Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας και διαβάστε το καθημερινό newsletter από το dictyo.gr
  
  
  

Άρθρα & Απόψεις (1148)


 

 
Τον 10ο αι. μ.Χ. οι τζιχαντιστές δεν αποτελούσαν απλώς μια τοπική απειλή, αλλά μια απτή πραγματικότητα από τα σημερινά, ματωμένα, σύνορα Τουρκίας – Συρίας, μέχρι όλη τη Μεσόγειο. Οι φανατισμένοι Άραβες είχαν επεκταθεί και στην Ιταλία απειλώντας και τη Ρώμη, υποστηριζόμενοι και από καιροσκόπους χριστιανούς.
Στο β’ μισό του 9ου αι. οι Σαρακηνοί πέραν της Σικελίας, είχαν εγκατασταθεί και στην κεντρική Ιταλία στην περιοχή του Μιντούρνο, κοντά στο Λάτσιο στον ποταμό Γκαριλιάνο, συμμαχώντας με το Δουκάτο της Γκαέτα. Στις αρχές του 10ου αι. όμως οι Άραβες κατέστησαν ιδιαίτερα απειλητικοί σχεδιάζοντας τη κατάκτηση της όλης περιοχής.
 
Ενώπιον της απειλής αυτή ο πάπας Ιωάννης 10ος επιχείρησε και κατάφερε  να ενώσει τους τοπικούς χριστιανούς ηγεμόνες και ηγεμονίσκους ζητώντας παράλληλα την βοήθεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορία ανταποκρίθηκε και έστειλε προς ενίσχυση της χριστιανικής συμμαχίας τον στρατηγό κατεπάνω του θέματος του Βάριου (Μπάρι) Νικόλαο Επιγίγγλη που ήταν γνωστός στην Ιταλία με το λατινικό επώνυμο Πικίνγκλι.

Στην συμμαχία συμμετείχαν, πέραν των Βυζαντινών, που αποτελούσαν και τον όγκο του στρατεύματος, διάφοροι, κυρίως, Λομβαρδοί (Λογγοβάδροι) ηγεμόνες. Η συμμαχική στρατιά έφτασε να αριθμεί 50.000 άνδρες, σύμφωνα με τους χρονικογράφους. Αντίστοιχα οι μουσουλμάνοι διέθεταν περί τους 75.000 άνδρες υπό τον εμίρη Αλικού.
Η εκστρατεία
Οι χριστιανοί ανέλαβαν την πρωτοβουλία και επιτέθηκαν τον Ιούνιο του 915 μ.Χ. κατά των Σαρακηνών, με τον βυζαντινό στόλο να τους αποκλείει από θαλάσσης. Ο πάπας ηγήθηκε, τιμής ένεκεν, τον χριστιανικών στρατευμάτων. Η πρώτη μάχη δόθηκε κοντά στο σημερινό Λάτσιο και αποτέλεσε οδυνηρή ήττα για τους Άραβες. Οι χριστιανοί όμως δεν αρκέστηκαν στην επιτυχία αυτή αλλά συνέχισαν την επίθεση και νίκησαν άλλες δύο φορές τους Άραβες στις μάχες του Κάμπο Μπακάνο και του Τίβολι.
Μετά από τις ήττες οι Σαρακηνοί υποχώρησαν στη γραμμή του Γκαριλιάνο όπου είχαν δημιουργήσει οχυρωμένο στρατόπεδο. Οι χριστιανοί σύντομα απέκλεισαν τους Σαρακηνούς και τους πολιόρκησαν στενά σε αυτό. Στη φάση αυτή η εμπειρία του Επιγίγγλη πρέπει να διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο.
Η πολιορκία διήρκεσε έως τον Αύγουστο του 915 μ.Χ. οπότε οι Σαρακηνοί βλέποντας ότι δεν θα άντεχαν άλλο αποχώρησαν πυρπολώντας το οχυρωμένο τους στρατόπεδο. Οι χριστιανοί τους καταδίωξαν και οι Σαρακηνοί έλαβαν θέσεις άμυνας σε κοντινούς λόφους. Ωστόσο η στερήσεις από την πολιορκία και οι συνεχείς ήττες είχαν καταρρακώσει το ηθικό τους.
Παρόλα αυτά κατάφεραν να αποκρούσουν πολλές ασυντόνιστες εφόδους που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι Λομβαδροί ηγεμόνες με τα άτακτα τμήματά τους. Τελικά οι χριστιανοί προτίμησαν να αποκλείσουν τους Σαρακηνούς στις θέσεις τους ώστε να τους υποχρεώσουν σε παράδοση, αντί των ασκόπων και αιματηρών επιθέσεων.
Οι Σαρακηνοί, στα τέλη Αυγούστου, επιχείρησαν έξοδο με στόχο να φτάσουν στη θάλασσα και από εκεί στην Σικελία που τμήμα του νησιού ελεγχόταν από ομοθρήσκους τους. Η απόπειρα όμως απέτυχε λόγω του βυζαντινού στόλου και όλοι σκοτώθηκαν. Πόλλοι έπεσαν στις απέλπιδες συγκρούσεις που ακολούθησαν. Οι περισσότεροι όμως εκτελεστήκαν μετά τη μάχη. Σύμφωνα με τους χρονικογράφους της εποχής και οι 75.000 άνδρες του Αλικού χάθηκαν.
Ο στρατηγός Νικόλαος Επιγίγγλης
Ο Νικόλαος Επιγίγγλης είναι μια σχετικά άγνωστη μορφή των μεσοβυζαντινών χρόνων με σημαντική όμως δράση τόσο στην Ιταλία όσο και στη Βαλκανική. Τοποθετήθηκε κατεπάνω του Θέματος της Λογγοβαρδίας ή το 911 ή το 913 μ.Χ. με τη δεύτερη ημερομηνία να θεωρείται πιθανότερη καθώς τεκμηριώνεται από την αλληλογραφία του με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαο Μυστικό.
Σε μια από τις επιστολές ο Επιγίγγλης αναφέρεται στην τραγική κατάσταση των βυζαντινώ φρουρίων στην Ιταλία, ενώ σε απάντησή του ο πατριάρχης τον προτρέπει να πολεμήσει τους Άραβες στην περιοχή του Γκαριλιάνο! Μετά την εκστρατεία και την νίκη ο πατριάρχης με νέα επιστολή συνέχαιρε τον στρατηγό. Τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό για τον σωτήρα της Ιταλίας στρατηγό εκτός του ότι σκοτώθηκε το 917 μ.Χ. πολεμώντας τους Βούλγαρους, αυτή τη φορά, κοντά στην Αγχίαλο της Θράκης.
 
Η περίοδος πριν το 1204 χαρακτηρίστηκε από πολιτικό χάος και αποσχιστικά κινήματα κατά μήκος της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η οποία παρέπαιε υπό την ανίκανη κυβέρνηση της δυναστείας των Αγγέλων.
Λίγες εβδομάδες πριν οι Λατίνοι μπουν στην Πόλη, οι τελευταίο άνδρες απόγονοι του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Κομνηνού, ο Αλέξιος και ο Δαβίδ, αποφάσισαν να διεκδικήσουν για δικό τους κράτος τις παρευξείνιες ακτές.
Οδηγώντας τον στρατό που τους παρείχε η θεία του Θάμαρ, βασίλισσα της Γεωργίας, κατέλαβαν όλη σχεδόν την ακτογραμμή του Πόντου και της Παφλαγονίας, μέχρι την Ηράκλεια στα δυτικά.
Το πώς εξελίχθηκε το εγχείρημα των δύο Κομνηνών, μπορείτε να δείτε το παρακάτω βίντεο:
 
Πως ζούσαν οι Έλληνες επί τουρκοκρατίας; Το ερώτημα αυτό απαντάται, πλέον, στην Ελλάδα με δύο τρόπους. Ο πρώτος αναφέρεται στα πραγματικά δεδομένα και ο δεύτερος, ο «αναθεωρητικός», προβάλει το θεωρητικό πλαίσιο βάσει του «ισλαμικού νόμου».
Σύμφωνα με το Ισλάμ ο κόσμος διαιρείται σε αυτόν των «πιστών» και αυτόν των «απίστων». Χρέος των «πιστών» ήταν να φέρουν τους «απίστους» στον δρόμο του Αλλάχ. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο «Ιερός Πόλεμος», η τζιχάντ. Η ειρήνη με τους «απίστους» ήταν απαγορευμένη και επιτρεπόταν μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

 
Οι «λαοί της Βίβλου» (Εβραίοι, Χριστιανοί) μπορούσαν να εξαγοράσουν την ζωή τους βάσει συγκεκριμένων όρων. Οι υπόδουλοι έπρεπε να καταβάλουν τον κεφαλικό φόρο, δηλαδή τον φόρο για να διατηρούν το κεφάλι τους επάνω στους ώμους τους, το χαράτσι, δηλαδή φόρο για τη γη και των από αυτής προσόδων, αφού η γη ανήκει στον Αλλάχ και τον «προφήτη» και κατ’ επέκταση στους «πιστούς» Τούρκους.
Θεωρητικά οι Τούρκοι, εφόσον οι ραγιάδες πλήρωναν, εγγυούνταν την ατομική ελευθερία και τη ζωή τους. Ωστόσο το όλο πλαίσιο ήταν πραγματικά εντελώς θεωρητικό. Οι ραγιάδες δεν μπορούσαν να ούτε καλά – καλά να μιλήσουν ενώπιον μουσουλμάνων. Κατοικούσαν στα άκρα των πόλεων, ήταν υποχρεωμένοι να ξυρίζουν το μπροστινό μέρος του κρανίου και να φορούν μπλε κάλυμμα κεφαλής.
Δεν μπορούσαν να ιππεύουν, ούτε φυσικά να οπλοφορούν. Οι Τούρκοι μπορούσαν να «νοικιάζουν» χριστιανές γυναίκες, να αποκτούν νόμιμα τέκνα από αυτές και μετά να τις διώχνουν.Μπορούσαν εξάλλου, κατά το δοκούν, να αρπάζουν ανθρώπους και αγαθά χωρίς να δίνουν λόγο.  Ακόμα κι αν ο χριστιανός κατέφευγε στην “ισλαμική δικαιοσύνη”, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εναντίον ενός “πιστού”.
“Θρησκευτική ελευθερία” – Εξισλαμισμοί
Επίσης αντίθετα με τα όσα επέβαλε ο ίδιος ο μουσουλμανικός νόμος οι ραγιάδες δεν απολάμβαναν θρησκευτικής ελευθερίας. «Η λατρεία τους δεν επιτρέπεται, γιατί δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται η ασέβεια, απλώς δεν εμποδίζεται», ανέφερε ερμηνευτής του «ιερού νόμου».
Και για ποια θρησκευτική ελευθερία μιλάμε όταν οι συντριπτική πλειοψηφία των εκκλησιών έγινα τζαμιά; Όταν απαγορευόταν η ανέγερση νέων, ακόμα και η επισκευή των παλαιών; Όταν απαγορευόταν ακόμα και να χτυπούν οι καμπάνες;
Ή μήπως δεν υπήρχαν βίαιοι εξισλαμισμοί, τους οποίους απαγόρευε, θεωρητικά πάντα, ο «ιερός νόμος»; Πέραν της φρίκης του Παιδομαζώματος που ξεκίνησε από το τα μέσα του 14ου αι. οι ασφυκτικές πιέσεις και οι διώξεις κατά των ραγιάδων είχαν ως αποτέλεσμα μαζικούς εξισλαμισμούς, ειδικά μετά την Άλωση, όταν οι Έλληνες έχασαν κάθε ελπίδα.
Οι Έλληνες σπαχήδες είτε με τη βία, είτε μέσω οικονομικών πιέσεων υποχρεώθηκαν να “τουρκέψουν”. Πολλοί Έλληνες μέσω συκοφαντιών έπρεπε είτε να γίνουν μουσουλμάνοι ή να πεθάνουν. Οι γενναίοι πέθαιναν γινόμενοι νεομάρτυρες. Οι πολλοί, λιγότερο γενναίοι, υπέκυπταν. Πολλοί ακόμα γίνονταν μουσουλμάνοι για να σώσουν τα παιδιά τους από το παιδομάζωμα.
Σε μερικές περιοχές όπου οι μουσουλμάνοι ήταν πλειοψηφία οι Τούρκοι απαγόρευσαν ακόμα και τα ελληνικά. Ο Σελίμ Α’ έκοψε τις γλώσσες των Ελλήνων της Αιγύπτου μετά την κατάκτηση της χώρας.
Αυτά συνέβαιναν κυρίως στους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως θα ήταν πιο σκόπιμο να μιλήσουμε για τουρκοκρατίες και όχι τουρκοκρατία, καθώς πολλές φορές η διαβίωση των Ελλήνων εξαρτάτο από τις διαθέσεις των κατά τόπους Τούρκων δυναστών.
Με τον τρόπο αυτό ο Ελληνισμός υπέστη δραματική δημογραφική αφαίμαξη, διότι όσοι «τούρκευαν», χάνονταν οριστικά για την πατρίδα και την Ορθοδοξία.
Προφητείες
Όλα αυτά γέννησαν θρύλους, ελπίδες και προσδοκίες. Όμως, όπως σωστά το αντελήφθη ήδη από 1618 ο Ματθαίος Μυραίων «Ελπίζομεν εις τα ξανθά γένη να μας γλιτώσουν, να λθουν από τον Μόσχοβο να μας ελευθερώσουν ελπίζομεν εις τους χρησμούς, στες ψευδοπροφητείες και τον καιρό μας χάνομεν στες ματαιολογίες»…
Πριν την Άλωση υπήρχε ο θρύλος του “πένητος βασιλέα”. Σύμφωνα με τον θρύλο αυτό οι Τούρκοι θα έμπαιναν  στην Πόλη μέχρι τον κίονα του Κωνσταντίνου. Κατόπιν άγγελος Κυρίου θα έδινε ρομφαία στον “πένητα βασιλέα” ο οποίος θα καταδίωκε τους Τούρκους μέχρι την “κόκκινη μηλιά”. Το αποτέλεσμα ήταν βέβαια γνωστό.
Ο θρύλος του “Μαρμαρωμένος Βασιλιάς” εξέθρεψε γενιές Ελλήνων. Αργότερα κέρδισαν έδαφος ψευδοπροφητείες τις οποίες ως σήμερα εκμεταλλεύονται τηλεοπτικοί και όχι μόνο επιτήδειοι.
 
Ο Κροκόνδειλος (ή Κροκόδειλος, ή Ακροκόδυλος) Κλαδάς ήταν γιος του Θεοδώρου Κλαδά, αξιωματικού στην υπηρεσία των Δεσποτών του Μυστρά. Γεννήθηκε το 1425 και αμέσως μόλις ανδρώθηκε ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του και έγινε «στρατιώτης». Η καταγωγή της οικογένειας ήταν από την Ήπειρο.
Ωστόσο πρώτη αναφορά σε Κλαδάδες στο Μωριά γίνεται το 1296. Η οικογένεια ήταν στην υπηρεσία των Παλαιολόγων Ο Κροκόνδειλος έζησε της τουρκικής κατάκτησης της Πελοποννήσου και για λίγο σταμάτησε να πολεμά. Με την έκρηξη όμως του πρώτου τουρκοενετικού πολέμου, το 1463, πήρε και πάλι τα όπλα και πολέμησε, επικεφαλής σώματος στρατιωτών, υπέρ των Ενετών και κατά των Οθωμανών.
 
Ο Κροκόνδειλος πολέμησε άριστα καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Όταν όμως οι Ενετοί υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης με τον Μωάμεθ τον πορθητή διέταξαν και τους υπέρ αυτών πολεμήσαντες Έλληνες να σταματήσουν τις εχθροπραξίες.

Βάσει των όρων της συνθήκης ο βραχίωνας της Μάνης παραδιδόταν από τους Ενετούς στους Τούρκους. Όπως ήταν φυσικό ο όρος αυτός προκάλεσε οργή στους Λάκωνες, οι οποίοι είχαν ήδη αφειδώς χύσει το αίμα τους για την ελευθερία τους και τη Βενετία. Ο Κροκόνδειλος ήταν από την εποχή των Παλαιολόγων, άρχοντας του κάστρου του Αγίου Γεωργίου. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο ο ίδιος ο Μωάμεθ είχε επιχειρήσει να τον πάρει με το μέρος του, δελεάζοντας τον με παροχές γαιών.
Επανάσταση
Ο Κλαδάς τότε είχε προτιμήσει αντί των προσφορών του Τούρκου να πολεμήσει για της ελευθερία. Εντάχθηκε στον Ενετικό στρατό, στον οποίο ανακηρύχτηκε γενικός αρχηγός των “Στρατιωτών”. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας Ενετών –Τούρκων, ο Κλαδάς αποφάσισε να συνεχίσει τον πόλεμο. Δεν θα επέτρεπε ποτέ στους Τούρκους «να λερώσουν το χώμα της Μάνης»!
Στις 9 Οκτωβρίου του 1479, εγκατέλειψε την Κορώνη, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος 1.600 ανδρών και βάδισε προς τη Μάνη. Μόλις έφτασε εκεί διακήρυξε την απόφαση του να συνεχίσει τον πόλεμο και κάλεσε τους Έλληνες υπό τα όπλα, υψώνοντας το λάβαρο του, σημαία γαλάζια με ολόλευκο σταυρό στη μέση, πλάι στην κόκκινη πολεμική σημαία των Παλαιολόγων με τον δικέφαλο αετό .
Πολλοί έσπευσαν με ενθουσιασμό να καταταγούν στον επαναστατικό στρατό του Κλαδά, ο οποίος μέσα σε έναν μήνα έφτασε να αριθμεί 16.000 άνδρες, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα. Για να ενισχύσει τη θέληση του λαού, αλλά και για να εξαναγκάσει τους Ενετούς να ξαναρχίσουν τον πόλεμο με τους Τούρκους, κήρυττε δημόσια ότι ενεργεί με τη σύμφωνη γνώμη της Βενετίας. Δεν δίστασε μάλιστα να υψώσει δίπλα στις ελληνικές σημαίες και αυτή του Αγίου Μάρκου.
Έχοντας συγκεντρώσει αρκετή δύναμη ο Κλαδάς κινήθηκε αρχικά προς απελευθέρωση των οχυρών της Μάνης, τα οποία οι Ενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τούρκους. Με μεγάλο ενθουσιασμό και με την ιαχή «Κύριε Ελέησον», οι άνδρες του ρίχθηκαν στους Τούρκους και τους κατανίκησαν. Οι τουρκικές φρουρές στα χωριά Μάνη και Μεγαλοχώρι αφανίστηκαν, τα φρούρια του Τριγοφίλου και του Οιτύλου κατελήφθησαν και οι φρουρές τους εξοντώθηκαν ή αιχμαλωτίσθηκαν.
Οι πύργοι της Καστανιάς, της Γαστέλας, του Λεφτινιού, της Ανδρούσσας, του Βάσκου, της Πιάγας και του Παπαφίγγου κατελήφθησαν επίσης, όπως και οι ορεινές διαβάσεις του Μεγαλοβουνίου και της Μαίνας. Οι νίκες αυτές προκάλεσαν ενθουσιασμό στους Χριστιανούς, αλλά και τρόμο στον σουλτάνο. Ο μεγάλος φόβος του Μωάμεθ ήταν ότι η Βενετία βοηθούσε την εξέγερση.
Εκείνη την εποχή οι Τούρκοι πολεμούσαν σκληρά και σε άλλα μέτωπα, στην Ανατολία, κατά τουρκομανικών φύλων, στην Αίγυπτο κατά των Μαμελούκων και στην Μεσοποταμία, κατά των Περσών. Άρα η έκρηξη νέου τουρκοενετικού πολέμου θα ήταν άκρως επιζήμια, ίσως και μοιραία για την οθωμανική κυριαρχία. Η Βενετία όμως, επίσης εξαντλημένη από τον προηγηθέντα μακροχρόνιο πόλεμο, ξεκαθάρισε τη θέση στον σουλτάνο, δηλώνοντας ότι ουδεμία σχέση είχε με το κίνημα και ήταν μάλιστα πρόθυμη να βοηθήσει στην κατάπνιξη του.
Ως δείγμα καλής θέλησης απέναντι στον Μωάμεθ, ο Ενετός διοικητής της Κορώνης Νικολό Κονταρίνι, συνέλαβε την σύζυγο και τα παιδιά του Κλαδά, τα οποία ο Έλληνας “Στρατιώτης” είχε αφήσει για ασφάλεια εκεί. Κατόπιν εξέδωσαν προκήρυξη, με την οποία αποκήρυσσαν τον Κλαδά και απαγόρευαν, με την ποινή του θανάτου, στους Έλληνες υπηκόους της «γαληνοτάτης», να πολεμούν υπέρ του Κλαδά. Οι Ενετοί δεν περιορίστηκαν όμως σε αυτά, αλλά επικήρυξαν τον Κλαδά.
Η επίθεση του Αλή Βούμικου
Έχοντας ησυχάσει από την «ενετική» απειλή, ο Μωάμεθ αποφάσισε να καταστείλει μόνος τους την εξέγερση. Για τον σκοπό αυτό διέταξε τον μπεηλέρμπεη Αλή Βούμικο να εκστρατεύσει κατά του Κλαδά. Ο Αλή Βούμικος αφού συγκέντρωσε 6.000 επιπλέον άνδρες- οι πηγές δεν αναφέρουν τον ακριβή αριθμό του στρατού του Βούμικου – κίνησε από τον Μυστρά για τη Μάνη.
Στις 16 Ιανουαρίου 1481 ο οθωμανικός στρατός εισέβαλε στη Μάνη και επιτέθηκε κατά του πύργου του Τριγοφίλου. Τον πύργο υπεράσπιζαν τρεις μόνο στρατιώτες, ενώ εντός του είχαν βρει καταφύγιο και 16 άμαχοι, οι οποίοι φυσικά βοήθησαν στην άμυνα. Οι λιγοστοί αμυνόμενοι αντιστάθηκαν όσο μπόρεσαν, αλλά στο τέλος ο πύργος κυριεύθηκε και όλο οι εν αυτό κατακόπηκαν σε μικρά μικρά κομμάτια.
Κατόπιν της “μεγάλης” του νίκης, ο Βούμικος κινήθηκε στα ενδότερα της Μάνης και στις 19 Ιανουαρίου προσέγγισε το Οίτυλο. Ο Κλαδάς όμως είχε συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και δεν δίστασε να δώσει μάχη εκ παρατάξεως με τους αήττητους, έως τότε, Οθωμανούς.
Προστατευμένοι στο ορεινό έδαφος, οι πεζοί του Κλαδά, τοξότες στην πλειοψηφία τους, θέρισαν τους σπαχήδες του Βούμικου. Έτσι όταν οι ιππείς “Στρατιώτες” τους Κλαδά αντεπιτέθηκαν, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και άγνωστο αριθμό τραυματιών. Ήταν η πρώτη νίκη των Ελλήνων έναντι του κατακτητή, από την άλωση της Πόλης.
Ταπεινωμένος ο οθωμανικός στρατός σταμάτησε τη φυγή του, όταν έφτασε στα τείχη του Μυστρά. Στο μεταξύ οι Ενετοί, σε μια αναλαμπή ανθρωπισμού, απέρριψαν την πρόταση του Μωάμεθ περί παραδόσεως σε αυτόν της οικογενείας του Κλαδά, αλλά την έστειλαν στη Βενετία, όπου και έκλεισαν τα μέλη της στη φυλακή. Παράλληλα οι Ενετοί, για να είναι βέβαιοι ότι δεν θα δημιουργούντο ζητήματα με τον Μωάμεθ, αποφάσισαν να αποστρατεύσουν τους περισσότερους από τους Έλληνες αρματολούς που είχαν στην υπηρεσία τους. Ένας από αυτούς ήταν ο Θεόδωρος Μπούας, πατέρας του διάσημου Μερκούριου Μπούα.
Ο Μπούας θυμωμένος από τους Ενετούς, εγκατέλειψε το Ναύπλιο, επικεφαλής 60 στρατιωτών, με σκοπό να ενωθεί με τον Κλαδά. Αντί όμως να βαδίσει κατευθείαν προς τη Μάνη, πήγε πρώτα στο Άργος. Εκεί έστησε ενέδρα σε τουρκικό απόσπασμα, το οποίο και εξουδετέρωσε. Από τους Τούρκους, οι τρεις σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι 27 παραδόθηκαν.
Νέα τουρκική εισβολή
Παρά την συντριβή του στρατού, ο Μωάμεθ θύμωσε μεν, δεν απογοητεύτηκε δε. Ανέθεσε τη διοίκηση νέας στρατιάς στον σαντζάκμπεη Αχμέτ, στον οποίο διέθεσε και επίλεκτους γενίτσαρους και ατάκτους αζάπηδες. Στις 16 Φεβρουαρίου 1481 ο Αχμέτ είχε στρατοπεδεύσει στον Μυστρά, έχοντας συγκεντρώσει τουλάχιστον 10.000 άνδρες. Από την άλλη πλευρά η θέση του Κλαδά εξασθενούσε.
Πρώτα από όλα την επανάσταση έβλαψε ιδιαιτέρως η διαμάχη μεταξύ του Κλαδά και του Μπούα και η αποχώρηση του τελευταίου από τη Μάνη. Αλλά και η στάση της Βενετίας είχε επηρεάσει πολλούς επαναστάτες, οι οποίοι έβλεπαν αδύνατη την επιτυχία τους χωρίς τη βοήθεια μιας ξένης δύναμης. Έτσι σιγά-σιγά η δύναμη του Κλαδά εξασθενούσε. Ο Αχμέτ παρόλα αυτά εν αποτόλμησε επίθεση, παρά μόνο στις 4 Απριλίου, όταν κατέπλευσε στα ύδατα της Μάνης και μια τουρκική γαλέρα.
Η εμφάνιση της έριξε ακόμα περισσότερο το ηθικό των επαναστατών, με συνέπεια να μειωθεί ακόμα περισσότερο ο στρατός του Κλαδά. Ο τελευταίος μπορούσε πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά στους δικούς του Στρατιώτες, ελαφρούς ιππείς και στους «ζαγραδόρους» (παραστάτες των εφίππων στρατιωτών) πεζούς τους. Με τις δυνάμεις αυτές δεν μπορούσε καν να διανοηθεί να αντιμετωπίσει τον Αχμέτ μπέη.
Ο Τούρκος όμως έκανε το λάθος να διαχωρίσει τις δυνάμεις του και να επιτεθεί μόνο με 2.000 γενιτσάρους και ιππείς κατά του χωριού Καστανιά. Ο Κλαδάς αντεπιτέθηκε στο τουρκικό αυτό σώμα, παρά το γεγονός ότι ακόμα και απέναντι σε αυτό οι δυνάμεις του υστερούσαν δραματικά σε αριθμό, και κατόρθωσε να το νικήσει. Οι Τούρκοι εκτόξευσαν και νέες επιθέσεις. Η μάχη στο χωριό μαίνονταν για ένα ολόκληρο μερόνυχτο. Στο τέλος οι λιγοστοί άνδρες του Κλαδά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.
Βρέθηκαν όμως αποκλεισμένοι από παντού, καθώς ένα ακόμα τουρκικό σώμα, με επικεφαλής τον βοεβόδα της Καλαμάτας, είχε κινηθεί στα νώτα των Ελλήνων. Ακολούθησε πανικός και ο επαναστατικός στρατός διαλύθηκε. Οι περισσότεροι πάντως άνδρες του διεσώθησαν, αφού κατόρθωσαν διασπάσουν τον τουρκικό κλοιό με μια απελπισμένη έφοδο. Ανάμεσα στους διασωθέντες ήταν και ο Κλαδάς, ο οποίος κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει 50 μόλις άνδρες του. Οι υπόλοιποι Μανιάτες έσπευσαν προς τα χωριά τους για να τα υπερασπίζουν από τους εισβάλλοντες Τούρκους.
Διάσωση και ηρωικό τέλος
Τις επόμενες μέρες η στρατιά του Αχμέτ προέλασε χωρίς να αντιμετωπίζει οργανωμένη αντίσταση. Πολλά χωριά ξεθεμελιώθηκαν και οι κάτοικοι ανασκολοπίστηκαν. Ο Κλαδάς στο μεταξύ, πολιορκείτο με τους λιγοστούς άνδρες τους σε έναν πύργο. Για καλή του τύχη όμως είχαν φτάσει εκείνες τις μέρες στη Μάνη τέσσερις (κατ’ άλλους τρεις) γαλέρες του βασιλιά των Δύο Σικελιών Φερδινάνδου, φανατικού εχθρού των Τούρκων. Επικεφαλής δε του στολίσκου ήταν ένας καλός φίλος του Κλαδά, ο επιλεγόμενος Γιάγκος.
Αυτός βλέποντας τη δυσχερή θέση του Κλαδά έστειλε μήνυμα, προτείνοντας του να επιβιβαστεί με τους άνδρες του στα πλοία. Ο Κλαδάς, δεν είχε άλλωστε και άλλη επιλογή, δέχθηκε. Πριν όμως αποχωρήσει αποφάσισε να δώσει μια τελευταία μάχη με τον Αχμέτ. Έτσι το βράδυ της 12ης προς 13ης Απριλίου 1481, οι Έλληνες επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των πολιορκητών Τούρκων και κατέσφαξαν πολλούς από αυτούς, μέσα στη σύγχυση και στον πανικό που προκλήθηκε.
Αμέσως μετά διέσχισαν τις τουρκικές θέσεις και έσπευσαν στο Πόρτο Κάγιο, εκεί όπου είχαν αγκυροβολήσει οι ιταλικές γαλέρες. Την επομένη επιβιβάστηκαν σε αυτές και αναχώρησαν για τη Νεάπολη της Ιταλίας.
Ο Κλαδάς πέρασε στη υπηρεσία του βασιλιά της Νεαπόλεως και πολέμησε στην Βόρεια Ήπειρο. Το  1490 έπεσε στα χέρια των Τούρκων που τον σκότωσαν «με θάνατο δια κατακερματισμού, καθιστώντας τον όμως έτσι όχι μόνο πρόμαχο της ελευθερίας αλλά και πρωτομάρτυρα του γένους των Ελλήνων.
Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019 00:25

Η ψήφος των αποδήμων του Αντώνη Αντωνάκου.

Γράφτηκε από
 

Η ψήφος των αποδήμων.
Το «πολιτικό κόστος» -ή το «κομματικό όφελος»- δεν είναι καλοί οδοδείκτες και οι πραγματικοί ηγέτες δεν τους ακολουθούν. Στις σημαντικές αποφάσεις, στρατηγικού χαρακτήρα, οδηγός τους οφείλει να είναι η αρχή: «Ότι η πολιτική πράξη πρέπει να υπηρετεί πιστά τα συμφέροντα του Έθνους και του λαού»(Ν.Δ. Ιδεολογικές Αρχές). Παραδείγματα κακών πολιτικών αποφάσεων, αποφάσεων που ελήφθησαν με βάση την προσωπική ή την κομματική πολιτική ιδιοτέλεια, υπάρχουν πολλές. Οι πιο κραυγαλέες από αυτές συνδέονται άμεσα με τις αποφάσεις του Γ.Α.Π. οι οποίες οδήγησαν την χώρα στην χρεωκοπία και τα μνημόνια.

Μια προγενέστερη απόφαση του ιδίου, με καθαρά προσωπικά κίνητρα, αν και ήσσονος κατ’ αρχήν σημασίας, μπορεί ωστόσο να υπήρξε καθοριστική για τις μετέπειτα εξελίξεις. Μετά την δεύτερη εκλογική του ήττα και την ευθεία αμφισβήτησή του –δημοσίως από τον κύριο Βενιζέλο αλλά προφανώς στο παρασκήνιο και από άλλα κορυφαία στελέχη- οδήγησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην διαδικασία της εκλογής Προέδρου «από την βάση». Με άλλα λόγια στην κρίση και κάθε περιστασιακού μέλους που «είδε φως και μπήκε». Με αυτό τον τρόπο εξασφάλισε, χάρις στην πατρική κληρονομιά, την επανεκλογή του η οποία υπήρξε καθοριστική για τις εξελίξεις. Το διακήρυξε δημόσια ο κύριος Βενιζέλος: «Αν είχα κερδίσει το 2007 τις εσωκομματικές εκλογές, θα είχε γραφεί διαφορετικά η Ιστορία, όχι του ΠαΣοΚ, η Ιστορία της χώρας. Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερα, θα ήταν όμως διαφορετικά».(«ΤΟ ΒΗΜΑ», 4/3/2013). Ελάχιστοι πλέον έχουν αμφιβολίες ότι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν επιζήμιο για την χώρα. Δυστυχώς το παράδειγμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ακολούθησε και η Ν.Δ. το 2009. Οι «ευκολοχώνευτες» δικαιολογίες του τύπου «αποφασίζουν οι πολίτες» ή «αποφασίζουν οι πολλοί» είναι αξιοθρήνητος δημαγωγικός λαϊκισμός.
Αν οι κομματικές σκοπιμότητες επικρατήσουν στην στάση και τις αποφάσεις που θα πάρουν τα κόμματα στα κρίσιμα θέματα της επόμενης περιόδου -σε σχέση με τον εκλογικό νόμο και την συνταγματική μεταρρύθμιση-, θα αποδειχθεί για μια ακόμα φορά ότι το πολιτικό προσωπικό είναι κατώτερο των περιστάσεων. Η συζήτηση είναι μεγάλη και αυτά που οφείλουν να γίνουν είναι πολλά αλλά το επόμενο διάστημα η ψήφος θα επικεντρωθεί στην ψήφο των αποδήμων. Το Έθνος πρέπει να διατηρήσει την συνοχή του και την βασική ευθύνη γι’ αυτό την έχει η Πολιτεία. Οι Έλληνες της διασποράς δεν πρέπει να αποκοπούν από τις ρίζες τους. Δεν πρέπει να χάσουν την «Ελληνικότητά» τους, τα στοιχεία που καθορίζουν την «ταυτότητά» τους. Δεν πρέπει να στερηθούν τα δικαιώματά τους. Ένα από αυτά ασφαλώς είναι και το εκλογικό δικαίωμα σε σχέση με τις διευκολύνσεις άσκησης του. Το ερώτημα είναι με ποια κίνητρα θα προσέλθουν τα κόμματα σε αυτήν την συζήτηση. Με βάση το συμφέρον του Έθνους ή με βάση τα κομματικά συμφέροντα; Αν ήταν διαφορετικές οι εκτιμήσεις για τις κομματικές προτιμήσεις των ομογενών θα ήταν ίδιες οι απόψεις των κομμάτων ή θα είχαμε «κυβιστήσεις»;
Είναι γεγονός ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ των μεταναστών της κρίσης και των παλαιών μεταναστών. Είναι πολύ διαφορετικές οι παραστάσεις, οι ανάγκες και οι προοπτικές μεταξύ των ομογενών που είναι εγκατεστημένοι για πάνω από 40 χρόνια στο εξωτερικό -που τα παιδία τους και τα εγγόνια τους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί- και των μεταναστών της κρίσης. Με δεδομένο ότι εκλογές του 2000 κρίθηκαν για 72.400 ψήφους, η συμμετοχή των ομογενών θα μπορούσε εύκολα να ανατρέψει το αποτέλεσμα, οδηγώντας στο ερώτημα αν είναι λογικό να παίζουν, δυνητικά, τόσο καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολλά και δεν αφορούν μόνο την διαδικασία αλλά και την ουσία. Μερικά μόνο από αυτά δείχνουν την πολυπλοκότητα του προβλήματος. Αν οι ομογενείς της Αυστραλίας έχουν την ίδια δυνατότητα με τους κατοίκους του Έβρου, δεν θα πρέπει να έχουν και τα ίδια προβλήματα ή τις ίδιες υποχρεώσεις; Γιατί οι κάτοικοι της Βοιωτίας ή της Κορινθίας να δικαιούνται τους «δικούς» τους βουλευτές και να μην συμβαίνει το ίδιο και με τους αποδήμους; Αν οι απόδημοι αποκτήσουν τους «δικούς» τους βουλευτές πώς αυτοί θα μπορέσουν ταυτόχρονα να συμμετέχουν στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες διατηρώντας επαφή και με τις κοινότητες που τους εξέλεξαν; Είναι λογικό οι ψήφοι των ομογενών να είναι μόνο «επικρατείας»; Και αν ναι πως υλοποιείται αυτό στην πράξη; Μπορεί να έχει λόγο για τα εργασιακά ή για την αγροτική πολιτική όποιος εκπροσωπεί πολίτες που είναι οικογενειακά και για δεκαετίες μόνιμα εγκατεστημένοι αλλού και συνεπώς τα επαγγελματικά, ασφαλιστικά, οικονομικά τους συμφέροντα είναι τελεσίδικα συνδεδεμένα με μια άλλη χώρα; Μπορεί να έχουν «ισότιμη» ψήφο, και μάλιστα «κατ’ οίκον», όσοι δεν διατρέχουν τους ίδιους κινδύνους –οι ίδιοι και οι οικογένειες τους- από μια ενδεχόμενη πολεμική περιπέτεια; Μήπως πρέπει η συμμετοχή να είναι εντοπισμένη γενικά σε θέματα που αφορούν το Έθνος και σε κάποια ειδικά που αφορούν την ομογένεια;
Είναι δεδομένο ότι η λύση του προβλήματος δεν είναι εύκολη. Ίσως σε μια άλλη πολιτειακή δομή να προβλεπόταν ένα όργανο (π.χ. Γερουσία) στο οποίο η ένταξη των εκπροσώπων των ομογενών να ήταν περισσότερο ορθή πολιτικά. Όμως αυτό επί του παρόντος δεν είναι εφικτό και γι’ αυτό η λύση πρέπει να αναζητηθεί εκ των ενόντων. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται, η όποια επιλογή, να γίνει με κριτήρια κομματικά. Δεν πρέπει να ακολουθηθεί και εδώ το αρνητικό παράδειγμα της εκλογής προέδρου από την «βάση». Τα κριτήρια πρέπει να είναι Εθνικά και να συμβάλλουν ουσιαστικά στην σφυρηλάτηση των δεσμών δίχως όμως να αλλοιώνουν τους θεμελιώδεις κανόνες λειτουργίας του πολιτεύματος.
Αντωνάκος Αντώνης
11-10-2019
 
Ο Μακρυγιάννης, όταν ξέσπασε η επανάσταση, βρέθηκε στην Άρτα, προσποιούμενος τον πραματευτή. Εκεί συνελήφθη από τους Τούρκους και βασανίστηκε άγρια, επί 75 ημέρες, όπως αναφέρει. Γλίτωσε δύο φορές τον θάνατο και τελικά διασώθηκε, μέσω ενός συγγενή του Αλή πασά, ο οποίος πολεμούσε κατά των Τούρκων. Αφού έμεινε κοντά του για ένα διάστημα, τον Αύγουστο του 1821, εντάχθηκε στο σώμα του καπετάνιου Γώγου Μπακόλα.
Υπό τον Γώγο ο Μακρυγιάννης έλαβε το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στα Τζουμέρκα. Αφού απέκρουσαν τους Τούρκους εκεί, ο Γώγος και το σώμα του εγκαταστάθηκε αμυντικά στο χωριό Πέτα. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1821, οι Τούρκοι επιτέθηκαν.

Οι Έλληνες, ειδοποιημένοι, περίμεναν την τουρκική επίθεση, έχοντας φτιάξει ταμπούρια. Με το πρώτο φως εμφανίστηκαν οι Τούρκοι, οι οποίοι είχαν και πυροβόλα. Οι Έλληνες ένιωθαν τρόμο από τα πυροβόλα, καθώς τους ήταν, εν πολλοίς, άγνωστη η αποτελεσματικότητά τους.
Οι Τούρκοι, με επικεφαλής τον Χασάν πασά, έμπιστο αξιωματικό του Τούρκου αρχιστρατήγου Χουρσίτ, παρέτασσαν 9.000 άνδρες, έναντι 350 Ελλήνων. Ο Γώγος Μπακόλας έταξε τους 300 στην πρώτη γραμμή των ταμπουριών, κρατώντας ως εφεδρεία 50 άνδρες.
Οι Τούρκοι, με συνεχείς εφόδους, προσπάθησαν να κάμψουν την ελληνική αντίσταση, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν με ηρωισμό στις τουρκικές επιθέσεις από το πρωί μέχρι την ώρα που έδυσε ο ήλιος. Ο Μακρυγιάννης αναφέρει πως το μεγαλύτερο μαρτύριο ήταν η δίψα.
Ο ίδιος αναφέρει και ένα πολεμικό ανέκδοτο από τη μάχη αυτή. Ένας νεαρός Τούρκος μπέης οδήγησε πολλές εφόδους κατά των Ελλήνων, με γενναιότητα. Οι Έλληνες προσπάθησαν επανειλημμένα να τον πλήξουν, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Τότε στο ταμπούρι του Μακρυγιάννη ήρθε ο Γώγος και τους είπε να μην σπαταλούν πυρομαχικά «για ένα γουρνομύτη».
Ο Γώγος πήρε ένα καριοφίλι και τους είπε μόλις σκοτώσει τον μπέη να του φέρουν το κεφάλι του. Ο Μακρυγιάννης του απάντησε γελώντας πως ο μπέης δεν δίνει το κεφάλι του, το θέλει! Ο Γώγος, χωρίς να απαντήσει, σήκωσε το όπλο και με μια βολή έπληξε τον Τούρκο στο κεφάλι, αφήνοντάς τον νεκρό, λέγοντας: «Γουρνομύτη, με τα παιδιά παίζεις ολημέρα και μου κάψαν αδίκως τα φουσέκια».
Τελικά η μάχη κρίθηκε από την επέμβαση της ελληνικής εφεδρείας, την κατάλληλη στιγμή, στο πλευρό των Τούρκων, όταν άρχισε να νυκτώνει. Οι Τούρκοι, αδυνατώντας να αντιληφθούν το μέγεθος της δύναμης που τους πλαγιοκόπησε, τράπηκαν σε φυγή, καταδιωκόμενοι από τους Έλληνες, ως την Άρτα. Στη μάχη αυτή ο Μακρυγιάννης δέχτηκε το πρώτο του τραύμα, στο δεξί πόδι.
Ο γενναίος Μπακόλας υπήρξε το εξιλαστήριο θύμα για χάρη του Μαυροκορδάτου για να δικαιολογηθεί η ήττα των Ελλήνων και των φιλελλήνων στη δεύτερη, καταστροφική, μάχη του Πέτα, το 1822. Ο Μακρυγιάννης έλεγε για αυτόν: «Ήταν τίμιος άνθρωπος και γενναίος πατριώτης κι΄αγαθός… Η πατρίς χάριτες χρωστάγει εις αυτό τον γενναίο άνδρα».
 
To 554 μ.Χ. ένας στρατός 75.000 Φράγκων, Αλαμανών, Θουρίγγιων και άλλων Γερμανών, υπό τους δούκες Λοθάριο και Βουτελίνο, διέσχισαν τον Πάδο και κινήθηκαν προς την κάτω Ιταλία. Ο στρατηγός Ναρσής, ο αντιβασιλιάς της Ιταλίας, στο άκουσμα όμως της είδησης της φραγκικής εισβολής κινήθηκε ταχύτατα, επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων, προς την περιοχή.
Ο χειμώνας όμως του 554 μ.Χ. αποδείχθηκε ιδιαίτερα δριμύς. Έτσι οι επιχειρήσεις διακόπηκαν και οι δύο στρατοί διαχείμασαν στις περιοχές που κατείχαν. Την άνοιξη του 555 μ.Χ. οι επιχειρήσεις επαναλήφθηκαν. Οι Φράγκοι χώρισαν τις δυνάμεις τους. Οι δυνάμεις του Λοθάριου κινήθηκαν προς Βορρά, προσπαθώντας να γυρίσουν στην πατρίδα τους, αφού μαστίζονταν από επιδημική ασθένεια και οι δυνάμεις του Βουτελίνου, εβρισκόμενες σε καλύτερη κατάσταση, κινήθηκαν νότια για να κατακτήσουν την Ιταλία.

 
Η εμπροσθοφυλακή της στρατιάς του Λοθάριου έπεσε τελικά σε βυζαντινή ενέδρα και διαλύθηκε. Ελάχιστα μόνο υπολείμματα της στρατιάς αυτής έφτασαν στις φραγκικές χώρες. Ο ίδιος ο Λοθάριος πέθανε από ασθένεια. Ο Βουτελίνος όμως συνέχισε την πορεία του επί ιταλικού εδάφους. Τελικά οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στην περιοχή της Καμπανίας κοντά στην πόλη Καπύη, στην τοποθεσία Κασίλινουμ, στο Βολτούρνο.
Ο Βουτελίνος επιθυμούσε να επισπεύσει τη σύγκρουση γιατί και ο δικός του στρατός μαστίζονταν τώρα από επιδημία. Υπερείχε άλλωστε και αριθμητικά. Σύμφωνα με τον ιστορικό Αγαθία τον Σχολαστικό, ο Φραγκικός Στρατός διέθετε περί τους 30.000 άνδρες, πεζούς στη συντριπτική τους πλειοψηφία.
Απέναντί τους ο Ναρσής δεν διέθετε περισσότερους από 18.000 στρατιώτες. Ο Βουτελίνος έταξε τους άνδρες του σε τρεις τεράστιες σφήνες, με μεγάλο βάθος. Πρόθεση του ήταν να διασπάσει το βυζαντινό κέντρο. Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή ο Ναρσής σχημάτισε το κέντρο του από τμήματα βαρέως πεζικού, με βαριά θωρακισμένους πεζούς (Προμάχους) στην πρώτη γραμμή.
Η βυζαντινή φάλαγγα ήταν ενισχυμένη στα άκρα της , όπως περίπου η αθηναϊκή οπλιτική φάλαγγα στη μάχη του Μαραθώνα. Πίσω από το βαρύ πεζικό τάχθηκαν σώματα τοξοτών για να υποστηρίζουν το βαρύ πεζικό με υπερκείμενες βολές. Πίσω από το πεζικό τάχθηκε ένα τμήμα ιππικού. Άλλοι 3.000 ιππείς τάχθηκαν στο δεξιό, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ναρσή. Στο αριστερό τάχθηκαν 1.500 ιππείς. Άλλοι 2.000 ιππείς τάχθηκαν σε ενέδρα, πίσω από το δεξιό πλευρό των Φράγκων, καλυμμένοι από ένα δάσος.
Η μάχη άρχισε με ορμητική επίθεση του φραγκικού πεζικού κατά του βυζαντινού κέντρου. Οι βάρβαροι κατόρθωσαν να επιτύχουν ρήγμα στο βυζαντινό μέτωπο. Η την κατάλληλη στιγμή εμπλοκή των εφεδρειών όμως έφραξε το ρήγμα. Ακολούθησε γενική αντεπίθεση του βυζαντινού ιππικού. Οι Φράγκοι σχεδόν περικυκλώθηκαν και κυριολεκτικά αφανίστηκαν. Οι πηγές αναφέρουν ότι από τους 30.000 άνδρες του Βουτελίνου μόνο πέντε επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Η νίκη του Ναρσή ήταν συντριπτική.

 

Φορολογική συνείδηση και εκπαίδευση.
Σε μια χώρα που η φοροδιαφυγή και η φοροκλοπή αποτελεί κοινωνική μάστιγα -λόγω και της αναποτελεσματικότητας του θεσμικού πλαισίου αλλά και των αρμόδιων οργάνων- είναι καιρός η καλλιέργεια της φορολογικής συνείδησης να αρχίσει από την εκπαίδευση. Στα μαθητικά μας χρόνια η 30η Νοεμβρίου ήταν ή «ημέρα της αποταμίευσης» σε μια προσπάθεια -μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα- να αναπτυχθεί η πρόνοια για τις ημέρες των «ισχνών αγελάδων» και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα πιο άνετο «αύριο». Σήμερα που έχουν καθιερωθεί «εορταστικές ημέρες» για σημαντικά και για λιγότερο σημαντικά ζητήματα είναι αναγκαίο στην χώρα μας να καθιερωθεί «ημέρα φορολογικής συνείδησης».

 

Αυτή η ανάγκη προκύπτει από το μέγεθος της φοροδιαφυγής και της εκτεταμένης παραοικονομίας. Πρόσφατες έρευνες της Ε.Ε. ανέβαζαν τον διαφυγόντα Φ.Π.Α. στην Ελλάδα σε ποσοστό 34% επί του συνόλου (7,34 δις). Παράλληλα η παραοικονομία –μελέτες την υπολογίζουν για το 2015 σε ποσοστό 22,4% του ΑΕΠ δηλαδή σε 40 δισ. ευρώ-, ή αδήλωτη εργασία –έλεγχοι του ΣΕΤΕ την ανεβάζουν σε ποσοστά της τάξης του 30% ενώ μελέτες του ΙΝΕ την εκτοξεύουν πάνω από 40%- και το λαθρεμπόριο (καύσιμα, τσιγάρα, κ.λπ.) δημιουργούν μια κοινωνία στην οποία, θεωρητικά, όλοι είμαστε ίσοι έναντι των νόμων αλλά «κάποιοι είναι πιο ίσοι από τους υπόλοιπους». Ορισμένοι μεγάλοι(λαθρεμπόριο καυσίμων) μάλιστα παραείναι «ίσοι» με την ανοχή –ή την συνενοχή- της Πολιτείας.
Η εμπειρία από τις καθημερινές συναλλαγές, -ιδιαίτερα από εκείνες στις οποίες οι συναλλασσόμενοι είναι και τα παιδιά ή οι έφηβοι- δείχνει ότι οι αποδείξεις «παρέχονται κατόπιν επιτακτικού αιτήματος» ενώ τα -εκ του νόμου υποχρεωτικά- POS«έχουν πάει διακοπές» διαρκείας. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή λοιπόν –στο βαθμό που αποτελεί ενδημική οικονομική και κοινωνική μάστιγα- επιβάλλει την εμπλοκή και της εκπαίδευσης στην μάχη για την καταπολέμησή της.
Η απόφαση της κυβέρνησης να αυξήσει το ποσοστό των συναλλαγών μέσω POS, για την εξασφάλιση του αφορολόγητου στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, αποτελεί σημαντικό βήμα στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής. Η καθιέρωση της υποχρεωτικής χρήσης POSέχει αποφέρει θετικότατα αποτελέσματα. Η παροχή κινήτρων, μέσω της «λοταρίας» για τις συναλλαγές με POS, παρά την θετική της επίδραση έχει εξαντλήσει την προσφορά της. Το Υπουργείο Οικονομικών πρέπει να εξετάσει εναλλακτικούς τρόπους χρήσης των χρημάτων που διατίθενται σήμερα για αυτό το σκοπό. Ένα σημαντικό ποσοστό να διατεθεί σε σχετικές εκπαιδευτικές δράσεις(διαγωνισμοί, βραβεία, υποτροφίες, σχετικό εκπαιδευτικό υλικό, κ.λπ.) στα πλαίσια της «ημέρας κατά της φοροδιαφυγής». Μια λύση θα μπορούσε να είναι ο περιορισμός του λαχνού στα 500€. Τα εξοικονομούμενα 6 εκατ. να διατεθούν ως εξής: α) 40%(2,4 εκατ.) στο πρόγραμμα «Η εκπαίδευση στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής». β) 20%(1,2 εκατ.) στην επικοινωνιακή μάχη κατά της φοροδιαφυγής, γ) 20%(1,2 εκατ.) σε δύο «λαχνούς» 50.000€ μηνιαίως και δ) 20% (1,2 εκατ.) σε τρείς ετήσιους «λαχνούς» 400.000€. Η συνδυαστική αυτή δράση θα έχει και βραχυχρόνια αλλά κυρίως μέσο-μακροπρόθεσμα (λόγω της εμπλοκής της εκπαίδευσης) ευεργετικά αποτελέσματα στον αγώνα κατά της φοροδιαφυγής.
Αντωνάκος Αντώνης
09-10-2019

antonakosantonis@gmail.com      http://www.antonakos.edu.gr

 
Η Βέροια ή Βερόη ήταν πόλη ελληνική, ιδρυμένη από τον βασιλιά Φίλιππο Β’ τον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σήμερα είναι γνωστή ως Στάρα Ζαγόρα και ανήκει στη Βουλγαρία. Κοντά στην πόλη, το 1122, δόθηκε η περιώνυμη μάχη που εξαφάνισε το έθνος των Πατσινακών από τον κατάλογο των λαών…
Οι Πεστενέγκοι ή Πατσινάκες ήταν γνώριμοι των Βυζαντινών λόγω των επιδρομών τους στα βυζαντινά εδάφη. Το 1118 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός τους σάρωσε, κυριολεκτικά, στο μάχη του Λεβουνίου, στις εκβολές του ποταμού Έβρου.
 
Ωστόσο στην τότε εισβολή δεν είχαν συμμετάσχει όλες οι φυλές των Πατσινακών. Αυτοί, προερχόμενοι από τη ρωσική στέπα πέρασαν τον Δούναβη και εισέβαλαν στα αυτοκρατορικά εδάφη. Οι Πατσινάκες πέρασαν μέσω των εδαφών του Ρώσου ηγεμόνα του Κιέβου Βλαντιμίρ του Μονομάχου με την άδειά του.

Αυτό τεκμαίρεται από το γεγονός ότι οι περισσότεροι Πατσινάκες βρισκόταν στην υπηρεσία του. Οι Πατσινάκες μαζί με Ουγούζους Τούρκους ξεκίνησαν από τη Ρωσία το 1121 και εισέβαλαν στα αυτοκρατορικά εδάφη. Η νέα εισβολή προκάλεσε ανησυχία στην Κωνσταντινούπολη και ο νέος αυτοκράτορας, γιος και διάδοχος του Αλεξίου, Ιωάννης Β’ Κομνηνός, αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει παρά το γεγονός ότι εκείνο τον καιρό πολεμούσε με μεγάλη μάλιστα επιτυχία τους Σελτζούκους Τούρκους στη Μικρά Ασία.
Ο αυτοκράτορας πέρασε με τον στρατό του τον Ελλήσποντο. Οι βυζαντινές δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Στο μεταξύ οι Πατσινάκες είχαν περάσει τον Αίμο και κινούνταν προς Νότο. Τελικά στρατοπέδευσαν στην Βερόη.
Ο αυτοκράτορας επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα διπλωματικά. Ο Ιωάννης να προσποιήθηκε ότι θέλει να διαπραγματευτεί ενώ την ίδια ώρα βάδιζε με τον στρατό του καταπάνω τους. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται από την πορεία των γεγονότων.
Επική σύγκρουση
Όταν ένα πρωί ο Βυζαντινός Στρατός εμφανίστηκε ενώπιον του δημιουργημένου με άμαξες οχυρωμένου στρατοπέδου τους οι Πατσινάκες αιφνιδιάστηκαν. Παρόλα αυτά πρόλαβαν και αναπτύχθηκαν στην εκεί πεδιάδα. Οι Πατσινάκες, όπως και όλοι οι Τούρκοι εκείνη την εποχή, ήταν κατά βάση ιπποτοξότες.
Μάχονταν σε χαλαρή τάξη, εφορμώντας, τοξεύοντας και υποχωρώντας. Μόνο όταν ο αντίπαλος είχε αρκετά καταπονηθεί εφορμούσαν εναντίον του. Διέθεταν και λίγους βαρύτερα οπλισμένους ιππείς που ήταν οι ευγενείς και οι φρουροί των αρχηγών. Το πεζικό τους δεν ήταν αξιόλογο. Συγκροτείτο από κάθε διαθέσιμο να φέρει όπλα άνδρα που δεν μπορούσε να ιππεύσει.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τον αριθμό των Πατσινακών, αλλά ούτε και για την σύνθεση και την αριθμητική δύναμη του Βυζαντινού Στρατού του οποίου ηγείτο ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Οι Βυζαντινοί εξόρμησαν κατά των εχθρών αλλά οι Πατσινάκες και οι Ουγούζοι ακολουθώντας την κλασική τους τακτική τους καταπονούσαν ενώ όποτε πιέζονταν ασφυκτικά, κατέφευγαν στο οχυρό τους στρατόπεδο. Μάλιστα ένα βέλος τους τραυμάτισε στο πόδι και τον Ιωάννη. Ωστόσο ο πολεμιστής αυτοκράτορας δεν δείλιασε.
Αντίθετα διέταξε τους επίλεκτους Βάραγγους της φρουράς να επιτεθούν κατά των εχθρικών αμαξών. Οι τελευταίο εφόρμησαν με απίστευτο θάρρος αν και δέχονταν καταιγισμό βλημάτων. Με τα θεόρατα πελέκια τους άρχισαν να κατακόπτουν τις αντίπαλες άμαξες, αδιαφορώντας για τα «πυρά» των εχθρών.
Τελικά, υπό την κάλυψη και των λοιπών βυζαντινών δυνάμεων, ανοίχτηκε πέρασμα μέσω του οποίου οι Βυζαντινοί εφόρμησαν στο εχθρικό στρατόπεδο, σφάζοντας ανηλεώς τους αντιπάλους. Ανίκανοι να ελιχθούν οι Τούρκοι ιπποτοξότες ήταν αδύνατο να αμυνθούν έναντι των βαρύτερα οπλισμένων αντιπάλων τους και σφαγιάστηκαν κατά χιλίαδες.
Όσοι Πατσινάκες επέζησαν αιχμαλωτίσθηκαν και ορισμένοι εντάχθηκαν στον Βυζαντινό Στρατό. Μετά τη μάχη της Βερόης πάντως το εθνικό Πετσενέγκος δεν ξανακούστηκε. Ήταν μια μάχη εξόντωσης.
 
Το 1921 ο Ελληνικός Στρατός αγωνιζόταν ήδη καιρό στη Μικρά Ασία. Το Ιππικό, αν και ολιγάριθμο, είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις. Σύντομα όμως θα έγραφε νέες σελίδες δόξας στις εκεί ελληνικές πατρίδες.
Τον Ιούνιο του 1921 η Ταξιαρχία Ιππικού (ΤΙ), μετά την συμμετοχή της στις επιχειρήσεις του Γ’ Σώματος Στρατού (ΣΣ) την άνοιξη του ίδιου έτους, τελούσε υπό αναδιοργάνωση. Η ΤΙ διέθετε το 1ο Σύνταγμα Ιππικού (ΣΙ) με 4 ίλες και το 3ο ΣΙ επίσης με 4 ίλες. Παράλληλα διέθετε έφιππη Μοίρα Πολυβόλων (24 πολυβόλα), έφιππη πυροβολαρχία (4 πυροβόλα των 75 χλστ.) και έφιππο απόσπασμα Μηχανικού.
 
Η ΤΙ υπό τον συνταγματάρχη Νικολαΐδη μεταστάθμευσε στο Ουσάκ ενόψει των επικείμενων επιχειρήσεων προς Ανατολάς. Η ΤΙ θα συνεργαζόταν με το πεζικό προς υπερκέραση και αποκοπή των τουρκικών δυνάμεων προς Κιουτάχεια.
Μάχη Ουτς Σαράι
Στις 3 Ιουλίου η ΤΙ διατάχθηκε να κινηθεί ανατολικά του Εσκί Σεχήρ. Την επομένη οι Τούρκοι επιτέθηκαν με ισχυρές δυνάμεις κατά του ελληνικού 14ου Συντάγματος Πεζικού (ΣΠ) στο Ουτς Σαράι. Συνέχιζαν να πιέζουν ασφυκτικά το ελληνικό πεζικό και την επομένη.
Η ΤΙ με τις μονάδες της να πεζομαχούν κράτησε τους Τούρκους. Ωστόσο το δεξιό του 14ου ΣΠ κάμφθηκε και οι Τούρκοι, που διέθεταν και πολυάριθμο ιππικό, απειλούσαν με εξόντωση τις ελληνικές δυνάμεις. Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό ο επίλαρχος Σπυρίδων Μαρκόπουλος επιτέθηκε κατά των Τούρκων επικεφαλής της 1ης και της 2ης Ίλης του 1ου ΣΙ.
Οι Έλληνες ιππείς εφόρμησαν με την σπάθη κατά των εχθρών σε μια επέλαση θανάτου. Οι Τούρκοι, υπερέχοντας αριθμητικά, απέκρουσαν την επέλαση. Στη μάχη χάθηκαν 53 Έλληνες, μεταξύ τους και ο επίλαρχος και 80 ίπποι.
Παρόλα αυτά κερδήθηκε χρόνος και χάρη στην πρωτοβουλία του επιτελάρχη, τότε, της ΤΙ αντισυνταγματάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, το ιππικό κάλυψε την υποχώρηση του πεζικού, ελισσόμενο σε διαδοχικές θέσεις και καθυστερώντας τους Τούρκους, προκαλώντας τους σοβαρές απώλειες, τόσο σοβαρές ώστε να πάψουν την καταδίωξη.
Η επέλαση στο ΑΚ Μπουνάρ
Μετά τη μάχη στο Ουτς Σαράι η ΤΙ κινήθηκε προς το Αν Μπουνάρ. Στις 8 Ιουλίου οι Τούρκοι εκδήλωσαν τη μεγάλη τους επιθετική επιστροφή με στόχο την ανακατάληψη του Εσκί Σεχήρ και την καταστροφή των εκεί ελληνικών δυνάμεων.
Το Ιππικό εντόπισε εγκαίρως τις τουρκικές κινήσεις και κάλυψε τα κενά μεταξύ των ελληνικών μεραρχιών πεζικού. Έγραψε όμως παράλληλα μια ανεξίτηλη σελίδα δόξας… Βλέποντας την τουρκική πίεση η ΤΙ διέταξε το 3ο ΣΙ υπό τον συνταγματάρχη Βάρθη να επελάσει κατά των Τούρκων. Οι δύο επιλαρχίες είχαν επικεφαλής, η 1η, τον ηρωικό εκ Κύπρου, επίλαρχο Ιωάννη Τσαγγαρίδη και η 2η τον τότε επίλαρχο Γεώργιο Στανωτά (διοικητή της Μεραρχίας Ιππικού το 1940-41).
Οι Έλληνες ιππείς έσυραν τις σπάθες και υπό τους ήχους της σάλπιγγας, με την γαλανόλευκη σημαία να ανεμίζει εξόρμησαν με την ιαχή «Αέρα…» να δονεί την ατμόσφαιρα. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν, σάστισαν, πανικοβλήθηκαν και το έβαλλαν στα πόδια καταδιωκόμενοι από τους ιππείς… Οι Έλληνες καταδίωξαν τους Τούρκους σε βάθος 4 χλμ. σπαθίζοντας πάνω από 500 και αιχμαλωτίζοντας άλλους 100! Το 3ο ΣΙ έχασε μόνο έναν ιππέα… Ήταν μια μεγάλη νίκη.

Αξίζει να γίνει μνεία στον επίλαρχο και μετέπειτα στρατηγό Ιωάννη Τσαγγαρίδη. Ο Τσαγγαρίδης γεννήθηκε το 1887 Λάπηθο. Ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει αλλά τα παράτησε όλα και πήγε εθελοντής να πολεμήσει στη Μακεδονία (Μακεδονικός Αγώνας).
Επιστρέφοντας κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό ως υπαξιωματικός. Προήχθη σε αξιωματικό του ιππικού και πολέμησε ηρωικά στους Βαλκανικούς Πολέμους και ιδίως στη Μικρά Ασία. Τραυματίσθηκε βαριά στις επιχειρήσεις του Σαγγάριου. Δυστυχώς ενεπλάκη στην πολιτική και πέθανε εξόριστος το 1939.
ΈναρξηΠροηγούμενο12345678910ΕπόμενοΤέλος
Σελίδα 1 από 82

Εκπαιδευτικά Νέα