεις για κατάληψη της εξουσίας, ούτε χρησιμοποιούμε την Ο.Λ.Μ.Ε. ως πολιορκητικό κριό για να υλοποιήσουμε κάποια θολά επαναστατικά οράματα, όπως κάνουν οι δυνάμεις της Αριστεράς. Δεν χαϊδεύουμε τα αυτιά των κυβερνώντων ανάλογα με το χρώμα τους. Παραμένουμε αταλάντευτοι στις θέσεις και στις αξίες μας.
Είμαστε η μόνη παράταξη που πήρε σαφή θέση για το όνομα των Σκοπίων.
Δείτε εδώ:
http://dakeeaa.blogspot.com/2018/01/2012018_22.html , http://dakeeaa.blogspot.com/2018/07/16_66.html
Είμαστε η μόνη παράταξη που εξέδωσε ανακοίνωση για την παράνομη κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών. Δείτε εδώ: http://dakeeaa.blogspot.com/2018/03/blog-post_9.html
Είμαστε η μόνη παράταξη που αναδείξαμε τον επεκτατισμό εναντίον της Ελλάδος που διδάσκουν τα σχολικά βιβλία Ιστορίας και Γεωγραφίας στην Αλβανία. Δείτε εδώ: http://dakeeaa.blogspot.com/2018/07/16_4.html
Είμαστε η μόνη παράταξη που πήρε θέση για την εκτέλεση, από Αλβανούς αστυνομικούς, του εθνομάρτυρα Κων/νου Κατσίφα την 28η Οκτωβρίου 2018 στους Βουλιαράτες της Β. Ηπείρου.
Δείτε εδώ:
http://dakedek.blogspot.com/2018/10/blog-post_29.html
Είμαστε η μόνη παράταξη που, επί σειρά ετών, τιμά την επέτειο ανακήρυξης της Αυτόνομης Πολιτείας της Β. Ηπείρου το 1914.
Δείτε εδώ:
http://dakedek.blogspot.com/2019/02/blog-post.html
Συνάδελφοι και συναδέλφισσες,
Γνωστοποιώ ή υπενθυμίζω μερικές από τις δράσεις της ΔΑΚΕ, που πείθουν και τον πιο δύσπιστο ότι: δεν είμαστε παράταξη μιας συντεχνίας, αλλά μέρος του πνευματικού κόσμου της χώρας με ευρύτερες ανησυχίες και δράση. Μαχόμαστε εναντίον του εθνομηδενισμού, την υπονόμευση των εθνικών αξιών και απαιτούμε Παιδεία βασισμένη στις αξίες του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Όσο για τη στάση και δράση μας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του κλάδου μας, η ιστορία δείχνει ότι, είμαστε η μόνη παράταξη που χωρίς ενδοιασμούς στηρίζουμε, αναδεικνύουμε, αγωνιζόμαστε για τα προβλήματά σας, χωρίς να ενδιαφερόμαστε ποιος κυβερνά, αλλά πώς κυβερνά. Ο νοών νοείτω!
Θα επανέλθω αν χρειαστεί.
Σπύρος Κανελλόπουλος
Μαθηματικός
Ταμίας Εκτελεστικής Επιτροπής Δ.Α.Κ.Ε. Καθηγητών Δ.Ε.
Ταμίας Δ.Σ. ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. της Ο.Λ.Μ.Ε.

Προσωπικό ιστολόγιο:
https://agras1907.blogspot.com/
 
ΥΓ: Δείτε περισσότερα εκλογικά στατιστικά εδώ: http://dakeeaa.blogspot.com/2019/05/blog-post_25.html
Κατηγορία Εκπαιδευτικά Νέα

Εκπαιδευτικά Νέα