Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας και διαβάστε το καθημερινό newsletter από το dictyo.gr
  
  
  

Άρθρα & Απόψεις (1184)


 

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020 00:42

Τα Ευρωομόλογα και το 4ο Ράιχ του Αντώνη Αντωνάκου

Γράφτηκε από
 

Η άρνηση της Γερμανίας και των «δορυφόρων» της να εγκρίνουν την έκδοση Ευρωομολόγου για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας φέρνει ακόμα πιο κοντά αυτό που φαίνεται να είναι αναπότρεπτο. Το τέλος του Ευρωπαϊκού Ονείρου. Γιατί ασφαλώς το όραμα που αναδύθηκε από τις εκατόμβες των νεκρών και τους ποταμούς αίματος των δύο παγκοσμίων πολέμων ήταν η δημιουργία μιας ειρηνικής, δημοκρατικής, υπερεθνικής Ευρώπης των λαών. Αυτό βεβαίως, όπως και σε αντίστοιχες κοινωνικές και πολιτικές ανασυγκροτήσεις στο παρελθόν, προϋπέθετε την εγκατάλειψη κάθε εγωιστικής περιχαράκωσης και την δημιουργία ενός «νέου υποκειμένου» στο οποίο η ενιαία αγορά δεν ήταν το κύριο ζητούμενο. Αντίθετα το ζητούμενο ήταν η γέννηση μιας νέας ομόσπονδης οντότητας στο διεθνές στερέωμα βασισμένης στην δημιουργία της «Ευρωπαϊκής ταυτότητας».

Πολιτικά ήταν και τα κριτήρια που ώθησαν την Ελλάδα να γίνει η πρώτη χώρα που υπέβαλλε αίτημα για συμμετοχή στο εγχείρημα των έξη αρχικών μελλών. Η πρώτη διεύρυνση, το 1973, συμπεριλαμβάνοντας το Ηνωμένο Βασίλειο ίσως ήταν η πρώτη δυσχέρεια που προστέθηκε στην υλοποίηση του τελικού στόχου. Το γεγονός, όμως, που αποτέλεσε τον καταλύτη στην ουσιαστική αποδυνάμωση του Ευρωπαϊκού Φεντεραλισμού ήταν η πτώση του Ανατολικού μπλοκ και οι επακόλουθες εξελίξεις. Φαίνεται λογικό για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως είχε διαμορφωθεί μέχρι τότε, να ήταν η τελευταία ευκαιρία της να προχωρήσει στην ουσιαστική ενοποίηση που θα οδηγούσε στην δημιουργία μιας Ομοσπονδίας με ενιαίες δομές άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, οικονομίας και εν τέλει με ενιαία σύνορα. Μιας δομής στην οποία οι δηλώσεις περί «αλληλεγγύης» δεν θα είχαν ούτε την υποχρέωση της υποταγής ούτε την έννοια της ελεημοσύνης. Επίσης μιας δομής στην οποία η δήλωση για τα «σύνορα της Ευρώπης» δεν θα ήταν κενό γράμμα αλλά επιβεβαίωση της ρητής κοινής υποχρέωσης υπεράσπισης τους που θα γινόταν κατανοητή από εχθρούς και «φίλους».
Μετά το 1989 ο πολιτικός στόχος υπερκεράστηκε ανεπιστρεπτί από τον οικονομικό. Η λογική της «Ενιαίας Αγοράς» έγινε κυρίαρχη παραμερίζοντας την αναγκαιότητα της Ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης. Η δυναμική επικυριαρχία του οικονομικού επί του πολιτικού εκδηλώθηκε με την κατακλυσμιαία επιτάχυνση των διευρύνσεων και με την λανθασμένη προτεραιότητα στο ενιαίο νόμισμα. Εκχωρήθηκαν στην Γερμανία δύο όπλα τα οποία την βοήθησαν να εξελιχθεί σε επικυρίαρχο της Ε.Ε. ή σε αυτό που κάποιοι αποκαλούν το 4ο Ράιχ.
Ήταν απόλυτα λογικό και δικαιολογημένο ο διχοτομημένος Γερμανικός λαός να διεκδικεί την επανένωσή του. Ήταν φυσικό και δίκαιο οι λοιπές Ευρωπαϊκές χώρες να ικανοποιήσουν αυτό που εκ των πραγμάτων δεν ήταν απλά ένα κυρίαρχο αίτημα αλλά μια πολιτική και κοινωνική αναγκαιότητα. Ήταν λάθος όμως και μάλιστα τεράστιο να θεωρηθεί «αντίδοτο» στην ενοποίηση η καθιέρωση κοινού Ευρωπαϊκού νομίσματος. Όταν κάθισαν στο τραπέζι οι τέσσερις νικήτριες του Β’ Παγκοσμίου με τα δύο Γερμανικά κράτη για να συζητήσουν την ενοποίηση ο όρος που τέθηκε από τον Μιτεράν ήταν αυτός ακριβώς. Σύμφωνα με τον DirkMuller(«ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ», εκδόσεις Λιβάνη, 2013) ο, τότε, Καγκελάριος της Γερμανίας Χ. Κολ θεωρούσε λάθος αυτήν την εξέλιξη. Συγκεκριμένα στις 6/11/91 δήλωνε στο Γερμανικό Κοινοβούλιο: «Δεν θα κουραστώ να το λέω. Η πολιτική ένωση είναι ο απαραίτητος αντίποδας στην οικονομική και νομισματική ένωση. Η πρόσφατη ιστορία –και μάλιστα όχι μόνο της Γερμανίας- μας διδάσκει ότι η ιδέα μιας βιώσιμης οικονομικής και νομισματικής ένωσης χωρίς την πολιτική ένωση είναι εσφαλμένη». Ο Μιτεράν και η Γαλλία έκαναν το στρατηγικό λάθος αντί να αποδυναμώσουν, όπως πίστευαν, την Γερμανία αναγκάζοντάς την να εγκαταλείψει το μάρκο να την εξοπλίσουν με ένα ισχυρό οικονομικό όπλο. Το ενιαίο νόμισμα.
Το λάθος της Γαλλίας και του Μιτεράν προφανώς εξυπηρετούσε επιπλέον όλους εκείνους που δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να δουν την Ευρώπη να εξελίσσεται σε ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα. Ούτε η Ρωσία αλλά, φυσιολογικά, ούτε οι ΗΠΑ επιθυμούσαν άλλον έναν ανταγωνιστικό παίχτη στην γεωπολιτική σκακιέρα. Εκτιμούσαν –και δεν είχαν άδικο- ότι ο οικονομικός δεσμός -που προωθούσε η ενιαία αγορά και το κοινό νόμισμα δίχως την πολιτική ένωση- θα δημιουργούσε σύντομα ανισορροπίες, εσωτερικές τριβές και αντιπαραθέσεις στα μέλη της Ένωσης αναβιώνοντας εθνικισμούς και δυναμώνοντας τις δυνάμεις που ήταν πάντοτε αντίθετες στην ιδέα της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας. Οι εξελίξεις τους δικαιώνουν.
Αν το ενιαίο νόμισμα προσέφερε στην Γερμανία –και στους φανερούς και κρυφούς εχθρούς της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης- ένα βραδυφλεγές οικονομικό όπλο, η πολιτική που παρέδωσε την Ευρώπη στο Γερμανικό οικονομικό imperiumήταν η ραγδαία προώθηση της διεύρυνσης. Τα 12 κράτη του 1990 έγιναν μέσα σε μόλις 17 χρόνια 28. Το γεγονός αυτό δεν καθιστούσε μόνο, αυταπόδεικτα, πολύ πιο δυσχερή τον στόχο της πολιτικής ένωσης –εξέλιξη που εξυπηρετούσε τους εχθρούς της Ε.Ε.- αλλά παράλληλα -και περισσότερο καθοριστικά- προσέφερε στον Γερμανικό οικονομικό επεκτατισμό έναν ευρύ και φιλικό γεωγραφικό χώρο για να αναπτυχθεί. Ταυτόχρονα και μοιραία αποδυναμώθηκε η αναπτυξιακή δυνατότητα των παλαιών μελλών αφού όχι μόνο οι νέες επενδύσεις, αναζητώντας ευκαιρίες, αλλά και πολλές παλιές παραγωγικές μονάδες κατευθύνθηκαν στις χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ εκμεταλλευόμενες το φτηνό εργατικό δυναμικό και τις πιο ελαστικές σχέσεις εργασίας. Χαρακτηριστικά, όπως παρατηρεί ο Μ. Ιγνατίου, μέσα σε έξη χρόνια(2002-2008), η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας υποχώρησε κατά 25% ενώ οι εξαγωγές ήδη «το 2002, οπότε ξεκίνησε η χρήση του ευρώ, μειώθηκαν κατά 8,4%!»(Μ. Ιγνατίου, «ΤΡΟΪΚΑ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ»).
Η παγκόσμια οικονομική κρίση, -που ξέσπασε το 2008 αποκαλύπτοντας τη γύμνια οικονομικών κολοσσών όπως η LehmanBrothersαλλά και την τουλάχιστον ύποπτη λειτουργία των εταιρειών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας(Fitch, M.S., S&P) οι οποίες τα εύρισκαν όλα άριστα-, αποκάλυψε ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός». Φυσικά η χρηματοοικονομική φούσκα κλόνισε την Ευρώπη φανερώνοντας τις αδυναμίες της. Οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι, αν η παγκοσμιοποίηση υπήρξε ο «ξενιστής» που μετέφερε τον ιό της χρηματοοικονομικής μόλυνσης, η λειτουργία του ευρώ δημιούργησε τις συνθήκες για την εξάπλωση αυτού του ιού στην Ευρώπη. Η διευκόλυνση του δανεισμού, όχι τόσο του Δημόσιου όσο κυρίως του Ιδιωτικού Τομέα είναι αποτέλεσμα του ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα οι χορηγήσεις των τραπεζών, από 85,37 δισ. το 2002 αυξήθηκαν σε 233,35 δισ. ευρώ το 2008, δηλαδή σχεδόν τριπλασιάστηκαν με άλματα από χρόνο σε χρόνο.
Ενώ η πανδημία εξαπλώνεται, σκορπώντας τον θάνατο στην Ευρώπη, και ενώ η οικονομική δραστηριότητα έχει τεθεί σε αναγκαστικό κώμα, η δραματική έκκληση του Προέδρου της Ιταλίας όρισε το διακύβευμα: «Ελπίζω όλοι να κατανοήσουν πλήρως, πριν να είναι πολύ αργά, την σοβαρότητα της απειλής για την Ευρώπη. Η αλληλεγγύη δεν απαιτείται μόνον από τις αξίες της Ένωσης, αλλά αποτελεί και κοινό συμφέρον» είπε, επισημαίνοντας ότι είναι τοκοινό συμφέρον των μελλών της Ε.Ε. που επιβάλλει την αλλαγή στάσης. Η αλλαγή στάσης, όμως, δεν πρέπει να εξαντλείται στην έκδοση ευρωομολόγων. Αλλά να εκδηλωθεί με την έμπρακτη και αποφασιστική συμπαράταξη στα μέλη που απειλούνται ή των οποίων αμφισβητούνται τα εθνικά δίκαια και η εθνική κυριαρχία. Η τελευταία επισήμανση αφορά και την Ιταλία.
Αντωνάκος Αντώνης
28-03-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.       http://www.antonakos.edu.gr
 

Οι απολογητές του Ιδιωτικού και η σοφία της σιωπής.
«Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό», ήταν το σύνθημα των επαναστατημένων Ζώων στην Φάρμα τους. Αντίστοιχα, στο υποσυνείδητο των «έκπτωτων» το μότο θα μπορούσε να είναι: «δύο πόδια καλό, τέσσερα πόδια κακό». Προσαρμόζοντάς το στην, καθ’ ημάς, πολιτική παιδεία του συρμού, θα λέγαμε ότι αν το μότο της Αριστεράς είναι «κάθε Δημόσιο καλό, κάθε Ιδιωτικό κακό» το αντίστοιχό για τους fan της αγοράς είναι το «κάθε Ιδιωτικό καλό, κάθε Δημόσιο κακό».

Η παγκόσμια κρίση επανέφερε ακόμα μια φορά την αλήθεια στην επιφάνεια. Το Δημόσιο Συμφέρον υπηρετείται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες και όχι από τις πάσης φύσεως «αγορές». Το πόσο καλά λειτουργούν αυτές εξαρτάται από το πολιτικό σύστημα και τους πολιτικούς. Αυτοί πρέπει να απομακρύνονται όταν οι Δ.Υ. δεν ανταποκρίνονται στον κοινωνικό τους ρόλο, αντί οι καθαρά κοινωνικοί τομείς να εκχωρούνται στην «αγορά». Το Δημόσιο Σύστημα Υγείας είναι εκείνο που σηκώνει το βάρος της αντιμετώπισης του κορονοϊού και όχι τα Ιδιωτικά νοσηλευτήρια. Όπως, αντίστοιχα, σε παγκόσμια κλίμακα, οι κοινωνίες σήκωσαν το βάρος και πλήρωσαν τον λογαριασμό των τυχοδιωκτισμών των managersτης LehmanBrothersκαι των άλλων «αρίστων» του παγκόσμιου «πειρατικού» χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και, επίσης, των «αρίστων» των Credit Rating Agency(M.S., S&P, Fitch), οι οποίοι τα έβρισκαν όλα «άριστα».
Επιχειρώντας να «διασκεδάσει» τις εντυπώσεις πρωινός, στρατευμένος υπέρ του Ι.Τ., ραδιοσχολιαστής υπεραμύνθηκε της πρότασης για Ιδιωτική Διοίκηση στα Δημόσια Νοσοκομεία. Παρέβλεψε βέβαια το γεγονός ότι οι Τράπεζες που χρεοκόπησαν παγκοσμίως είχαν απόλυτα Ιδιωτικό και χρυσοπληρωμένο management. Μπορούμε να λέμε ότι θέλουμε για την Ελλάδα αλλά η χρηματοοικονομική κρίση ήταν παγκόσμια και την δημιούργησε ο Ιδιωτικός Τομέας. Όμως τον λογαριασμό των πλήρωσαν παντού οι πολίτες και όχι οι υπεύθυνοι. Στην προσπάθεια του να υπεραμυνθεί των θέσεών του υποστήριξε ότι η σύγκριση Δημόσιων και Ιδιωτικών σχολείων είναι μέρα με νύχτα, αποδίδοντας την υπεροχή των πρώτων στην Διοίκηση. Άρα να υποθέσουμε ότι υποστηρίζει την τοποθέτηση managersκαι στα Σχολεία.
Αν η αλαζονεία, και ο δογματισμός του επέτρεπαν να παραμερίσει τον εγωισμό του και να ρωτήσει έναν εκπαιδευτικό, ο τελευταίος θα τον παρέπεμπε στα αποτελέσματα στις Πανελλαδικές των Δημόσιων Λυκείων μεταξύ δύο περιοχών. Ας πούμε της Κηφισιάς ή της Βούλας με το Ίλιο ή την Δραπετσώνα. Ίσως τότε καταλάβαινε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο ο δογματισμός του τον οδηγεί να νομίζει. Ίσως αναζητούσε τις ουσιαστικές αιτίες μιας «κατάστασης» αντί να την ερμηνεύει μονοσήμαντα. Γιατί ασφαλώς υπάρχουν προβλήματα στην εκπαίδευση που μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν. Αλλά η συνθετότητα τους δεν προσφέρεται για «χρησμούς» μαθητευόμενων μάγων. Αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά το πρώτο που έπρεπε να «παραδοθεί» στο Ιδιωτικό managementθα ήταν η κεντρική κυβέρνηση και φυσικά και η Τ.Α.. Γιατί η Βουλή, αντί να στηρίζει μια κυβέρνηση πολιτικών, να μην επιλέγει τον καταλληλότερο managerαπό την αγορά και να τον ανακηρύσσει Πρωθυπουργό, κρατώντας για τον εαυτό της την νομοθεσία και τον έλεγχο; Ας σοβαρευτούμε πριν αυτοαναγορευθούμε σε παντογνώστες ενθυμούμενοι την σύνεση που συμβουλεύει ότι είναι: «κρείττον το σιγάν».
Αντωνάκος Αντώνης
19-03-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.           http://www.antonakos.edu.gr
 

Η αφόρητη «προοδευτική ελαφρότητα».
«Όλα τα παραπάνω δεν τα είδαν χθες οι επικεφαλής των θεσμι­κών οργάνων της Ε.Ε. Και, φυσικά, η απόλυτη εργαλείο-ποίηση των προσφύγων και μεταναστών από τον Ερντογάν δεν έκανε κανέναν από τους κοινοτικούς αξιωματούχους να σκεφτεί μήπως η Ε.Ε. οφείλει να αλλάξει προσφυγική πολιτική. Γιατί, μην ξεχνά­με: ο Ερντογάν απειλεί επειδή η Ευρώπη των 350 εκατομμυρίων ανθρώπων διστάζει να πάρει 3 εκατομμύρια πρόσφυγες και να τους διανείμει σε όλες της χώρες-μέλη της»Τ. Γ. ΜΕΛΙΓΓΩΝΗΣ, «ΚΟΝΤΡΑ» 4/3/2020
Είναι να απορεί κανείς με της αφόρητη ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν την κρίση ορισμένοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Η ευκολία με την οποία καταδικάζονται κυβέρνηση και Ευρωπαϊκοί θεσμοί για: «καταπάτηση του διεθνούς Δικαί­ου και των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαι­ωμάτων» είναι εξοργιστική. Την ίδια στιγμή που καταδικάζεται το «κυβερνητικό αφήγημα» για κινδυνολογία, επιχειρείται να καλλιεργηθεί ένας ασυγχώρητος στρουθοκαμηλισμός. Όταν ο ίδιος δηλώνει ότι ο Ερντογάν επιχειρεί να εργαλείο-ποιήσει τα 3 εκατομμύρια πρόσφυγες και παράνομους μετανάστες, είναι μνημείο αφέλειας και ανευθυνότητας να κατηγορεί τους «κοινοτικούς αξιωματούχους» ότι δεν σκέφθηκαν να αλλάξουν «προσφυγικήπολιτική» αφού, κατά τον συντάκτη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι: «ο Ερντογάν απειλεί, επειδή η Ευρώπη των 350 εκατομμυρίων ανθρώπων διστάζει να πάρει 3 εκατομμύρια πρόσφυγες και να τους διανείμει σε όλες της χώρες-μέλη της».

Έτσι λοιπόν είναι τόσο απλό, αλλά οι «ανάλγητοι», «αντιδραστικοί» και, εννοείται, τι άλλο εκτός από «Δεξιοί» αξιωματούχοι δεν κάνουν το προφανές που επιβάλλει ο «στοιχειώδης ανθρωπισμός». Να διανείμουν τα εκατομμύρια μεταξύ τους. Η απλή αριθμητική δείχνει ότι αντιστοιχεί λιγότερο από ένας από αυτούς για κάθε εκατό Ευρωπαίους. Ξεχνά ο συντάκτης ότι πριν από 4 χρόνια ένα εκατομμύριο παράνομοι μετανάστες και πρόσφυγες πέρασαν στην Ευρώπη, όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είπε «ανοίξαμε και σας περιμένουμε». Την εποχή που η κυρία Χριστοδουλοπούλου, «απογειωμένη» από την εκλογική νίκη, «φιλοδωρούσε» με «προοδευτική» ειρωνεία όσους τολμούσαν να ρωτούν για το θέμα με το γνωστό: «Τώρα δεν λιάζονται. Εξαφανίζονται». Εκείνη η πολιτική ήταν που αντί να λύσει το πρόβλημα το διόγκωσε. Τα σημερινά 3 εκατομμύρια είναι αποτέλεσμα της «εξαφάνισης» του ενός. Αν σήμερα «εξαφανιστούν» τα τρία, όπως προτείνει ο δημοσιογράφος, σε τέσσερα χρόνια δέκα εκατομμύρια θα επιχειρούν να εισβάλουν στην Ευρώπη μέσω της χώρας μας. Γιατί όσο κι’ αν ορισμένοι διαρρηγνύουν τα «προοδευτικά τους ιμάτια» περί εισβολής πρόκειται.
Στο ίδιο πνεύμα και το άρθρο με την άποψη της Εφ. Συντακτών(4/3). Με τίτλο «Εμείς επιμένουμε στην ανθρωπιά», για να συμπληρώσει στην συνέχεια ότι: «νοιώθεις ότι ανήκεις σε μια μειοψηφία» και πιο κάτω ότι: «οφείλεις να είσαι στην μειοψηφία» για να «υπερασπιστείς το δικαίωμα στον ήλιο, αντί για τη φυλακή ενός παιδιού». Ο «προοδευτικός λυρισμός» περισσεύει αλλά είναι κενός περιεχομένου. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με την εφημερίδα: «σε πείσμα των ντελάληδων και των κραυγών τους οφεί­λουν να ακουστούν και οι φωνές των άλλων, των λίγων, των ανθρώπων που επιμένουν ότι ίσως υπάρχουν και άλλες λύσεις».Καμιά αντίρρηση, αρκεί αυτές οι φωνές, οι φωνές των λίγων, να προτείνουν λύσεις. Γιατί μπορεί η «ιστορία του κόσμου» να «είναι γεμάτη από αυτές τις στιγμές και από αυτές τις φωνές που στάθηκαν απέναντι στους οδοστρωτήρες του φανατισμού και της τύφλωσης» αλλά μόνο όταν οι φωνές αυτές πρότειναν ρεαλιστικές λύσεις δικαιώθηκαν ιστορικά. Αλλιώς μπορεί να μην ανήκαν σε «επαναστάτες χωρίς αιτία» αλλά σίγουρα ανήκαν σε «διαμαρτυρόμενους» δίχως νόημα. Για την ώρα πάντως η εφημερίδα δεν φαίνεται να έχει πρόταση για λύσεις. Η διαπίστωση ότι αυτές θα είναι «ΔΥΣΚΟΛΕΣπου χρειάζονται σκέψη, ψυχραιμία συνεννόηση και καλή θέληση» είναι ως εκ τούτου δίχως αντίκρισμα.
Σε αυτό το τοπίο αποτελεί νησίδα ελπίδας η ψύχραιμη φωνή της κυρίας Ρηγοπούλου στην ίδια εφημερίδα. Με τον εύγλωττο τίτλο: «Στα δύσκολα» περιγράφει την κατάσταση και το πρόβλημα με την σοβαρότητα που απαιτείται. Καταγράφοντας τα λόγια πεπειραμένου Τούρκου διακινητή που έχει «γεμίσει την Ευρώπη με μετανάστες» αποδοκιμάζει, εμμέσως, εκείνους που εκ του ασφαλούς οχυρώνονται πίσω από απόλυτες γνώμες που «αναιρούν με βεβαιότητα άλλες απόλυτες γνώμες». Ενώ την ίδια ώρα που «οι εικόνες και οι λέξεις που φτάνουν μέχρις εμάς, μιλώ για τις εικόνες και τις λέξεις που ζουν τα πράγματα από κοντά, ιδίοις αναλώμασι, δύσκολα μπο­ρούν να μεταφραστούν σε νόημα» εσύ«αναβάλεις να σκεφτείς»! Βεβαίως «ιδίοις αναλώμασι» είναι κυρίως οι άνθρωποι των συνόρων. Οι κάτοικοι της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου, του Έβρου. Αλλά ακόμα και οι «έκπτωτοι» κάτοικοι του Μεταξουργείου, της πλατείας Αττικής, της Βικτώριας. Αυτοί πράγματι βιώνοντας τις νέες συνθήκες «ιδίοις αναλώμασι» δικαιούνται να έχουν ένα λόγο παραπάνω από εκείνους που κρίνουν αφ’ υψηλού.
Η αναζήτηση της «ψυχραιμίας και της συνεννόησης» η αναζήτηση του διαλόγου όπου ο κάθε ένας θα ακούει τον άλλον και θα διαλέγεται με επιχειρήματα είναι το ζητούμενο. Όπως όμως παρατηρεί η κυρία Ρηγοπούλου ο χώρος της «ώριμης σκέψης και κρίσης μοιάζει απών». Γιατί έχουμε συνηθίσει να «ρητορεύουμε όσο τα πράγματα είναι εύκολα»,και όσο «η γνώμη είναι ανέξοδη και η τόλμη μένει ατιμώρητη», αλλά πλέον οι καιροί ου μενετοί και πρέπει «να πάρεις θέση. Στα δύσκολα». Είναι, εδώ και χρόνια, η ώρα που πρέπει να σοβαρευτούμε. Η ώρα να αντικρύσουμε την πραγματικότητα και να πάρουμε αποφάσεις. Η ώρα να τοποθετηθούμε. Οι συνθήκες και τα διεθνή δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά μετά το 1989. Χάσαμε πολύτιμες ευκαιρίες και κάναμε εγκληματικά λάθη μετά τον πόλεμο, επιτέλους, ας σταματήσουμε. Τώρα που το «σπίτι» μας, κινδυνεύει να «αρπάξει φωτιά» είναι ώρα να σταματήσουμε τα «άσματα». Να σταματήσουμε να δικαιώνουμε την κρίση του Θουκυδίδη.
Αντωνάκος Αντώνης
5-03-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.           http://www.antonakos.edu.gr
 
Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020 00:52

Αρμοί και «αρμίδια» της εξουσίας του Αντώνη Αντωνάκου

Γράφτηκε από

 

Αρμοί και «αρμίδια» της εξουσίας.
Το να μιλάει ο Παπανδρέου για πορεία προς ολοκληρωτικό κράτος είναι φυσικά γελοίο. Και αυτός ο άνθρωπος είναι γελοίος, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Διότι, αν υπήρχε μία οιονεί ολοκληρωτική κατάσταση στην Ελλάδα, ήταν αυτή που δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ επί 8 χρόνια, όπου για να πάρει ένας ένα δάνειο από μια τράπεζα έπρεπε η κλαδική να δώσει το πράσινο φως.(Κορνήλιος Καστοριάδης, 1990, eagainst.com).
Ακούγοντας τα Νέα φανταστήκαμε τις ερπύστριες των τανκς της «Αριστεράς» να οργώνουν τους δρόμους της Αθήνας. Αφορμή η αναφορά του Τσίπρα για τους «αρμούς» της εξουσίας που θα πρέπει να ελέγξει η «Αριστερά» του όταν έρθει για δεύτερη φορά στην εξουσία. Βέβαια κανένας δεν αμφιβάλλει –ούτε η ίδια το κρύβει άλλωστε- για την πίστη της Αριστεράς στον ολοκληρωτισμό ή για να μιλήσουμε με τα δικά της λόγια για την «Δικτατορία του Προλεταριάτου». Το γεγονός ότι, στην πράξη, αυτή εξελίχθηκε σε εφιάλτη του προλεταριάτου είναι λεπτομέρεια οφειλόμενη στις «παρεκκλίσεις» από τα «επαναστατικά ευαγγέλια». Όμως αφήνοντας στην άκρη το ερώτημα αν είναι όντως Αριστερά –και αν ναι τι είδους «Αριστερά»- ο ΣΥΡΙΖΑ και πως αυτό εκδηλώθηκε στην διάρκεια της διακυβέρνησής του, ας επικεντρωθούμε στους «αρμούς» της εξουσίας που δεν «αλώθηκαν» κατά την διακυβέρνηση από την «Πρώτη φορά Αριστερά».

 

Τον περασμένο αιώνα και μέχρι την Μεταπολίτευση στους αρμούς της εξουσίας έπαιζαν καθοριστικό ρόλο τα Ανάκτορα και ο στρατός. Με τα πραξικοπήματα και τα κινήματα(;) ο στρατός επέβαλε δικτατορίες και πολιτεύματα, επίσης «εγκατέστησε» πολιτικούς(Βενιζέλος, 1910). Τα Ανάκτορα με την σειρά τους επηρέασαν αρνητικά, σε κρίσιμες στιγμές(1915, 1963-1967) για την χώρα, τις εξελίξεις. Όμως μετά το 1974 τα μεν Ανάκτορα έγιναν Προεδρία της Δημοκρατίας, ο δε στρατός περιορίστηκε στα καθήκοντά του. Απομένει επομένως να δούμε τους «μοντέρνους αρμούς» οι οποίοι έμειναν αλώβητοι από την διακυβέρνηση της Ν.Δ. αλλά ιδιαίτερα εκείνης του ΠΑΣΟΚ το οποίο από το 1981 και μετά κυβέρνησε την Ελλάδα, σχεδόν αδιάλειπτα, περιορίζοντας την «Δεξιά» στα «χρονοντούλαπα της ιστορίας» όπως το ίδιο διατεινόταν χαρακτηρίζοντας της τριετία ‘90-‘93 «Δεξιά παρένθεση»(έτσι θα χαρακτήριζε και την πενταετία ‘04-‘09 αν ο ΓΑΠ δεν αποδεικνυόταν «ελάχιστος»).
Φυσικά στο μυαλό μας έρχονται αμέσως οι τρείς εξουσίες(Νομοθετική, Εκτελεστική, Δικαστική) που οφείλουν να είναι ανεξάρτητες και η τέταρτη(Τύπος) που οφείλει να τις ελέγχει. Πόσο ανεξάρτητες ήταν οι τρεις εξουσίες; Πόσο ανεπηρέαστες έμεναν από τα εκάστοτε εκλογικά αποτελέσματα και την κυβέρνηση που προέκυπτε από αυτά; Η ηγεσία της Δικαιοσύνης που είχε επιλέξει η προηγούμενη Βουλή θα ήταν «εξαρτημένη» ενώ αυτή που επέλεξε η παρούσα είναι «ανεξάρτητη»; Και με την ευκαιρία, ποια άποψη είχε η μέλλουσα Π.τ.Δ. επί του θέματος; Όφειλε εκ του Συντάγματος ο νυν Π.τ.Δ. να υπογράψει το διάταγμα ορισμού ή όχι; Είχε εκφράσει τότε δημόσια την άποψή της ως Πρόεδρος του Σ.τ.Ε.; Αν όχι γιατί δεν το έκανε σε ένα τόσο κομβικό, απτόμενο του Συντάγματος ζήτημα, και σε κάθε περίπτωση ποια ήταν η άποψη -που όφειλε, ηθικά τουλάχιστον, δεδομένου του θεσμικού της ρόλου- να έχει μεταφέρει στον κύριο Παυλόπουλο; Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα. Ποίος αλήθεια πιστεύει σήμερα στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης; Μήπως ακόμα από την εποχή της εκδίκασης της υπόθεσης Κοσκωτά δεν είχαν εγερθεί πολλά ερωτηματικά; Γιατί στα 46 χρόνια της αντιπολίτευσης δεν θωρακίστηκε ο θεσμός με διαδικασίες που θα διασφάλιζαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την ανεξαρτησία της και θα κατοχύρωναν το κύρος της; Γιατί ο ορισμός της ηγεσίας –και επαγωγικά και η εξέλιξη των δικαστών- να εξαρτάται από την εκάστοτε απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Γιατί με άλλα λόγια να ορίζουν οι κυβερνήσεις τις ηγεσίες των ανώτατων Δικαστικών αρχών όπως έκανε την προηγούμενη τετραετία ο ΣΥΡΙΖΑ με την κυρία Θάνου και την κυρία Σακελλαροπούλου;
Ας έρθουμε τώρα σε έναν άλλο «αρμό». Στις ώριμες Δημοκρατίες της Ευρώπης ο κορμός της Εκτελεστικής Εξουσίας παραμένει ανεπηρέαστος από τις κυβερνητικές αλλαγές. Ο κρατικός μηχανισμός δεν αντιμετωπίζεται ως κομματικό λάφυρο και δεν χρησιμοποιείται για την νομή της εξουσίας. Δεν γίνεται δηλαδή αυτό που έγινε την τετραετία του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά για να είμαστε δίκαιοι έγινε πρώτη φορά επί ΣΥΡΙΖΑ ή αποτελεί πάγια πρακτική των τελευταίων δεκαετιών; Φυσικά η πολιτική ζωή στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ απαλλαγμένη από τον πειρασμό της νομής της εξουσίας και των παρεμβάσεων υπέρ των ημετέρων. Όμως κάποτε η ιεραρχία ήταν μόνιμη και δεν αποτελούσε κομματική λεία. Οι Υπουργοί και οι βουλευτές έβαζαν όπου μπορούσαν το χέρι τους αλλά δεν καθόριζαν οι κομματικές οργανώσεις ούτε τις τοποθετήσεις ούτε τις προαγωγές. Όλα άλλαξαν μετά το 1981 με την κατάργηση της μόνιμης ιεραρχίας και την καθιέρωση της «θητείας» με ρευστά κριτήρια που επέτρεψαν στην ΠΑΣΚΕ τότε να επιδίδει στους Υπουργούς τις λίστες προαγωγών και τοποθετήσεων. Φυσικά ήταν «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση» αλλά δεν ήταν «ο λαός στην εξουσία» αλλά οι κλαδικές του «Κινήματος». Οι «αρμοί» της Δημόσιας Διοίκησης καταλήφθηκαν από τον κομματικό στρατό. Έγινε αυτό που, με ακραίο είναι αλήθεια ύφος, δήλωνε ο Κ. Καστοριάδης στην προαναφερθείσα συνέντευξη: «επωφελείται απ’ αυτή την κατάσταση και προσεταιρίζεται ένα μεγάλο μέρος των απογοητευμένων αριστερών, δημιουργεί το ΠΑΣΟΚ και έρχεται και δημιουργεί αυτό το φαυλοκρατικό ημιολοκληρωτικό καθεστώς επί 8 χρόνια».
Καμία συζήτηση βέβαια για την ουσιαστική ανεξαρτησία της νομοθετικής εξουσίας. Έχει γίνει κοινή συνείδηση ότι οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να προσυπογράφουν με την ψήφο τους ό,τι φέρνουν οι Υπουργοί για ψήφιση στην Βουλή. Οι διαφωνούντες αποδοκιμάζονται άκριτα ακόμα και από τους ψηφοφόρους-οπαδούς(φυσικά όχι Πολίτες). Είναι χαρακτηριστική η δήλωση Υπουργού της κυβέρνησης Παπανδρέου ότι ψήφισε το πρώτο μνημόνιο χωρίς να το διαβάσει. Είναι βέβαιο ότι αν διέθεταν την παρρησία το ίδιο θα δήλωναν σχεδόν όλοι οι παρόντες σε εκείνη τη Βουλή ανεξαρτήτως του τι ψήφισαν τελικά. Το ίδιο προφανώς έγινε και στα επόμενα μνημόνια των κυβερνήσεων Σαμαρά/Βενιζέλου και Τσίπρα. Επομένως ο βασικότερος «αρμός» της εξουσίας –αυτός που είναι ο μόνος που νομιμοποιείται από την λαϊκή εντολή- είναι απόλυτα ελεγχόμενος και υποταγμένος στις αποφάσεις του Πρωθυπουργού. Συναφής μπορεί να θεωρηθεί η απαξίωση του θεσμού της Π.τ.Δ. τόσο με την απογύμνωσή του από εξουσίες όσο και με την διαδικασία εκλογής. Απομένει επομένως μια και μόνη εξουσία, ο Πρωθυπουργός με ό,τι αυτό σημαίνει.
Τέλος η «Τέταρτη Εξουσία» της οποίας ο ρόλος είναι ο έλεγχος και η κριτική έχει αλλοτριωθεί υποκύπτοντας στην ισχύ των οικονομικών συμφερόντων. Το τέλος των παραδοσιακών εκδοτών ξεκίνησε την δεκαετία του ’80 με την αποχώρηση της Ελένης Βλάχου και τις δολοφονίες Αθανασιάδη/Μομφεράτου. Οι προσπάθειες του ΠΑΣΟΚ να αλώσει αυτόν τον «αρμό» άρχισαν με τον Πόπωτα και κορυφώθηκαν με τον Κοσκωτά. Ότι δεν κατάφεραν όμως την δεκαετία του ’80 έγινε πράξη την επόμενη δεκαετία με την περιβόητη «διαπλοκή» οικονομικών/εκδοτικών συμφερόντων και πολιτικής. Επομένως, έστω και αν το «σύστημα» καλλιεργεί μεθοδικά την λήθη, το φαινόμενο Καλογρίτσα δεν προήλθε από παρθενογένεση. Ήταν, σαφώς, προσπάθεια αλλοίωσης συσχετισμών -και όχι κάθαρσης όπως είχε επιχειρηθεί το ‘05 με τον νόμο για τον «Βασικό Μέτοχο»-. Επομένως, μάλλον δεν απομένουν σημαντικοί «αρμοί» για να αλώσει ο κύριος Τσίπρας αν ξαναγίνει πρωθυπουργός. Απομένουν κάποια, ασήμαντα, «αρμίδια» τα οποία προσαρμοζόμενα, σαν παράσιτα στις καταστάσεις, δεν συνιστούν εμπόδια για την εκάστοτε εξουσία.
Αντωνάκος Αντώνης
25-02-2020

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.                http://www.antonakos.edu.gr

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020 00:31

Ανθ’ όλων ημών Γουλιμείς του Αντώνη Αντωνάκου

Γράφτηκε από
 
 
Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπήρξε εκ των κορυφαίων πολιτικών της σύγχρονης Ελλάδας. Με τον Καποδίστρια ήταν οι δύο πολιτικοί του 19ου αιώνα που ξεχώρισαν. Αν η προσπάθεια του δεύτερου να δημιουργήσει ένα σύγχρονο και προοδευτικό πολίτευμα –για τα δεδομένα εκείνης της εποχής- τερματίστηκε με την δολοφονία του, ο πρώτος έβαλε την σφραγίδα του στον εκδημοκρατισμό της λειτουργίας του όσο και στον εκσυγχρονισμό και την δημιουργία βασικών κρατικών υποδομών. Ωστόσο και η παρουσία του Τρικούπη τερματίστηκε άδοξα όταν στις εκλογές του 1895 ηττήθηκε από τον Μιλτιάδη Γουλιμή μένοντας εκτός Κοινοβουλίου. Απόρροια της ήττας ήταν η πασίγνωστη δήλωσή του: «Ανθ’ ημών Γουλιμής… Καληνύχτα σας».

Αν και –σύμφωνα με ορισμένες πηγές- στην φράση «δεν περιέχεται υπεροπτική κρίση» έναντι του Γουλιμή,  εξ αντικειμένου δεν υφίσταται σύγκριση μεταξύ των δύο. Ο Γουλιμής παρέμεινε –όσο παρέμεινε- στην ιστορία κυρίως λόγω της φράσης του Τρικούπη. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή αν κάποιος ισχυριζόταν ότι όλη η ουσία της φράσης ήταν στον χαιρετισμό, «καληνύχτα σας»! Σε ποιους απευθυνόταν; Στους ψηφοφόρους –δεν είναι τυχαία η μη χρήση της λέξης πολίτες- της εκλογικής του περιφέρειας ή γενικά στους ψηφοφόρους όλης της χώρας; Βεβαίως κάθε λαός στην Δημοκρατία δικαιούται να έχει, και κατά κανόνα έχει –φυσικά όπως σε όλους τους κανόνες υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- την ηγεσία που του αξίζει. Έτσι ο Τραμπ, ή ο Τζόνσον δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό. Οι ηγεσίες που αξίζουν στις συγκεκριμένες κοινωνίες την συγκεκριμένη στιγμή.
Έτσι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι συγκεκριμένες ηγεσίες θα μπορούσαν να είναι ουσιωδώς διαφορετικές, αλλά αν οι συγκεκριμένες κοινωνίες θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά. Αν η πολιτική και ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών θα μπορούσε να εξασφαλίσει ουσιωδώς καλύτερα αποτελέσματα. Σε ποιο βαθμό τελικά ισχύει ο συλλογισμός του Ι. Καντ ότι: «Οι πολιτικοί μας διαβεβαιώνουν πως πρέπει να εκλαμβάνουμε τους ανθρώπους ακριβώς όπως είναι και όχι όπως οι καλοπροαίρετοι ονειροπόλοι φαντάζονται πως πρέπει να είναι, αλλά αυτό το “ακριβώς όπως είναι” σημαίνει στην πραγματικότητα  αυτό που ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής τους έχει κάνει να είναι» (Ι. Καντ, «Η διένεξη των Σχολών»); Φταίνε οι πολίτες ή όλη η ευθύνη βαρύνει τους πολιτικούς;
Εξετάζοντας την Ελληνική πραγματικότητα διαπιστώνουμε ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει. Οι επιλογές του λαού καθορίστηκαν από την πολιτική διαπαιδαγώγησή του. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Ούτε «ώριμο τέκνο της ανάγκης». Ο λαϊκισμός, η ιδιοτέλεια, η αυθαιρεσία, η ασυδοσία και η διαφθορά αποτέλεσαν διαχρονικά «εργαλεία» της εξουσίας. Οι ψηφοφόροι έχουν διαμορφωθεί όπως το αναχρονιστικό πελατειακό σύστημα εξυπηρετείται να είναι. Η δε πελατειακή σχέση δεν υφίσταται μόνο σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Άλλοτε είναι διαρκής και άλλοτε συγκυριακή εξυπηρετώντας πάντα ιδιοτελείς πολιτικές σκοπιμότητες.
Αυτοπαγιδευόμενοι σε αυτό το σύστημα της αρχομανίας, της ματαιοδοξίας, των ψευδαισθήσεων και του «κούφιου» ευδαιμονισμού οδηγηθήκαμε «χωρίς περίσκεψη χωρίς αιδώ» στην σημερινή κατάσταση. Ο Ερντογάν να ανεμίζει το χατζάρι και εμείς «μοιραίοι και άβουλοι» να κυνηγάμε μάρτυρες «φαντάσματα» σε ένα σκάνδαλο που  ούτως ή άλλως θα έχει την κατάληξη των προηγουμένων. Τις καλένδες της λήθης και της παραγραφής. Την ίδια ώρα, είναι βέβαιο ότι στην «Βουλή», των απόδημων από τα εγκόσμια πολιτικών, οι «γέροντες» θα δηλώνουν αναστενάζοντας: «Ανθ’ όλων ημών Γουλιμείς». Καληνύχτα μας.
Αντωνάκος Αντώνης
20-02-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.                http://www.antonakos.edu.gr
 

Το «νέο ειδύλλιο» της Κεντροαριστεράς.
Πέρασε στα «ψιλά» της ειδησεογραφίας. Ήταν μια φυσιολογική και αναμενόμενη εξέλιξη για όσους έχουν την δυνατότητα στοιχειώδους «ανάγνωσης» της πολιτικής πραγματικότητας. Το ραντεβού Γείτονα – Φλαμπουράρη είχε, σύμφωνα με το ΒΗΜΑ, στόχο την δημιουργία «γέφυρας» και την κήρυξη εκεχειρίας μεταξύ των δύο κομμάτων. Ο στόχος -σύμφωνα με το καλά πληροφορημένο όσον αφορά τις θέσεις του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ Thecaller- φαίνεται ότι ευοδώθηκε οδηγώντας τα δύο κόμματα σε ένα πολιτικό μορατόριουμ. Είναι το πρώτο βήμα της αναβίωσης μιας σχέσης μεταξύ δύο κομμάτων, που μπορεί να διακόπηκε από την χρεωκοπία και τα μνημόνια, αλλά έχουν παρελθόν δεκαετιών αγαστής «συμπόρευσης».

Πριν από λίγους μήνες, συζητώντας με κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ του ανέλυα γιατί, κατά την άποψή μου, το κόμμα του δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης στο πολιτικό στερέωμα της χώρας. Το κύριο επιχείρημα ήταν η σταθερή πίστη μου στο καθαρό διπολικό δικομματικό σύστημα εξουσίας ανάμεσα στο οποίο «τρίτος δεν χωρεί». Το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουλίου ξεκαθάρισε το τοπίο. Εκείνοι που πίστευαν ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ξανακερδίσει την χαμένη κυριαρχία στον χώρο της Κεντροαριστεράς διαψεύστηκαν. Η άποψη του στελέχους του ΚΙΝΑΛ ήταν ότι αν την δεδομένη στιγμή διαλυόταν το κόμμα ένας μικρός αριθμός στελεχών θα προσχωρούσε στην Ν.Δ., το σύνολο σχεδόν του μικρομεσαίου στελεχιακού δυναμικού θα προσχωρούσε στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ οι ψηφοφόροι θα κατανέμονταν σε ποσοστά 60% και 40% αντίστοιχα μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.
Ανεξάρτητα, από τις εκτιμήσεις του, δύο πράγματα είναι αναμφισβήτητα. Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ –ανεξάρτητα από τις αψιμαχίες που προκαλεί στο εσωτερικό του μια μειοψηφία που πάσχει από «Αριστερό ιδεασμό»- είναι πλέον η κυρίαρχη δύναμη στον χώρο της Κεντροαριστεράς και ότι η πορεία του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ προς την πολιτική εξαΰλωση είναι προδιαγεγραμμένη. Είτε ευδοκιμήσει η προσδοκία του να αποτελέσει τους ΑΝΕΛ μιας νέας διακυβέρνησης είτε όχι η απορρόφηση τόσο του στελεχιακού δυναμικού όσο και των ψηφοφόρων από τα δύο κόμματα εξουσίας είναι θέμα χρόνου. Όσο η «εκκρεμότητα» παραμένει και το πολιτικό τοπίο δεν αποσαφηνίζεται το ΚΙΝΑΛ αποτελεί παράγοντα μελλοντικής πολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας γεγονός που δεν ωφελεί την χώρα. Επιπλέον αποτελεί και «επιταχυντή» της πολιτικής φθοράς της κυβέρνησης, όχι τόσο γιατί είναι μια επιπλέον αντιπολιτευτική φωνή, αλλά γιατί θα αποτελέσει, με προϊούσα μάλιστα δυναμική, ένα καθοριστικό «σταθμό μετεπιβίβασης» ψηφοφόρων από την ΝΔ στον ΣΥΡΙΖΑ.
Τις εξελίξεις θα διαμορφώσουν και τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία προς το παρόν στηρίζουν την κυβέρνηση -παρέχοντας και στο ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ την «στήριξη του ελέους» στο όνομα και της belleepoque του «εκσυγχρονισμού»- όμως, όπως έδειξε και το πρόσφατο match ο «άνεμος» των οικονομικών συμφερόντων δεν είναι πάντα ούριος. Αν αναλογιστούμε μάλιστα ότι έπονται διαγωνισμοί μεγάλου ενδιαφέροντος (ΟΠΑΠ, καζίνο, κ.λπ.) τότε είναι φανερό ότι η ΝΔ πρέπει να κάνει ό,τι όφειλε εδώ και μια δεκαετία. Σταματώντας άμεσα τα «χαϊδολογήματα» και την «αιδήμονα σιωπή» απέναντι στις ανιστόρητες κατηγορίες και στα αναίσχυντα ψεύδη να «στείλει τον λογαριασμό» της κρίσης στους υπαίτιους, αποκαθιστώντας την αλήθεια και στηρίζοντας την ιστορία της με παρρησία και αυτοπεποίθηση.
Αντωνάκος Αντώνης
04-02-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.                http://www.antonakos.edu.gr
Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2020 01:55

Δεδικαίωται ο αποθανών; του Αντώνη Αντωνάκου.

Γράφτηκε από
 

Δεδικαίωται ο αποθανών;
Ήταν «κακομαθημένος» ο Καραμανλής;
Είναι αλήθεια ότι η φράση του Αποστόλου Παύλου «ο αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας» όχι μόνο έχει παρερμηνευθεί στο πλαίσιο της θρησκείας, αλλά και στην κοινωνική και δημόσια ζωή έχει δημιουργήσει αναστολές στο δικαίωμα της κριτικής των πράξεων και των απόψεων των αποβιωσάντων. Δεν γνωρίζω αν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο ο Κ. Μητσοτάκης έθεσε ως όρο οι συνεντεύξεις/απολογισμός στον Α. Παπαχελά να δημοσιοποιηθούν μετά την αποδήμησή του στον άλλο κόσμο. Όμως σε κάθε περίπτωση από την στιγμή που επέλεξε για τον εαυτό του το «προνόμιο» να χαρακτηρίσει άλλους –αδιαφορώντας γι’ αυτήν την αναστολή- είναι φυσικό παρεπόμενο να δέχεται και τις αναδραστικές απαντήσεις στις «βολές» του. Ανάμεσα σε άλλα «αστεία» που ισχυρίζεται για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τα πιο φαιδρά είναι τα ακόλουθα: «Ήρθε στην εξουσία ο Καραμανλής με εύνοια, και αυτό το προπατορικό αμάρτημα τον συνόδευε μέχρι τέλους […] Ο Καραμανλής ήταν κακομαθημένος, γιατί δεν ξεκίνησε από τη βάση, δεν πέρασε δια πυρός και σίδηρου όπως περάσαμε όλοι οι υπόλοιποι». Ας ανατρέξουμε, επί τροχάδην, την πολιτική ανέλιξη των δύο ανδρών για να δούμε ποιος πέρασε «δια πυρός και σιδήρου» ποίος ήταν ο «ευνοημένος» και ποίος ο «κακομαθημένος».

Ο Καραμανλής γεννήθηκε το 1907 στην Τουρκοκρατούμενη –έως τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912/13- Πρώτη Σερρών. Πρωτότοκος του Γ. Καραμανλή(Δημοδιδάσκαλου, καλλιεργητή, καπνέμπορου) ο οποίος πολέμησε στον Μακεδονικό αγώνα. Σε ηλικία εξελέγη 28 ετών το 1935 και επανεξελέγη το 1936 αλλά η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου και η κατοχή διέκοψαν την λειτουργία της Δημοκρατίας. Επανεξελέγη μετά τον πόλεμο σε όλες τις εκλογές (1946, 1950, 1951, 1952) αναλαμβάνοντας πλειάδα υπουργείων στα οποία ανεδείχθη η ηγετική του προσωπικότητα. Το 1955 -μετά τον θάνατο του Παπάγου- του ανατέθηκε από τον Παύλο η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Τρείς ημέρες μετά την εντολή η κυβέρνηση που σχημάτισε πήρε πανηγυρικά ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή.
Σε αυτήν ανάθεση αναφέρεται ο Μητσοτάκης όταν μιλάει για «εύνοια». Στο σημείο αυτό πρέπει να τοποθετηθούν τα πράγματα στην σωστή τους βάση ιστορικά. Κατ’ αρχήν τα κόμματα εκείνη την εποχή –ιδιαίτερα ο ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ- ήταν προσωποπαγείς σχηματισμοί μη έχοντες ουδεμία σχέση με δημοκρατικές διαδικασίες και δημοκρατική οργάνωση. Ο Παπάγος είχε ορίσει ως αντιπροέδρους της κυβέρνησης του τους Στεφανόπουλο και Κανελλόπουλο και αυτό είχε δημιουργήσει την κοινή αίσθηση ότι ένας εξ αυτών θα ήταν ο διάδοχός του. Όμως, και τότε αλλά και τώρα, πολύ συχνά οι κυβερνητικές θέσεις είναι αποτέλεσμα συσχετισμών και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως απόλυτες αξιολογήσεις. Πέραν του γεγονότος ότι το Παλάτι δικαιώθηκε περίτρανα, από τις μετέπειτα εξελίξεις για την επιλογή του, εκείνο που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας είναι ότι η εντολή είχε την δεδηλωμένη(ο Συναγερμός είχε πλειοψηφία) και η κυβέρνηση που σχημάτισε πήρε πανηγυρικά ψήφο εμπιστοσύνης.
Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης ο Ε. Βενιζέλος ανέλαβε σύμβουλος των κινηματιών μετά το κίνημα/πραξικόπημα του 1909(ΓΟΥΔΙ). Στις εκλογές ένα χρόνο μετά(8/8/1910) ο συνασπισμός των παλαιών κομμάτων έλαβε 210 έδρες και το κόμμα του Βενιζέλου 45. Στις 6/10ου ο Βασιλιάς διόρισε πρωθυπουργό τον Βενιζέλο απομακρύνοντας την συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία και τον πρωθυπουργό(Δραγούμης). Στις 28/11ου η υπό τον Βενιζέλο κυβέρνηση «διεξήγαγε εκλογές» από τις οποίες απείχαν(τι νόημα θα είχε πλέον η συμμετοχή τους;) τα άλλα κόμματα. Όπως ήταν αναμενόμενο ο Βενιζέλος «θριάμβευσε». Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις δεν αμφισβητείται σε καμία περίπτωση το πολιτικό μέγεθος του Βενιζέλου. Η ιστορική αναδρομή έχει ως μοναδικό στόχο να αναδείξει το θέμα της «εύνοιας».
Ας έρθουμε τώρα στο «δια πυρός και σιδήρου» που υποτίθεται ότι πέρασαν οι υπόλοιποι και ιδιαίτερα ο ίδιος ο Μητσοτάκης. Γεννήθηκε το 1918 στην ελεύθερη Κρήτη. Ο παππούς του Κωνσταντίνος –σύζυγος της αδελφής του Βενιζέλου- ήταν ιδρυτής κόμματος το οποίο στην συνέχεια έγινε το κόμμα των Φιλελευθέρων. Οι δύο γιοί του (Κυριάκος και Αριστομένης) υπήρξαν βουλευτές και διετέλεσαν Υπουργοί. Ο Μητσοτάκης εκλέγεται βουλευτής σε ηλικία 28 ετών με το κόμμα των Φιλελευθέρων(1946). Αναλαμβάνει για πρώτη φορά χαρτοφυλάκιο(1951) στην κυβέρνηση του θείου του Σοφοκλή Βενιζέλου. Από το 1952 αρχίζει να φέρεται ως διεκδικητής της ηγεσίας του κόμματος των Φιλελευθέρων(wikipedia) ενώ το 1959 επιλέγεται από την πρεσβεία των ΗΠΑ και καλείται στην Αμερική όπου «πραγματοποιεί επαφές και επισκέψεις, παρακολουθεί σεμινάρια ώστε να αποτελέσει μέρος δικτύου προσώπων-προπαγανδιστών των ΗΠΑ στην Ελλάδα»(wikipedia). Από το 1961 πρωταγωνιστεί στον «ανένδοτο», την μάχη για την ανατροπή του Καραμανλή.
  Με την συνεργασία των Ανακτόρων το εγχείρημα στέφεται με επιτυχία. Εδώ έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία να δούμε την πραγματική έννοια της «εύνοιας». Μετά τις εκλογές του 1963 η ΕΚ είναι πρώτο κόμμα αλλά δεν έχει την δεδηλωμένη. Παρά το γεγονός αυτό και παραβιάζοντας το Σύνταγμα τα Ανάκτορα ορκίζουν κυβέρνηση –ο Μητσοτάκης Υπουργός Οικονομικών- η οποία επιδίδεται σε ένα όργιο παροχών. Μετά από 40 ημέρες διακυβέρνησης -δίχως να έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης- η κυβέρνηση Παπανδρέου παραιτείται και διεξάγονται νέες εκλογές. Ως απόρροια των εκλογών αυτών ανετράπησαν τα σχέδια Μητσοτάκη αφού ενέκυψε ως «αερόλιθος»(σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιδίου) ο Α. Παπανδρέου αφαιρώντας τα «πρωτοτόκια» -που μέχρι τότε τα θεωρούσε δεδομένα- της διαδοχής(αφού ο Γ. Παπανδρέου ήταν ήδη 76 ετών). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στον σύντομο βίο αυτής της διακυβέρνησης –στην ανατροπή της οποίας πρωταγωνίστησε- πρόλαβε να υπερψηφίσει την παραπομπή Καραμανλή στο Ειδικό Δικαστήριο πρόταση που δεν ψήφισε ο Ανδρέας. Επίσης καταγγέλλει, μεταξύ των άλλων, τον Ανδρέα ότι δεν ψήφισε στις εκλογές του 63 στις οποίες «κρίθηκε η τύχη της Ελλάδος». Πράγματι καθορίστηκε η τύχη της χώρας αλλά θα έπρεπε να κάνει αυτοκριτική γι’ αυτό και να ζητάει συγνώμη αντί να το θυμίζει.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι με συνέπεια, τόσο τα Ανάκτορα όσο και οι Άγγλο-Αμερικάνοι, από τον θάνατο Μεταξά και ύστερα, ευνοούσαν την άνοδο των επιγόνων του Βενιζέλου στην εξουσία. Ασφαλώς όχι από αγάπη αλλά για να διασφαλίσουν τα νώτα τους και τα συμφέροντά τους. Οι συντηρητικοί εθεωρούντο δεδομένοι. Κορυφαίο παράδειγμα προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν ο διορισμός του Σ. Βενιζέλου στην αρχή και αμέσως μετά του Γ. Παπανδρέου ως πρωθυπουργών της απελευθέρωσης. Ο Μητσοτάκης ήταν ακόμα μικρός! Στη συνέχεια ο εξαναγκασμός του Τσαλδάρη σε παραίτηση για να ηγηθεί του αγώνα κατά του ΚΚΕ και του ΕΛΛΑΣ ο Σοφούλης. Αυτά περί της «εύνοιας».
Χαρακτηρίζει τέλος «κακομαθημένο» τον Καραμανλή, δηλαδή τον άνθρωπο που ανασύροντας τον από τα «αζήτητα» του έδωσε την δυνατότητα να αναγεννηθεί πολιτικά αυτός και η οικογένεια του. Μας δίνει έτσι την ευκαιρία να θυμηθούμε τον κατά τον Θερβάντες άρρηκτο δεσμό μεταξύ κακοήθειας και αγνωμοσύνης.
Αντωνάκος Αντώνης
25-01-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.                http://www.antonakos.edu.gr
 

Η «Νέα Σκέψη». ο εφιάλτης του Όργουελ.
Συγκεντρώθηκε, παλιά, το κονκλάβιο των καρδιναλίων όχι για να εκλέξει νέο Πάπα αλλά για να επιλέξει τον ρυθμό του νέου καθεδρικού ναού της πόλης. Δεν συμφωνούσαν όμως στον ρυθμό. Άλλοι ήταν υπέρ της Βασιλικής ή της Βασιλικής με τρούλο. Άλλοι υποστήριζαν τον σταυροειδή με τρούλο ή τον οκταγωνικό με τρούλο. Άλλοι τον ρομανικό και άλλοι με φανατισμό τον γοτθικό ρυθμό. Η διαμάχη κράτησε καιρό και στην προσπάθεια να υπάρχει συναίνεση κάθε ομάδα υποχωρούσε αλλοιώνοντας τα χαρακτηριστικά του ρυθμού που υποστήριζε. Στο τέλος υπήρξε ευρύτατη συμφωνία και ο καθεδρικός χτίστηκε. Μόνο που τελικά έμοιαζε με κάτι… σαν τίποτε. Ανέλαβαν τότε οι διάκονοι με κηρύγματα να πείσουν το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της εκκλησίας ότι δεν έχει τελικά σημασία ο ρυθμός του νέου ναού αλλά η συμφωνία των καρδιναλίων. Η προσπάθεια να γίνει αποδεκτός ο νέος ναός πέτυχε αν και πουθενά δεν υπήρξε αντίγραφό του. Έτσι όταν σε λίγα χρόνια ο νέος ναός κατέρρευσε τίποτα δεν έμεινε στην μνήμη των ανθρώπων να τον θυμίζει.

«Η επιλογή του Πρωθυπουργού για την Προεδρία της Δημοκρατίας δεν έγινε με κομματικά –ούτε βεβαίως με εσωκομματικά- κριτήρια. Γι’ αυτό και κατάφερε να συγκεντρώσει την αποδοχή των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων. Το πρόσωπο της υποψήφιας, ωστόσο, έχει από μόνο του την ακτινοβολία ενός νέου υποδείγματος στην δημόσια ζωή. Ενός υποδείγματος που υπερβαίνει τα παλαιοκομματικά στερεότυπα και κατατάσσει τους φορείς τους στο παρελθόν». Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19/1/2020.
Το κύριο άρθρο της χθεσινής εφημερίδας είναι ένα μόνο μικρό δείγμα της πλύσης εγκεφάλου που έχει αρχίσει και θα ενταθεί το επόμενο διάστημα στην προσπάθεια να γίνει αποδεκτή η επιλογή του Πρωθυπουργού. Το επιχείρημα «της ευρύτατης συναίνεσης» είναι φυσικά σαθρό. Γιατί δεν έχει σε τελική ανάλυση μεγαλύτερη σημασία η συμφωνία –όπως επιχειρούν να μας πείσουν- από το αποτέλεσμά της. Αφήνοντας στην άκρη τα πρόσωπα της επικαιρότητας –για ευνόητους λόγους- και μεταφέροντας την επιχειρηματολογία των ημερών στο παρελθόν έχουμε τον εξής παραλογισμό. Η νέα Πρόεδρος –η οποία όπως φαίνεται θα συγκεντρώσει την ιστορικά μεγαλύτερη πλειοψηφία- είναι καλύτερο «νέο υπόδειγμα» από τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, από τον Κωστή Στεφανόπουλο, από τον Κάρολο Παπούλια.   Μην τρελαθούμε.
Αν δεν ήταν άκρως επικίνδυνο θα ήταν αστείο μέχρι γελοιότητας. Αλλά δυστυχώς είναι επικίνδυνο και μάλιστα με δύο ιδιαίτερα σημαντικές συνιστώσες. Η πρώτη από αυτές είναι ότι επιλέγεται ο «τύπος» αντί της ουσίας. Είναι η καταλληλότερη επιλογή αυτή που έκανε ο Πρωθυπουργός; Έχει η προτεινόμενη τα καλύτερα –ή ακόμα χειρότερα τα αναγκαία- εφόδια για τον ρόλο ο οποίος της επιφυλάσσεται; Γιατί δεν έχει σε τελική σημασία τόσο ο ρόλος που φαντάζεται η κυβέρνηση για τον Π.τ.Δ. αλλά η δυνατότητα του τελευταίου να σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων προς όφελος του Έθνους, της Δημοκρατίας και των πολιτών. Η δεύτερη και πιο επικίνδυνη παράμετρος του «νέου υποδείγματος» είναι η τοποθέτηση όσων «διακονούν» -στην πραγματικότητα οφείλουν να διακονούν- την αλήθεια και την ενημέρωση ασκώντας το αμερόληπτο καθήκον της κριτικής. Κριτική της εξουσίας και των κοινωνικών στρεβλώσεων. Να κινητοποιούν την σκέψη ότι να την αποτρέπουν. Σε καμία περίπτωση όμως αποπροσανατολισμός και χειραγώγηση των πολιτών. Γιατί αυτό παραπέμπει στην εφιαλτική μελλοντολογία του Όργουελ. Ή μήπως το «1984» δεν είναι πλέον μέλλον αλλά παρόν;
Αντωνάκος Αντώνης
20-01-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.">antonakosantonis@gmail.com           http://www.antonakos.edu.gr
Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020 01:28

Δόλωμα ή άλλοθι; του Αντώνη Αντωνάκου.

Γράφτηκε από
 

Δόλωμα ή άλλοθι;
Τα νούμερα δεν βγαίνουν. Εκατόν πενήντα οκτώ και είκοσι δύο και δέκα και εννιά μας κάνουν παρά ένα διακόσια. Ακόμα και αν στέρξει το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, –αν του κάνουμε μερικές ακόμα υποκλίσεις-, και αν ομονοήσει η «Ελληνική Λύση» και αν αλληθωρίσει(πολιτικά) το «ΜέΡΑ25» δεν συμπληρώνονται οι πολυπόθητοι 200 ψήφοι για να ισχύσει άμεσα ο νέος εκλογικός νόμος. Φυσικά αν κάποιος από την κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να συντρέξει το ΚΚΕ στην ψήφιση της ενισχυμένης αναλογικής μάλλον πρέπει να εγκαταλείψει αμέσως την πολιτική ως ακατάλληλος. Ούτε βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ -αν και είναι το μόνο κόμμα εκτός της ΝΔ που έχει ευθέως συμφέρον να το κάνει- μπορεί να απεγκλωβιστεί σε αυτήν την συγκυρία από τις πρόσφατες θέσεις και αποφάσεις του. Κανένας φυσικά δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο μιας διαρροής από την αντιπολίτευση. Αυτό όμως προϋποθέτει, για να ευοδωθεί το εγχείρημα να στέρξουν τα τρία προαναφερθέντα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης καθώς και οι 31 βουλευτές τους, πράγμα μάλλον απίθανο. Άμεσα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα. Τι προσδοκά ο Πρωθυπουργός μεταθέτοντας την ψήφιση του εκλογικού νόμου πριν από την αναγγελία του υποψηφίου Π.τ.Δ.;

Το προηγούμενο, του νόμου για την ψήφο των μεταναστών, δεν υπάρχει πιθανότητα να επαναληφθεί. Σε εκείνη την περίπτωση έπαιξε καταλυτικό ρόλο η θέση του ΚΚΕ. Με δεδομένη την συμφωνία ΚΙΝΑΛ(ΠΑΣΟΚ) αυτό έσυρε στην ουσία και τον ΣΥΡΙΖΑ -η επιμονή του στην άρνηση δεν θα είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα αφού ο νόμος θα υπερψηφιζόταν ούτως ή άλλως από τους απαιτούμενους βουλευτές- στην τελική λύση. Η περίπτωση της ενισχυμένης αναλογικής δεν είναι αντίστοιχη. Δεν συνδράμουν κοινές κομματικές στοχεύσεις. Ακόμα και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, που τοποθετείται υπέρ της ενισχυμένης αναλογικής, είναι δεδομένο ότι θα θέσει όρους που θα εξυπηρετούν τις προοπτικές του, μη αποδεχόμενο την λύση που προτείνει η κυβέρνηση. Αφού, λοιπόν, η αλλαγή του εκλογικού νόμου δεν πρόκειται να υπερψηφιστεί από 200 βουλευτές σε τι μπορεί να στοχεύει η σύνδεση της με την εκλογή του Π.τ.Δ.; Χρησιμοποιείται ως δόλωμα ή ως άλλοθι;
Κατ’ αρχήν, είναι γεγονός ότι, ακόμα και αν ο νέος εκλογικός νόμος εγκριθεί με μειωμένη πλειοψηφία, θα είναι θετικό για την κυβέρνηση αν και άλλα κόμματα τον υπερψηφίσουν. Αλλά αυτό περιορίζεται μόνο στο πεδίο των εντυπώσεων αφού κανονικά η όποια συνεργασία στο μέλλον, εάν και όποτε υπάρξει, είναι σαφές ότι δεν θα εξαρτηθεί από αυτό. Αντίθετα, στο βαθμό που η αρχική πρόταση της κυβέρνησης θα έχει αλλοιωθεί –στο βωμό της συναίνεσης-, θα δυσχεραίνεται η επίτευξη σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας. Γεγονός που δεν μπορεί να αποκλείσει την ανάγκη προκήρυξης διπλών εκλογών. Ενώ, ακόμα και στην περίπτωση που σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας, τόσο ο βίος της όσο και η ποιότητα του έργου της θα αποτελούν ένα ερωτηματικό.
Βέβαια είναι προφανές ότι αν τα κόμματα εννοούσαν αυτά που διακηρύσσουν –ότι προτάσσουν το Εθνικό συμφέρον- προφανώς θα είχαν ξεκάθαρες θέσεις και δεν θα συνδύαζαν την στάση τους στον εκλογικό νόμο με την εκλογή του Προέδρου. Ούτε και η κυβέρνηση φυσικά θα δεχόταν να μπει σε αυτό το παζάρι. Αν επιδιώκεται η θετική στάση στον εκλογικό νόμο με την προοπτική της «αντιπαροχής» στην εκλογή του Προέδρου –στο πλαίσιο και της δήλωσης τον Σεπτέμβριο Αντιπροέδρου της κυβέρνησης ότι: «Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας εντάσσεται σε ένα συνολικότερο πακέτο, που περιλαμβάνει τον εκλογικό νόμο τον…»(Πικραμένος)- αυτό θα είχε ενδεχομένως κάποιο νόημα μόνο αν με αυτόν τον τρόπο ο εκλογικός νόμος αποκτούσε άμεση ισχύ. Από την στιγμή που αυτό δεν πρόκειται να συμβεί η ανομολόγητη σκοπιμότητα του «πακέτου»(«Πάμε πακέτο» 20/09/2019) είναι ακατανόητη.
Τι απομένει λοιπόν; Ίσως το μόνο που απομένει είναι η δημιουργία άλλοθι για επιλογές που δεν γίνονται αποδεκτές από το εκλογικό σώμα και ιδιαίτερα από τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ –οι οποίοι αποτελούν την αναλλοίωτη «ψυχή» της παράταξης- όπως έδειξε η πρόσφατη έρευνα της MRB. Το «έργο» αυτό προωθούν: «αναδυόμενοι επί σκηνής, ορισμένοι εξ αναθέσεως υπέρ-καινοφανείς πολιτικοί αστέρες, που επιχειρούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Κάνοντας αναφορές άλλος για «λύσεις πακέτο» και άλλος για Π.τ.Δ. «πέρα από πολιτικά στεγανά» προλειαίνουν το έδαφος, λειτουργώντας ως «πρόδρομοι», ενώ είναι άγνωστο αν «φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνουν» ή αν κάποιοι κινούν τα νήματα πίσω από κουίντα»(«Προεδρικό γιουσουρούμ.», 31/10/2019). Φυσικά και ορισμένοι οικονομικοί «πάτρωνες» που φιλοδοξούν όχι απλώς να υποδεικνύουν, αλλά να καθορίζουν και να επιβάλλουν πολιτικές και πρόσωπα.
Είναι καιρός να σταματήσουν τα απαράδεχτα παιχνίδια με τους θεσμούς. Το κρυφτούλι που παίζεται ένα χρόνο τώρα εξευτελίζοντας τον κορυφαίο θεσμό του Πολιτεύματος να τελειώσει. Είναι ανάξιο των πραγματικών πολιτικών ηγετών και επικίνδυνο ιδιαίτερα στην χρονική συγκυρία που διανύουμε. Μπορεί το πολιτικό ανάστημα να «κόντυνε» αλλά όλα έχουν τα όριά τους. Ο πολιτικός χρόνος κυλά αστραπιαία και οι ανατροπές είναι πιθανές, ιδιαίτερα όταν διανύουμε ρευστές και επικίνδυνες περιόδους σαν την σημερινή. Αρκεί να αναλογιστούν οι υπεύθυνοι το πώς αισθανόταν ο Παπανδρέου και οι «κηπουροί» του τον Ιανουάριο του 2010. Αν ποτέ είχαν διανοηθεί τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν. Σήμερα οι σύμβουλοι του τότε Πρωθυπουργού έχουν επανέλθει εκεί από όπου τους ανέσυρε. Στην αφάνεια. Έζησαν λίγες «στιγμές» δόξας και δύναμης ανάμεσα σε δύο «αιωνιότητες» αφάνειας και ασημαντότητας. Αυτός πού έμεινε να πληρώσει τον λογαριασμό στην ιστορία είναι ο πρώην Πρωθυπουργός και η παράταξη που ίδρυσε ο πατέρας του.
Στο παιγνίδι συμμετέχει και ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Την ευκαιρία να είναι «μονά - ζυγά» κερδισμένος του την προσέφερε η κυβέρνηση. Ασφαλώς και δεν «καίγεται» για την επανεκλογή Παυλόπουλου. Αντίθετα η επιμονή και η ένταση με την οποία επαναφέρει στο προσκήνιο την υποψηφιότητα αντί να την στηρίζει την αποδυναμώνει. Τα αρνητικά ανακλαστικά που έχει η πλειοψηφία της κοινωνίας απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ συμπαρασύρουν και τον νυν Π.τ.Δ.. Φυσικά αυτό δεν γίνεται από πολιτική απειρία. Δεν γίνεται αθώα. Κανένας δεν αμφιβάλει πλέον για την πολιτική πανουργία του τέως Πρωθυπουργού. Αφού όμως η κυβέρνηση του έκανε το «δώρο» -για ανομολόγητους και ακατανόητους λόγους- να ξεκινήσει και να συνεχίζει αυτό το «Προεδρικό γιουσουρούμ» δεν θα έχανε την ευκαιρία να το εκμεταλλευτεί. Επιμένοντας εμφατικά στην επανεκλογή αν τελικά αυτή προκύψει θα φανεί ότι η κυβέρνηση υιοθέτησε την άποψή του, συρόμενη μάλιστα. Αν αντιθέτως –πράγμα που κατά την προσωπική μου άποψη είναι η πραγματική του επιθυμία σε αντίθεση με τα φαινόμενα- επιλέξει άλλο πρόσωπο και ιδιαίτερα αν αυτό προέρχεται από τα επώνυμα στελέχη του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, τότε θα αποκομίσει οφέλη από τον διχασμό που έχει εν τω μεταξύ καλλιεργηθεί στην βάση της Ν.Δ..
Αν η κυβέρνηση αναζητά άλλοθι για την προώθηση στην Π.τ.Δ. έναν εκλεκτό του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ -με το πρόσχημα της «συναίνεσης» στον εκλογικό νόμο- είναι καιρός να ανακρούσει πρύμναν. Έχει απόλυτα δίκιο η κυρία Μπακογιάννη όταν δηλώνει ότι: «Χρειαζόμαστε έναν Πρόεδρο Δημοκρατίας που να μπορεί να εκλεγεί με την μεγαλύτερη δυνατή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, για να συμβολίσει στην πράξη την ενότητα του έθνους»(Realnews, 12/1/19). Σε τελική ανάλυση, πρέπει το Εθνικό συμφέρον -όχι τα απωθημένα- να καθορίζει τις πολιτικές αποφάσεις.
Αντωνάκος Αντώνης
12-01-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.">antonakosantonis@gmail.com           http://www.antonakos.edu.gr
 

Η δολοφονία Σουλεϊμανί και η στα καθ’ ημάς επίδρασή της.
«Η κλιμάκωση στην ευρύτερη περιοχή δεν μπορεί παρά να ανησυχεί την Αθήνα, καθώς ευνοεί εξ ορισμού τις χώρες που διαθέτουν αναθεωρητική ατζέντα»., Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 5/1/2020
Ο, υπαρκτός, κίνδυνος τρομοκρατικής ενέργειας στην χώρα μας -στο πλαίσιο εκδήλωσης αντιποίνων για την δολοφονία του Σουλεϊμανί- θα έχει ασφαλώς σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία καθώς θα επηρεάσει, φυσικά, τον τουρισμό. Έστω και αν ισχύει η, καθησυχαστική, εκτίμηση ότι η Ελλάδα δεν θα συμπεριληφθεί στις χώρες-στόχους δεν παύει το ενδεχόμενο να προκαλεί ανησυχίες και να επιβάλει τα αυξημένα μέτρα επαγρύπνησης τα οποία ήδη έλαβε η κυβέρνηση. Επιπλέον, βέβαια υφίσταται –διαρκώς επαυξανόμενος μάλιστα λόγω των εντεινόμενων ροών λαθρομεταναστών και προσφύγων- η πιθανότητα ανεξέλεγκτης τρομοκρατικής ενέργειας, -ενός «τυφλού» κτυπήματος-, η οποία λόγω ακριβώς αυτού του χαρακτήρα της μπορεί να είναι περισσότερο επώδυνη.

Όμως, αν μπορούμε να είμαστε, συγκρατημένα, αισιόδοξοι ότι τελικά η χώρα μας θα αποφύγει να εξελιχθεί σε πεδίο εκδήλωσης της εκδίκησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και των «πιστών» της, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο και για τις επιπτώσεις που θα έχουν τα πρόσφατα γεγονότα στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς της ευρύτερης περιοχής που μας αφορούν. Όπως επισημαίνει η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στο σημερινό(5/1ου) πρωτοσέλιδό της οι εξελίξεις αυτές ευνοούν τις αναθεωρητικές δυνάμεις της περιοχής. Δηλαδή ενισχύεται η σημασία της Τουρκίας για τις ΗΠΑ και για την ΔΥΣΗ γενικότερα. Το γεγονός αυτό αναμένεται να την αποθρασύνει ακόμα περισσότερο εντείνοντας την επεκτατική βουλιμία της.
Η κατάσταση, ακήρυχτου, πολέμου στην οποία περιήλθαν οι σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν μετά την δολοφονία του Σουλεϊμανί είναι το τελευταίο επεισόδιο της εξελισσόμενης έντασης η οποία φαίνεται να αποτελεί στρατηγική επιλογή του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μονομερής αποχώρηση(5ος/2018) των ΗΠΑ από την συμφωνία -για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν- που είχαν συνάψει(7ος/2015) οι έξι χώρες(ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Οι αντιρρήσεις των άλλων συμβαλλομένων, -καθώς δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις, πολλώ δε μάλλον αποδείξεις, ότι παραβιαζόταν η συμφωνία και η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας διαβεβαίωνε ότι: «ουδεμία αξιόπιστη ένδειξη έχει για δραστηριότητες στο Ιράν που έχουν σχέση με την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου μετά το 2009»-, δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν από τον Τραμπ, αποτελώντας ένα ακόμα δείγμα μιας πολιτικής αντίληψης που μάλλον σε επιχειρηματία ταιριάζει παρά στον Πρόεδρο της –μέχρι πρότινος τουλάχιστον- ηγέτιδας δύναμης του Ελεύθερου Κόσμου.
Αποτιμώντας τα αποτελέσματα της πολιτικής Τραμπ στην περιοχή, στον ακήρυχτο πόλεμο με το Ιράν, προστίθενται η απώλεια για την Δύση της Συρίας και του Ιράκ. Εκ των πραγμάτων προκύπτει η αναβάθμιση της σημασίας της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή. Όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και λόγω των επιρροών που μπορεί να ασκεί στις εν λόγω χώρες. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν την πολυτέλεια να απολέσουν και την Τουρκία. Όσο και αν η πολιτική της είναι αναθεωρητική, όσο κι’ επιχειρεί να «χορεύει ταγκό» και με άλλους, η Δύση η οποία μέχρι πρότινος δεν είχε την βούληση φαίνεται να χάνει και την δυνατότητα συνετισμού του «κακομαθημένου παιδιού». Εκ των πραγμάτων η πολιτική Τραμπ εκτός των άλλων έχει παγιδεύσει και την Ε.Ε. υποχρεώνοντάς την να υποκύπτει στα εκβιαστικά «θέλω» της νέο-Οθωμανικής Τουρκίας. Το 2020 θα αποδειχθεί εξαιρετικά κρίσιμο και οι εξελίξεις καθοριστικές για την Ανατολική Μεσόγειο και την Ελλάδα.
Αντωνάκος Αντώνης
05-01-2020
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.">antonakosantonis@gmail.com           http://www.antonakos.edu.gr

Εκπαιδευτικά Νέα